Τι θα γίνει αν…

Οι ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις που πυροδότησε η απόφαση της κυβέρνησης να βάλει αιφνιδιαστικά λουκέτο στην ΕΡΤ ενεργοποίησε όλα τα θεσμικά σενάρια που προβλέπονται στις περιπτώσεις δυσαρμονίας κυβέρνησης – Βουλής, καθώς η κυβέρνηση οφείλει να έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής από την αρχή και καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας της.

Οι ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις που πυροδότησε η απόφαση της κυβέρνησης να βάλει αιφνιδιαστικά λουκέτο στην ΕΡΤ ενεργοποίησε όλα τα θεσμικά σενάρια που προβλέπονται στις περιπτώσεις δυσαρμονίας κυβέρνησης – Βουλής, καθώς η κυβέρνηση οφείλει να έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής από την αρχή και καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας της. Οι πρώτες πολιτικές αναταράξεις μετά το κλείσιμο της ΕΡΤ έφεραν στην επιφάνεια το σενάριο της υποβολής πρότασης δυσπιστίας από την αντιπολίτευση. Το θέμα αυτό έθεσε ο πρόεδρος των ΑΝΕΛ κ. Π. Καμμένος, αν και το κόμμα του δεν διαθέτει τον απαιτούμενο αριθμό βουλευτών (το Σύνταγμα προβλέπει ότι τη σχετική αίτηση πρέπει να υπογράφουν τουλάχιστον 50 βουλευτές). Ωστόσο, δεν έτυχε της υποστήριξης του ΣΥΡΙΖΑ η ιδέα αυτή, ο οποίος διά του κοινοβουλευτικού του εκπροσώπου, κ. Π. Λαφαζάνη, διεμήνυσε ότι «η κυβέρνηση δεν διαθέτει τη δεδηλωμένη στον λαό» καλώντας την, αν επιμένει ότι τη διαθέτει, να οδηγήσει τη χώρα σε εκλογές «εδώ και τώρα». Μετά και τις αντιδράσεις από πλευράς ΠαΣοΚ και ΔΗΜΑΡ για τους κυβερνητικούς χειρισμούς στο θέμα της ΕΡΤ, κυκλοφόρησε στους διαδρόμους της Βουλής και ένα άλλο σενάριο: να ζητήσει ο πρωθυπουργός κ. Αντ. Σαμαράς την ψήφο εμπιστοσύνης της Βουλής αναλαμβάνοντας έτσι την πρωτοβουλία των κινήσεων στο πολιτικό πεδίο και θέτοντας έναντι των εταίρων οριακά διλήμματα του τύπου: «ή με στηρίζετε ή ρίχνετε την κυβέρνηση συνεργασίας και πάμε σε εκλογές». Τι σημαίνουν όμως θεσμικά όλα αυτά;

Πρόταση δυσπιστίας:
Με την πρόταση αυτή μπορεί να αρθεί η εμπιστοσύνη της Βουλής προς την κυβέρνηση. Πρόταση δυσπιστίας μπορεί να υποβληθεί μόνο μετά την πάροδο εξαμήνου αφότου η Βουλή απέρριψε πρόταση δυσπιστίας, αλλά κατ’ εξαίρεση μπορεί να υποβληθεί πρόταση δυσπιστίας και πριν από την πάροδο εξαμήνου, αν είναι υπογραμμένη από την πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών. Η σχετική συζήτηση αρχίζει έπειτα από δύο ημέρες από την υποβολή της πρότασης, εκτός αν η κυβέρνηση ζητήσει να αρχίσει αμέσως η συζήτηση, η οποία δεν μπορεί να παραταθεί πέρα από τρεις ημέρες από την έναρξή της, ενώ ολοκληρώνεται με ψηφοφορία. Πρόταση δυσπιστίας γίνεται δεκτή μόνο αν εγκριθεί από την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών.

Ψήφος εμπιστοσύνης
: Η κυβέρνηση μπορεί να ζητήσει την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης όχι μόνο με τη συγκρότηση της νέας Βουλής αλλά και κατά τη διάρκεια της θητείας της, για να επιβεβαιώσει την πολιτική της και να ενισχύσει τη σταθερότητά της. Η διαδικασία συζήτησης επί της πρότασης εμπιστοσύνης είναι ανάλογη με την πρόταση δυσπιστίας, όμως δεν μπορεί να γίνει δεκτή, αν δεν εγκριθεί από την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων βουλευτών, η οποία όμως δεν επιτρέπεται να είναι κατώτερη από τα δύο πέμπτα του όλου αριθμού των βουλευτών.

Απώλεια της δεδηλωμένης
: Αν η κυβέρνηση δεν τύχει της στήριξης του απαιτούμενου αριθμού βουλευτών είτε στη μία είτε στην άλλη περίπτωση, τότε δεν έχει τη δεδηλωμένη (χάνει την υποστήριξη της πλειοψηφίας των μελών του Κοινοβουλίου). Αυτό σημαίνει ότι αποσύρεται η εμπιστοσύνη της Βουλής προς την κυβέρνηση και συνεπώς χάνει τη δημοκρατική της νομιμοποίηση. Από εκεί και πέρα η κυβέρνηση παραιτείται και αναλαμβάνει δράση ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο οποίος την απαλλάσσει από τα καθήκοντά της και απευθύνει διερευνητικές εντολές για προσπάθεια σχηματισμού νέας κυβέρνησης.

Διερευνητικές εντολές και εκλογές
: Τυχόν υπερψήφιση πρότασης δυσπιστίας ή μη παροχή ψήφου εμπιστοσύνης δεν σημαίνει αυτομάτως και εκλογές. Και αυτό διότι παρεμβάλλει το στάδιο των διερευνητικών εντολών. Πρακτικά η απώλεια της δεδηλωμένης σημαίνει ότι το πρώτο σε κοινοβουλευτική δύναμη κόμμα, εν προκειμένω η ΝΔ, δεν έχει κανέναν ουσιαστικό λόγο να λάβει ως πρώτο σε κοινοβουλευτική δύναμη κόμμα τη διερευνητική εντολή από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, όπως προβλέπει το Σύνταγμα. Αρα θεωρητικώς μπορεί να μη δεχθεί τη διερευνητική εντολή η οποία θα πάει στην αξιωματική αντιπολίτευση και εν συνεχεία, αν δεν καταστεί δυνατός ο σχηματισμός κυβέρνησης εντός του γνωστού τριημέρου, που διαρκεί κάθε εντολή, τότε θα δοθεί στο τρίτο κόμμα, δηλαδή στο ΠαΣοΚ.
Σύμφωνα με το Σύνταγμα, αν οι διερευνητικές εντολές δεν τελεσφορήσουν, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας καλεί τους αρχηγούς των κομμάτων και, αν επιβεβαιωθεί η αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης που να έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής, επιδιώκει τον σχηματισμό κυβέρνησης από όλα τα κόμματα της Βουλής για τη διενέργεια εκλογών και σε περίπτωση αποτυχίας, αναθέτει στον πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου τον σχηματισμό κυβέρνησης όσο το δυνατόν ευρύτερης αποδοχής για να διενεργήσει εκλογές και διαλύει τη Βουλή.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτική
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk