«Μας δουλεύουν; Μας κοροϊδεύουν; Τι στο διάβολο συµβαίνει;» ρωτά, κατακόκκινη από οργή, η Ελίζαµπεθ τον σύζυγό της, βασιλιά Γεώργιο Στ’ της Αγγλίας. Της είναι αδύνατον να χωνέψει το γεγονός ότι η οικογένεια του αµερικανού προέδρου, Φραγκλίνου Ρούζβελτ, που τους φιλοξενεί στην έπαυλή της, το καλοκαίρι του 1939, πρόκειται να διοργανώσει πικνίκ µε κυρίαρχο «πιάτο» το hot dog.
Η Ελίζαµπεθ είναι πεπεισµένη ότι οι υποψίες της είναι δικαιολογηµένες. Κάποια ύποπτη σηµειολογία κρύβεται πίσω από την επιλογή του συγκεκριµένου µενού. Και ο φουκαράς ο Γεώργιος, καταπιεσµένος, αγχωµένος και µέσα σε όλα και τραυλός, προσπαθεί να εξηγήσει στη σύζυγό του ότι δεν τρέχει τίποτε. Ο ίδιος ο Ρούζβελτ τα χάνει όταν του µεταφέρουν τη… διαµαρτυρία. «Ποιο είναι το πρόβληµα; Το hot dog είναι απλώς ένα πολύ καλό σνακ για πικνίκ».
Τελικά, παρά τις αντιρρήσεις της, θα το φάνε οι Εγγλέζοι το hot dog. Και όχι ένα, αλλά πολλά. Γιατί; Μα επειδή είναι νόστιµα. Μάλιστα, θα προηγηθεί και µια µικρή «επανάσταση» του βασιλιά προς τη µέγαιρα γυναίκα του. «Οχι µόνο θα το φάω, αλλά θα γεµίσω µε λουκάνικα τα ρουθούνια µου, τα αφτιά µου, το στόµα µου. Για να δει όλος ο κόσµος ότι, ναι, ο βασιλιάς της Αγγλίας τρώει hot dog!».
Δεν γνωρίζω κατά πόσο έπαιξε ρόλο το hot dog στην «ένωση, αλλά και στην ιδιαίτερη σχέση που από το 1939 άρχισε να αναπτύσσεται ανάµεσα στην Αµερική και στην Αγγλία», όπως διαβάζουµε στους τίτλους τέλους της κωµωδίας του Ρότζερ Μισέλ «Σαββατοκύριακο στο Χάιντ Παρκ», όπου εκτυλίσσονται όλα τα παραπάνω. Ξέρω όµως ότι, µόλις τέλειωσε η ταινία, πολύ το ήθελα ένα hot dog.



