Φλισκούνι και άγρια μέντα ψάχνουν… διαβατήριο

Χωρίς «διαβατήριο» για τις ξένες αγορές, τα ελληνικά αρωματικά και φαρμακευτικά φυτά και οι παραγωγοί τους χάνουν μια χρυσή ευκαιρία για επιχειρηματική ανάπτυξη.

Χωρίς «διαβατήριο» για τις ξένες αγορές, τα ελληνικά αρωματικά και φαρμακευτικά φυτά και οι παραγωγοί τους χάνουν μια χρυσή ευκαιρία για επιχειρηματική ανάπτυξη. Η απουσία Εθνικού Καταλόγου Ποικιλιών οδηγεί σε αδυναμία κατοχύρωσης δικαιωμάτων στον χώρο και υπονομεύει την ανάπτυξη του κλάδου στη χώρα μας. Ενας κλάδος ο οποίος παγκοσμίως ξεπερνά σε τζίρο τα 20 δισ. ευρώ. Μόνο οι εισαγωγές αιθέριων ελαίων που πραγματοποιούνται ανά τον πλανήτη φτάνουν τα 2 δισ. ευρώ. Οσες προσπάθειες έγιναν τα τελευταία χρόνια για τη δημιουργία Εθνικού Καταλόγου για τα αρωματικά φυτά δεν τελεσφόρησαν καθώς προέκυπταν τεχνικές δυσκολίες. Τους τελευταίους μήνες ωστόσο στις αρμόδιες υπηρεσίες του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων παλεύουν να ξεπεράσουν ορισμένα νομικά ζητήματα προκειμένου να καταφέρουν να εντάξουν ορισμένες ποικιλίες αρωματικών φυτών σε έναν άλλον Εθνικό Κατάλογο, εκείνον των τοπικών ποικιλιών, ο οποίος είναι σχεδόν έτοιμος.
Με τις νέες ξενόφερτες ποικιλίες να κερδίζουν διαρκώς έδαφος στην εγχώρια παραγωγή και στην αγορά αγροτικών προϊόντων, ένας εθνικός πλούτος, τα αρωματικά και φαρμακευτικά φυτά, παραμένει αναξιοποίητος. Η αρώνια, η στέβια, τα νάσι και άλλες ξενόφερτες καλλιέργειες καταλαμβάνουν ολοένα περισσότερο χώρο, κυρίως από το 2011 και μετά.
Επί υπουργίας Κώστα Σκανδαλίδη άλλωστε οι υπηρεσίες του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης υλοποίησαν μελέτες για εξωτικά είδη, όπως η αλόη, το μάνγκο, οι χουρμάδες, και την προσαρμογή τους στην ελληνική γη με στόχο να δοθεί καλλιεργητική… γραμμή στους νέους αγρότες. Ετσι σήμερα πολλοί Ελληνες αναγνωρίζουν και καταναλώνουν τα γκότζι μπέρι και τη στέβια. Αντίθετα, τον δίκταμο, τον λυκίσκο, τη μέλισσα ή το φλισκούνι, αυτοφυή βότανα της ελληνικής φύσης, λίγοι τα γνωρίζουν και τα γεύονται.

Μας πρόλαβαν άλλοι…


Συνέπεια της αμέλειας, της αδιαφορίας ή των διαφορετικών στόχων και προτεραιοτήτων της ελληνικής αγροτικής πολιτικής των τελευταίων δεκαετιών αποτελεί η κίνηση να σπεύσουν οι γείτονές μας, όπως οι Τούρκοι και οι Βούλγαροι, αλλά και πιο μακρινοί, όπως οι Ισπανοί, οι Ισραηλινοί κ.ά., να κατοχυρώσουν ορισμένα πολύτιμα και μοναδικά αρωματικά και φαρμακευτικά φυτά. Αυτό έχει συμβεί με ορισμένα υποείδη ρίγανης ή με το τσάι του βουνού και το θυμάρι.
Ενας από τους λόγους που οδήγησαν στον περιορισμό της ανάπτυξης του τομέα, όπως αναφέρει στο «Βήμα» η διευθύντρια στα Ινστιτούτα Φυτικής Παραγωγής της Βόρειας Ελλάδας του Ελληνικού Γεωργικού Οργανισμού «Δήμητρα» (ΕΛΓΟ «Δήμητρα») δρ Ελένη Μαλούπα, ήταν η αδυναμία εγγραφής στον Εθνικό Κατάλογο ποικιλιών του φυτικού υλικού που συλλέχθηκε από τη φύση με τη δικαιολογία ότι αυτό δεν αποτελεί προϊόν βελτίωσης (με κλασικές διαδικασίες όπως διασταυρώσεις, υβριδισμός κτλ.). Το γεγονός αυτό, σύμφωνα με την ερευνήτρια, «οδηγεί στην αδυναμία πιστοποίησης και κατοχύρωσης δικαιωμάτων στον χώρο».
Από τα 6.000 αυτοφυή φυτικά είδη και υποείδη της χώρας περίπου 1.800 είναι αρωματικά και φαρμακευτικά. «Από αυτά περίπου 300 μπορούν άμεσα να αξιοποιηθούν, εκ των οποίων 30-50 είδη αξιοποιούνται σήμερα χωρίς να είναι πιστοποιημένα» επισημαίνει η κυρία Μαλούπα.
Η πιστοποίηση, εκτός από προστιθέμενη αξία στο προϊόν, θα δώσει στον παραγωγό τη δυνατότητα να επιλέξει το είδος που θα καλλιεργήσει. Για παράδειγμα, στη χώρα μας φύονται πέντε είδη φασκόμηλου με σημαντικές διαφορές ως προς τη σύσταση των αιθέριων ελαίων και των δραστικών συστατικών τους. Η ρίγανη στη Βόρεια Ελλάδα έχει 2%-4% αιθέριο έλαιο, ενώ το ίδιο είδος της Κρήτης μπορεί να φτάνει και στο 8,5%.
Προστιθέμενη αξία


«Το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και μάλιστα με έναν υπουργό επιστήμονα, ειδικό στα θέματα αυτά όπως ο καθηγητής Αθανάσιος Τσαυτάρης, θα πρέπει να προσπαθήσει αυτούς τους διαφορετικούς χημειότυπους των αρωματικών φυτών να τους καταχωρίσει σε έναν Εθνικό Κατάλογο. Ετσι, όταν οι γεωργοί ζητούν πολλαπλασιαστικό υλικό, ανάλογα με την περιοχή, θα μπορούμε να δίνουμε το κατάλληλο είδος και χημειότυπο» σημειώνει η κυρία Μαλούπα.
Στη συνέχεια εξηγεί και το πώς θα επιτευχθεί αυτό: «Αυτό θα το πετύχουμε συνεργαζόμενοι με τα ερευνητικά ινστιτούτα, με τους φυτωριούχους οι οποίοι μπορούν να κάνουν μαζική αναπαραγωγή, και με τα πανεπιστήμια. Στο δικό μας Εργαστήριο Προστασίας και Αξιοποίησης Αυτοφυών και Ανθοκομικών Ειδών έχουμε 2.500 κωδικούς. Αν φτιάξουμε έναν Εθνικό Κατάλογο, θα δώσουμε τη δυνατότητα στους ιδιώτες να κάνουν επισήμως αναπαραγωγή. Να πάρουν, π.χ., έναν χημειότυπο ρίγανης, να τον αναπαραγάγουν και να του δώσουν ένα όνομα. Ετσι ο παραγωγός δεν θα παράγει απλώς ρίγανη αλλά την τάδε ρίγανη, η οποία έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και ιδιότητες».
Σπόροι αποτυχίας


Σήμερα ο γεωργός ο οποίος θέλει να καλλιεργήσει αρωματικά και φαρμακευτικά φυτά πρέπει να απευθυνθεί στον τοπικό γεωπόνο, ο οποίος όμως μπορεί να τον προμηθεύσει με σπόρους από την Ιταλία, τη Βουλγαρία ή από αναξιόπιστες πηγές, γεγονός που ενδέχεται να οδηγήσει σε αποτυχία της καλλιέργειας. Και αυτό διότι, όπως εξηγεί η κυρία Μαλούπα, τις περισσότερες φορές ο «σπόρος» είναι ακατάλληλος. «Για παράδειγμα, η ιταλική ρίγανη μπορεί να μην έχει καθόλου έλαιο» υποστηρίζει.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση ενός καλλιεργητή ρίγανης στη Σαντορίνη ο οποίος πέρυσι μεταφύτευσε σπορόφυτα προερχόμενα από φυτώριο. Εναν χρόνο μετά όμως η καλλιέργειά του εμφανίζει γενετική παραλλακτικότητα και τουλάχιστον τέσσερις διαφορετικούς τύπους φυτού, με συνέπεια να μην έχει ομοιομορφία στην παραγωγή του καθώς άλλα φυτά είναι ανθισμένα, άλλα έχουν λιγότερο άρωμα, άλλα δεν έχουν ανθίσει καθόλου, με συνέπεια να αντιμετωπίζει πρόβλημα στην παραγωγή.
Παράλληλα η έλλειψη Εθνικού Καταλόγου στερεί από τα εργαστήρια του κράτους πολύτιμα έσοδα καθώς δεν μπορούν να πωλούν σε ιδιωτικά φυτώρια πολλαπλασιαστικό υλικό για αναπαραγωγή. «Εχουμε πολλά αιτήματα από φυτωριούχους εδώ και ενάμιση χρόνο. Μας ζητούν το μητρικό φυτό και το πρωτόκολλο αναπαραγωγής αλλά δεν μπορούμε να το δώσουμε» τονίζει η κυρία Μαλούπα.
Η αγορά των φυτών


Οι ετήσιες εξαγωγές αρωματικών – φαρμακευτικών φυτών στην Ευρώπη φτάνουν τους 88.600 τόνους, με τη Γερμανία να κατέχει την πρώτη θέση με 18%. Ακολουθούν η Γαλλία και η Βουλγαρία.
Αλλά και στις εισαγωγές κυριαρχεί η Γερμανία με 44.250 τόνους ετησίως. Μάλιστα οι εισαγωγές αρωματικών φυτών στις ευρωπαϊκές χώρες γίνονται ολοένα περισσότερο από άλλες χώρες της Ευρώπης, ενώ παλιότερα τις ανάγκες κάλυπταν κράτη της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής. «Η νέα νομοθεσία για τη διασφάλιση της ποιότητας κάνει τους ευρωπαίους παραγωγούς περιζήτητους καθώς η ποιότητα των προϊόντων είναι ανώτερη σε σχέση με τα αντίστοιχα αρωματικά φυτά της Κίνας» αναφέρει η κυρία Μαλούπα.
Τα τελευταία χρόνια στις ανεπτυγμένες χώρες η ζήτηση για φάρμακα, καλλυντικά, διαιτητικά προϊόντα, ροφήματα, αρωματοθεραπευτικά έλαια με συστατικά φυτικής προέλευσης διαρκώς αυξάνεται. Σύμφωνα με την κυρία Μαλούπα, στη Γερμανία η κατανάλωση «φυσικών» φαρμάκων έχει αυξηθεί κατά 25% εις βάρος των συμβατικών φαρμάκων.
Η ισχύς εν τη ενώσει


Τα θεμέλια για την ανάπτυξη του κλάδου των ελληνικών αρωματικών και φαρμακευτικών φυτών φιλοδοξεί να βάλει η Ενωση Αρωματικών Φαρμακευτικών Φυτών Ελλάδας (Association for Medical and Aromatic Plants of Greece), η ίδρυση της οποίας μπαίνει στην τελική ευθεία.
Οπως επισημαίνει ένα από τα μέλη της Ομάδας Πρωτοβουλίας, η γεωπόνος – βιοτεχνολόγος, ειδική στην αναπαραγωγή φυτών, κυρία Κατερίνα Γρηγοριάδου, στην επόμενη συνάντηση που θα γίνει στις 8 Ιουνίου στη Λάρισα για την παρουσίαση του Καταστατικού της νέας Ενωσης αναμένεται να υπάρξει συμφωνία για την ίδρυσή της.
Στόχος είναι να συμπεριλάβει όλους τους συντελεστές του κλάδου (παραγωγούς πολλαπλασιαστικού υλικού, καλλιεργητές, μεταποιητές κ.ά.) και να προωθήσει τα αρωματικά – φαρμακευτικά φυτά στη διεθνή αγορά, να δημιουργήσει πλατφόρμα επικοινωνίας με την Ενωση Ευρωπαίων Καλλιεργητών αρωματικών φυτών, πιέζοντας για την επίλυση των βασικών προβλημάτων του κλάδου, τα οποία σχετίζονται με τις καταγραφές, τη δημιουργία Εθνικού Καταλόγου, την έρευνα κτλ.
Προνομιούχα και ελληνικά


Τις τελευταίες δεκαετίες έγινε μια σειρά προσπαθειών – αποτυχημένων στην πλειονότητά τους – να επεκταθεί η καλλιέργεια των αρωματικών φυτών στη χώρα μας. Οι λόγοι αποδίδονται στην έλλειψη επιχειρηματικής στρατηγικής και υποδομών. Εν τούτοις, όπως εκτιμά η δρ Ελένη Μαλούπα, μπορούν να καλλιεργηθούν σε επιχειρηματική βάση.
Στην Ελλάδα από τα 39 εκατ. στρέμματα καλλιεργήσιμης γης μόνο στα 17.000 στρέμματα καλλιεργούνται αρωματικά και φαρμακευτικά φυτά. Η καλλιέργειά τους πάντως θα μπορούσε να εξελιχθεί σε έναν από τους δυναμικούς τομείς γεωργικής παραγωγής. Αυτό φαίνεται από την εμπορική επιτυχία του κρόκου Κοζάνης και της μαστίχας Χίου, τα οποία αποτελούν τα δύο κορυφαία προϊόντα του κλάδου. Σε αυτό βεβαίως βοήθησε αφενός ο χαρακτηρισμός τους ως ΠΟΠ (Προϊόν Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης) και αφετέρου το γεγονός ότι έχουν οργανωμένη παραγωγή, επεξεργασία, τυποποίηση και εμπορία.
Εξίσου καλή πορεία στις αγορές έχει και η καλλιεργημένη ρίγανη. Πολλά είδη αρωματικών – φαρμακευτικών φυτών συλλέγονται όμως απευθείας από τη φύση και διακινούνται στην αγορά, αν και έχουν ιδιαίτερα περιορισμένη εξάπλωση. Οσον αφορά το τσάι του βουνού, όπως λέει στο «Βήμα» η κυρία Μαλούπα, το είδος Sideritis clandestina είναι ενδημικό στην Πελοπόννησο, ενώ το Sideritis euboea και το Sideritis syriaca subsp. Syriaca αυτοφύονται αποκλειστικά στην Εύβοια και στην Κρήτη αντίστοιχα.
Η ελληνική χλωρίδα είναι πλουσιότατη και περιλαμβάνει έναν ιδιαίτερα αξιόλογο αριθμό σπάνιων ειδών που απαντούν μόνο στον ελλαδικό χώρο. Ετσι εμφανίζονται στη χώρα μας ως αυτοφυή είδη μερικά από τα πλέον εξαιρετικά μπαχαρικά, βότανα και αρωματικά φυτά στον κόσμο, όπως η ρίγανη, το θυμάρι, το τσάι του βουνού, η μέντα, το φασκόμηλο, ο δίκταμος και πολλά άλλα. Δεν είναι τυχαίο ότι η εταιρεία που παρασκευάζει το Martini αγοράζει σχεδόν όλη την εγχώρια παραγωγή δικτάμου.
Υπάρχουν ωστόσο σοβαροί κίνδυνοι που απειλούν την ποικιλότητα αυτών των ειδών τόσο στην Ελλάδα όσο και σε παγκόσμια κλίμακα. Ερευνες δείχνουν ότι πολλά από τα αρωματικά και φαρμακευτικά φυτά (ενδημικά, σπάνια, απειλούμενα και μη) συλλέγονται με ληστρικό τρόπο απευθείας από τη φύση (από αυτοφυείς πληθυσμούς) δίχως έλεγχο. Οι συλλογές αυτές γίνονται από ιδιώτες (Ελληνες και αλλοδαπούς) παράνομα και με τρόπο που δεν επιτρέπει τη φυσική αναγέννησή τους καθώς συχνά τα φυτά ξεριζώνονται.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Κοινωνία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk