Οι προεδρικές εκλογές στην Κυπριακή Δημοκρατία δημιουργούν ελπίδες για επίλυση του Κυπριακού από την εκλογή του Γιώργου Βασιλείου το 1988 και μετά (σημειώνω ότι ο Πρόεδρος της Κύπρου έχει τη μεγαλύτερη ισχύ από οποιονδήποτε πρόεδρο δυτικής δημοκρατίας). Η επιλογή όμως ενός προέδρου ο οποίος, με περίσσια αίσθηση ευθύνης, θα προσπαθήσει να επιλύσει το Κυπριακό με διαπραγματεύσεις με τους Τουρκοκυπρίους με στόχο τη διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία στη βάση της νομικής ισότητας μεταξύ των δύο κοινοτήτων της Κύπρου δεν είναι δεδομένη. Τον Φεβρουάριο του 2003 η έλευση του αδιάλλακτου Τάσσου Παπαδόπουλου, που έτρεφε περιφρόνηση και απέχθεια για τους Τουρκοκυπρίους, ανέστειλε την επίλυση σε «βάθος χρόνου», δηλαδή στην ουσία στις ελληνικές καλένδες, με προφανή κίνδυνο η απαράδεκτη διχοτόμηση να γίνει οριστική.
Από τους τρεις κύριους υποψηφίους οι δύο, ο Νίκος Αναστασιάδης (Δημοκρατικός Συναγερμός) και ο Σταύρος Μαλάς (ΑΚΕΛ), έχουν τη θέληση και την ικανότητα να κάνουν την υπέρβαση και να προχωρήσουν σε επίλυση ει δυνατόν με την εμπλοκή και της Τουρκίας (εννοείται μιας Τουρκίας που θα είναι εποικοδομητική στο Κυπριακό, όπως ήταν το 2004 στο Μπούντερστοκ). Ο τρίτος υποψήφιος Γιώργος Λιλλήκας εμφανίζεται μη ρεαλιστής και αδιάλλακτος επιμένοντας στο να ξεκινήσει τις διαπραγματεύσεις από μηδενικό σημείο (όπως οι εν Ελλάδι εθνικιστές του Α. Σαμαρά που θέλουν, εξωπραγματικά, διάλογο για το Αιγαίο με την Αγκυρα από μηδενική βάση και αφού προηγηθούν ελληνικά τετελεσμένα γεγονότα σε σχέση με την ΑΟΖ!).
Ωστόσο ακόμη και η επιλογή ενός μετριοπαθούς ηγέτη με όραμα για την Κύπρο και την επίλυση του Κυπριακού δεν εξασφαλίζει την πορεία προς τη λύση. Υπάρχει από τη μία η αδιαλλαξία και της άλλης πλευράς, όπως με τον Ντενκτάς επί προεδρίας Βασιλείου και της δεύτερης προεδρίας Κληρίδη (στην πρώτη ακόμη και ο μετριοπαθής Γλαύκος Κληρίδης έφτασε στο σημείο να ενταφιάσει τις Ιδέες Μπούτρος-Γκάλι, να παραγγείλει τους S-300 κτλ.). Από την άλλη, έχουμε το παράδειγμα του Δημήτρη Χριστόφια, ο οποίος ήρθε με τις καλύτερες προθέσεις και δήλωσε ότι ο πρωταρχικός στόχος της προεδρίας του (που, σημειωτέον, θα ήταν χωρίς δεύτερη θητεία) θα ήταν η επίλυση. Η στιγμή ήταν μοναδική γιατί για πρώτη φορά από το 1974 στην ηγεσία της τουρκοκυπριακής κοινότητας βρισκόταν ένας μη εθνικιστής και μη αδιάλλακτος ηγέτης, ο Μεχμέτ Αλί Ταλάτ, ο οποίος επιπλέον ήταν και ιδεολογικά πολύ κοντά στον νέο Πρόεδρο της Κύπρου. Ηταν η πρώτη φορά στην ιστορία του Κυπριακού από τα ματωμένα Χριστούγεννα του 1963 που και οι δύο κοινότητες είχαν ηγέτες μετριοπαθείς (και όχι απορριπτικούς και εθνικιστές) που ειλικρινά επιθυμούσαν επίλυση «θετικού αθροίσματος» χωρίς νικητές και ηττημένους.
Οι διαπραγματεύσεις άρχισαν σε γοργό ρυθμό, σε πολλαπλά επίπεδα και οι δύο ηγέτες στα δύο χρόνια των συνομιλιών τους κατάφεραν να βρουν πολλά σημεία σύγκλισης (διακυβέρνηση, διαμοιρασμός της εξουσίας, οικονομικά θέματα, σχέσεις με ΕΕ), με τα σημεία απόκλισης (περιουσιακό, εδαφικό και ασφάλεια – εγγυήσεις) όχι και τόσο αγεφύρωτα, όπως παρουσιάζονται στα κυπριακά ΜΜΕ. Ωστόσο ο Χριστόφιας δίστασε κυρίως για να μη δυσαρεστήσει τους απορριπτικούς του εταίρους, το ΔΗΚΟ και την ΕΔΕΚ, και δεν είπε το «Μεγάλο Ναι». Επίσης το ελληνοκυπριακό κοινό και τα ΜΜΕ (με ορισμένες εξαιρέσεις) συνέχιζαν να δαιμονοποιούν τη λογική του Σχεδίου Αναν και είχαν φτάσει στο σημείο να θεωρούν ακόμη και τον Ταλάτ άλλον Ντενκτάς! Ο δε Χριστόφιας έκανε το μεγάλο λάθος να μην ενημερώνει το ελληνοκυπριακό κοινό για τη θετική εξέλιξη των συνομιλιών (κάτι που επεσήμανε στις εκθέσεις του προς το Συμβούλιο Ασφαλείας ο ΓΓ του ΟΗΕ). Στη συνέχεια η δυναμική χάθηκε, ειδικά όταν την ηγεσία των Τουρκοκυπρίων ανέλαβε ο απορριπτικός και εθνικιστής Ερογλου. Αρχικά ο Ερογλου πιέστηκε από τον Ερντογάν να είναι συνεργάσιμος και να επιδιώξει επίλυση, αλλά στη συνέχεια, καθώς ο Ερντογάν (υπό την επήρεια του Νταβούτογλου) απέβη μεγαλομανής και αυταρχικός, χωρίς ενδιαφέρον για ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ, οι συνομιλίες πάγωσαν.
Η πρόσφατη αποκάλυψη μεγάλου κοιτάσματος υδρογονανθράκων νοτίως της Κύπρου (το «δώρο της Αφροδίτης», όπως έχει λεχθεί) θα μπορούσε να αποτελέσει καταλύτη για την επίλυση, με δεδομένη την οικονομική κατάσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Μια επανενωμένη Κύπρος θα έδινε άλλες προοπτικές στη χειμαζόμενη κυπριακή οικονομία. Ως σήμερα όμως οι περισσότεροι Ελληνοκύπριοι δεν φαίνεται να έχουν τη διάθεση να μοιραστούν τον μελλοντικό πλούτο τους με τους τουρκοκύπριους αδελφούς τους. Προφανώς η δυσάρεστη οικονομική κατάσταση οδηγεί σε μικροψυχία αντί της απαιτούμενης μεγαλοψυχίας. Ας ελπίσουμε ότι αυτή η κοντόφθαλμη νοοτροπία θα αλλάξει υπό τη νέα ηγεσία του Αναστασιάδη ή του Μαλά. Αλλωστε χωρίς επίλυση του Κυπριακού η εξόρυξη και η μεταφορά στην Ευρώπη θα είναι προβληματική (αντί της πλησιέστερης και ασφαλέστερης μέσω Τουρκίας, θα πρέπει να γίνει σε υγρή μορφή με ειδικευμένα και επισφαλή πλοία).
Ο κ. Αλέξης Ηρακλείδης είναι καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και συγγραφέας των βιβλίων Το Κυπριακό: Σύγκρουση και επίλυση (Ι. Σιδέρης, 2002) και Το Κυπριακό πρόβλημα 1947-2004: Από την Ενωση στη διχοτόμηση; (Ι. Σιδέρης, 2006).

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ