• Αναζήτηση
  • Γιάννης Χουβαρδάς: «Φεύγω από το Εθνικό, εκτός αν…»

    Ο Γιάννης Χουβαρδάς ανέλαβε τη διεύθυνση του Εθνικού Θεάτρου τον Απρίλιο του 2007. Εξι χρόνια μετά ετοιμάζεται να αποχωρήσει, μια που και η δεύτερη θητεία του ολοκληρώνεται τον Μάιο.

    Ο Γιάννης Χουβαρδάς ανέλαβε τη διεύθυνση του Εθνικού Θεάτρου τον Απρίλιο του 2007. Εξι χρόνια μετά ετοιμάζεται να αποχωρήσει, μια που και η δεύτερη θητεία του ολοκληρώνεται τον Μάιο. Ο καλλιτεχνικός διευθυντής της πρώτης θεατρικής σκηνής της χώρας μιλάει στο «Βήμα» για τις αποφάσεις που έχει λάβει, για τους συναδέλφους του που ενδιαφέρονται να τον διαδεχθούν, για τις δυσκολίες και τα προβλήματα που αντιμετώπισε, για τον «πόλεμο», την κριτική και την περιπέτεια της πολυσυζητημένης «Οδύσσειας»…
    Με τη μελαγχολία που ακολουθεί κάθε σχέση που τελειώνει, ο Γιάννης Χουβαρδάς δείχνει έτοιμος να εγκαταλείψει το Εθνικό. Εκτός αν…
    Κύριε Χουβαρδά, μετά την «Οδύσσεια» και την τριλογία του Ο’Νιλ, που θα ανεβάσετε στα μέσα Φεβρουαρίου, κλείνει ο κύκλος σας στο Εθνικό;
    «Αναμφισβήτητα».

    Πότε έκλεισε για εσάς το θέμα και πότε καταλάβατε τις προθέσεις του υπουργείου Πολιτισμού;
    «Για εμένα αυτό συνέβη στον σχεδιασμό του προγραμματισμού της διετίας 2011 – 2013. Στο υπουργείο διαχρονικά υπήρχε θετική στάση απέναντι στη θητεία μου στο Εθνικό Θέατρο και στη συνέχισή της. Ακόμη και όταν επί Παύλου Γερουλάνου είχε υπάρξει ένα κενό και είχαν οργιάσει οι φήμες, ποτέ εγώ δεν είχα πάρει κανένα αρνητικό μήνυμα. Το ίδιο συμβαίνει και τώρα. Η δική μου η πρόθεση ήθελα να είναι σαφής, γιατί εγώ θέλω να είμαι επαγγελματίας και να λειτουργώ με βάση όσα ξέρω από την εμπειρία μου στο εξωτερικό. Δηλαδή, τα πράγματα να ξεκαθαρίζουν νωρίς, να ορίζεται εγκαίρως ο διάδοχος, να γίνεται ομαλά η αλλαγή σκυτάλης… Εγώ είχα την ατυχία να έρθω μετά τον θάνατο του Νίκου Κούρκουλου και να πέσω στα βαθιά».

    Υπάρχει περίπτωση παράτασης της θητείας σας;
    «Κυρίως λόγω της «Οδύσσειας» θα έβλεπα θετικά, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, να μείνω για ένα μικρό χρονικό διάστημα ακόμα, ώστε να συνεχίσει ομαλά το ταξίδι της η παράσταση. Για μία συμφωνία στο εξωτερικό ξημεροβραδιαζόμαστε επί μακρόν. Δεν ξέρω πώς μπορεί να το κάνει κάποιος αυτό που δεν έχει εξοικειωθεί με την παράσταση. Αυτός είναι και ο μόνος λόγος».

    Εχει γίνει κάποια σχετική κρούση από τον υπουργό;
    «Οχι. Εγώ του το έχω κοινοποιήσει προφορικώς».

    Σε ποια φάση βρίσκεται ο προγραμματισμός για το καλοκαίρι, αλλά και για τη σεζόν 2013 – 2014;
    «Αυτό το θέμα με απασχολεί πάρα πολύ. Για το καλοκαίρι αισθάνομαι σχεδόν υποχρεωμένος να κινήσω ορισμένες διαδικασίες για να υπάρχει ένα πρόγραμμα».

    Εχετε ξεκινήσει;
    «Σκέψεις. Εχω ξεκινήσει σκέψεις με τους συνεργάτες μου. Και μόνον. Δεν μπορεί να μείνει κανένας με σταυρωμένα τα χέρια και να αφήσει έκθετο το Εθνικό…».

    Εάν πέρυσι τέτοια εποχή σας είχε προτείνει το υπουργείο να ανανεωθεί η θητεία σας για μία ακόμα τριετία θα είχατε δεχτεί;
    «Δεν είναι θέμα υπουργείου. Θα είχα την ίδια στάση. Αν όμως τα πράγματα ήταν διαφορετικά, αν δεν ήμασταν βουτηγμένοι σε τέτοια βαθιά κρίση, αν δεν είχαμε αυτή την πολιτική αστάθεια που έχουμε, όπου αλλάζουν συνεχώς οι υπουργοί και εκείνος που ορίζεται δεν ξέρει τι αρμοδιότητες έχει και μαζί με όλα αυτά έχουμε και τις συνεχείς αυξανόμενες περικοπές (σ.σ.: από τα 9 εκατ. ευρώ, έχει φθάσει η χρηματοδότηση για το 2013 τα 6,3 εκατ. ευρώ)… Είναι πολύ σοβαρή η μείωση και αν, δυστυχέστατα, δεν είχαν μειωθεί οι μισθοί, αυτή τη στιγμή δεν ξέρω πού θα ήμασταν».

    Δηλαδή, το θέμα είναι κυρίως πρακτικό;
    «Πέρα από αυτό όμως το μέλλον και το περιβάλλον γύρω μας είναι τόσο ασταθή που δεν ευνοεί το να πω ότι κάθομαι άλλα τρία χρόνια. Δεν βγαίνει το πράγμα… Αν όμως ερχόταν κάποιος και έλεγε ότι επιστρέφουμε στα 8 εκατ. ευρώ επιχορήγηση, ότι σε θωρακίζουμε για τα επόμενα τρία χρόνια και σου δίνουμε ένα διοικητικό συμβούλιο με το οποίο θα μπορείς να συνεργαστείς, τότε θα το συζητούσα».

    Με το ΔΣ τι συνέβη; Δεν έχει διοριστεί ΔΣ στο Εθνικό εδώ και έξι μήνες…
    «Δεν είναι το μόνο που δεν διορίστηκε. Αυτή τη στιγμή εγώ αναλαμβάνω την ευθύνη για τα πάντα που συμβαίνουν στο Εθνικό, ενώ δεν είναι μέσα στις αρμοδιότητές μου. Από την αρχή της θητείας μου και για διάφορους λόγους βάζω το κεφάλι μου στον ντορβά, αλλά πλέον το πράγμα έχει φθάσει σε ακραία κατάσταση».

    Αξιζε τελικά τον κόπο όλο αυτό, κύριε Χουβαρδά;
    «Ναι, σαφώς άξιζε. Μου έχει δημιουργήσει διάφορα μη ορατά προβλήματα, αλλά άξιζε τον κόπο. Το λέω με βαθιά συναίσθηση».

    Ενδιαμέσως μετανιώσατε;
    «Ναι, πέρασα τις φάσεις που θα ήθελα να έχω φύγει. Τελικά, ένας λόγος που θέλω να φύγω είναι και αυτή η συσσωρευμένη κούραση από τις πολλές αναποδιές, από τις πολλές δυσκολίες, από τα εμπόδια που ήταν πολλές φορές βουνό».

    Τελικά, πιστεύετε ότι σας έγινε «πόλεμος»;
    «Οχι οργανωμένος. Υπήρχαν διάφορες μάχες χαρακωμάτων κατά καιρούς, που τις θεωρώ ανόητες εκ μέρους των ανθρώπων που τις προκάλεσαν ή τους αναγνωρίζω το δικαίωμα να είχαν διαφορετική γνώμη από εμένα».

    Νιώσατε ότι κάποιοι ήθελαν να πάρουν τη θέση σας;
    «Εγώ δεν μιλάω για «ανταγωνιστές καλλιτέχνες», γιατί δεν το έβαλα ποτέ σε αυτή τη βάση. Αναφέρομαι σε ανθρώπους που μίλησαν αρνητικά για εμένα σε συνεντεύξεις τους και εγώ σε σταθερή βάση τους καλούσα να σκηνοθετήσουν στο Εθνικό Θέατρο. Δεν μπήκα ποτέ σε αυτόν τον ανταγωνισμό. Μιλάω όμως για κάποιες εστίες στον Τύπο, στην πολιτική, σε διάφορα λόμπι».

    Μέσα στις δύο θητείες σας, το πολιτικό κομμάτι πόσο σας δυσκόλεψε;
    «Προσωπικά είχα μια απόσταση, χωρίς να ξέρω τις διαδικασίες που πέρασαν εκείνοι. Πέρασα τρεις διαφορετικές καταστάσεις (Νέα Δημοκρατία, ΠαΣοΚ, σημερινή κυβέρνηση). Δεν ένιωσα ότι υπήρχε η τάση να μου πουν «δεν μας κάνεις». Κομματικά άλλωστε δεν είχα καμία σχέση με κανέναν. Από τον Βουλγαράκη που με έβαλε, κι ας μην τον ήξερα, πέρασα στον Λιάπη, με τον οποίο συμπτωματικά ήμασταν συμμαθητές, κι ύστερα στον Σαμαρά, τον οποίο γνώριζα επίσης από το σχολείο. Και όταν ήρθε ο Γερουλάνος, τον οποίο δεν ήξερα καθόλου, μας πήρε λίγο χρόνο να συμπλεύσουμε, αλλά τα καταφέραμε. Τώρα, ο νυν υπουργός Πολιτισμού, ο Τζαβάρας, είναι ένας πολύ αξιόλογος άνθρωπος, με τον οποίο υπάρχει αλληλοσεβασμός».
    Τι ακούτε για τους μνηστήρες;
    «Είναι αστεία και η λέξη. Ωστόσο, έχω να πω ότι αυτή η θέση, η θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή, δεν είναι θρόνος, αλλά ηλεκτρική καρέκλα».

    Σας ενοχλεί που τα ονόματα των διαδόχων ακούγονται εδώ και καιρό;
    «Φυσικά και με ενοχλεί ως κατάσταση, αλλά στην Ελλάδα ζούμε. Αυτά τα πράγματα θα έπρεπε να τελειώνουν εν τη γενέσει τους».

    Πιστεύετε ότι οι συνεργασίες σας στο εξωτερικό έπαιξαν αρνητικό ρόλο στην παραμονή σας στο Εθνικό;
    «Προσωπικά δεν είχα ποτέ μου γαντζωθεί από την καρέκλα. Αυτή είναι η μεγάλη ελευθερία που επιφυλάσσω στον εαυτό μου. Πάντα, ακόμα και στο Αμόρε, θεωρούσα τον εαυτό μου περαστικό. Μόνον έτσι βλέπεις τη ζωή όπως πραγματικά είναι. Ούτε εγκλωβίζεσαι ούτε ιδρυματοποιείσαι».
    Νιώθετε πίκρα, στεναχώρια;
    «Οχι, καθόλου. Αισθάνομαι πλήρης. Αισθάνομαι ότι έχω κάνει την πρότασή μου για το πώς πρέπει να διοικείται ένα Εθνικό Θέατρο, με τα λάθη μου και τις επιτυχίες μου. Χρωστάω το 99% στους εργαζομένους, στους συνεργάτες μου, στους καλλιτέχνες και στο κοινό που ανταποκρίθηκε».

    Μετανιώσατε για κάτι;
    «Αυτό και να έχει συμβεί δεν θα το πω ποτέ. Είμαι πιστός στις επιλογές μου, όχι επειδή είναι δικές μου, αλλά επειδή οι άνθρωποι που ήρθαν εδώ ήρθαν για να στηρίξουν τις προσπάθειες και αν απέτυχαν, γιατί είχαμε και αποτυχίες, αλίμονο, δεν ήταν στο χέρι τους…».

    Θα λέγατε σε κάποιον «Ναι, πέτυχα»;
    «Δεν θέλω να χρησιμοποιήσω τη λέξη «πέτυχα». Θα έλεγα λοιπόν ότι οι δύο θητείες εδώ πήγαν το Εθνικό Θέατρο μισό βήμα μπροστά…».

    Πώς βλέπετε τον εαυτό σας μετά;
    «Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, για να μην πω «ποτέ ξανά», δεν θα ήθελα να ξεκινήσω πάλι ένα θέατρο από την αρχή, ιδίως υπό αυτές τις συνθήκες. Νομίζω ότι το Εθνικό είναι ό,τι καλύτερο και ό,τι σημαντικότερο με το οποίο θα μπορούσα να έχω ασχοληθεί στη χώρα μου. Από εδώ και πέρα, ως ελεύθερος επαγγελματίας και με πολύ αυστηρές επιλογές, θα κάνω πράγματα που γουστάρω».

    Αν μένατε άλλη μία τριετία στο Εθνικό, ποιος θα ήταν ο στόχος σας;
    «Εχοντας κατακτήσει ορισμένα πράγματα, θα έθετα τις βάσεις ώστε το εναλλασσόμενο ρεπερτόριο να μπορεί να είναι εναλλασσόμενο σε βάθος χρόνου».

    Επί των ημερών σας τι κέρδισε το Εθνικό;
    «Δεν θα ήθελα να το κρίνω εγώ, ας το κρίνουν άλλοι. Μπορεί να κριθεί και αργότερα. Πιστεύω ότι είχα διαφορετικό προσανατολισμό. Πριν από εμένα υπήρχαν μεγάλες κινήσεις, μεγάλα ταξίδια. Εγώ προσπάθησα να το προσανατολίσω περισσότερο προς την Ευρώπη, εκεί όπου εξακολουθούν να υπάρχουν θεσμοί που ευνοούν την αρχή των ανταλλαγών και την ανταλλαγή δημιουργικότητας».

    «Οδύσσεια»: Ποια είναι η γεύση που σας αφήνει;
    «Η γεύση είναι καλή κυρίως από το κοινό. Γιατί είχαμε ένα μπαράζ αρνητικών κριτικών…».
    Πώς το εξηγείτε;
    «Ειλικρινά δεν θέλω να μπω σε αυτό. Η επίσημη κριτική σε πολύ μεγάλο ποσοστό ήταν αρνητική, αλλά πολλοί δημοσιογράφοι, που γράφουν σχόλια ή κριτική, ήταν θετικοί. Το επισημαίνω χωρίς να το εξηγώ. Από την άλλη, όταν υπάρχει μία τόσο αποστομωτική παρουσία κοινού και αντιδράσεις μέσα στην ίδια την παράσταση για όλο αυτό το διάστημα, αυτό κάτι σημαίνει. Ας το αξιολογήσει ο καθένας όπως θέλει. Και προσθέτω: όσα θέατρα από το εξωτερικό έστειλαν εκπροσώπους για να δουν την παράσταση, την αγόρασαν. Και μιλάμε για θέατρα που έχουν ανεβάσει Μπομπ Γουίλσον…».

    Συγκεκριμένα;
    «Πλην του Μιλάνου, που είναι συμπαραγωγός, έχουμε το Αμβούργο, το Λονδίνο, το Παρίσι και αυτές τις μέρες θα έρθουν από την Ουάσιγκτον και το Μόναχο».

    Οικονομικά, ποιο θα είναι το όφελος του Εθνικού;
    «Θα υπάρχει κέρδος, αλλά αυτή τη στιγμή δεν μπορώ να το υπολογίσω με ακρίβεια. Μόλις ολοκληρωθεί η πορεία της «Οδύσσειας» στην Αθήνα, θα δώσουμε όλα τα στοιχεία για την εδώ παραγωγή».

    Η τελευταία σκηνοθεσία
    Η τελευταία σκηνοθεσία του Γιάννη Χουβαρδά στο Εθνικό αφορά στην τριλογία του Ευγένιου Ο’ Νιλ «Το πένθος ταιριάζει την Ηλέκτρα». Ο ίδιος λέει σχετικά με το έργο και την παράσταση: «Ομολογώ ότι δεν το είχα καν διαβάσει. Οπότε, όταν το διάβασα κατάλαβα πόσο ταιριάζει στη διετία του Εθνικού με τον τίτλο «Τι είναι η πατρίδα μας», αλλά και πόσο με ενδιαφέρει να το κάνω. Οχι μόνο γιατί είναι μια παραλλαγή της «Ορέστειας» του Αισχύλου σε άλλο κλειδί, αλλά γιατί είναι ένας συγγραφέας και ένα είδος γραφής που δεν θα περίμενε κανείς ότι θα ασχοληθώ. Δεν είμαι ιδιαίτερα φίλος του αμερικανικού θεάτρου. Ωστόσο, «Το πένθος» αναφέρεται πάρα πολύ στο κλειστό κύκλωμα της οικογένειας και με αυτή την έννοια είναι αυτοβιογραφικό. Εχει σχέση με την αμερικανική οικογένεια και με την κοινωνική ιστορία. Στις ρίζες της δραματουργίας του είναι κρυμμένο ένα θέμα που με απασχολεί τελευταίως όλο και περισσότερο και έχει να κάνει με έναν αόρατο μηχανισμό που συνθλίβει τις ζωές των ανθρώπων. Είτε αυτός ο μηχανισμός λέγεται Ιστορία, είτε οικογενειακές σχέσεις, είτε είναι ανθρώπινος, είτε θεϊκός, είτε είναι ο πόλεμος. Eίναι ένα σπουδαίο κείμενο, με σπουδαίους ρόλους και έναν καταπληκτικό θίασο φυσικά. Στη συγκεκριμένη παράσταση κάνω ένα παιχνίδι: οι θεατές θα έχουν εκπροσώπους πάνω στη σκηνή, οπότε θα υπάρχει ένα διπλό επίπεδο ανάμεσα στο σήμερα και στο τότε και ανάμεσα στην κυρίως ιστορία – φόνου, αιμομιξίας, εκδίκησης, ανεπίδοτων ερώτων, αυτοκτονιών, τρέλας – που θυμίζει μια εξαιρετικού επιπέδου σαπουνόπερα, και στο επίπεδο των θεατών αυτής της σαπουνόπερας που είναι στο σήμερα».

    πότε & πού:
    Εθνικό Θέατρο – Kτίριο Τσίλλερ, Κεντρική Σκηνή, «Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα». Πρεμιέρα την Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2013 – παραστάσεις ως τις 28.4.13.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Πολιτισμός
    One Channel
    Ο νέος ενημερωτικός τηλεοπτικός σταθμός της Ελλάδας
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk