H σημασία του Νίκου Γκάλη

Τέλη της δεκαετίας του 1970. Ενας κοντός για τα δεδομένα του μπάσκετ (1,83 μ.) μαυριδερός πιτσιρικάς από το Νιου Τζέρσεϊ, ο (πρώην) Νικόλαος Γεωργαλής με καταγωγή από τη Ρόδο, γνωστός ως Νικ Γκάλης, ο γιος ενός τσαγκάρη, παίκτη του μποξ και μετέπειτα ιδιοκτήτη diner, προσπαθεί να αποδείξει πως ξέρει μπάσκετ. Δεν έπαιξε ποτέ επαγγελματικά μποξ – «αλλά πήρα μαθήματα από τον πατέρα μου» –, φλέρταρε με το αμερικανικό ποδόσφαιρο και το χόκεϊ, κατέληξε όμως στο μπάσκετ γιατί «αυτό ένιωθα να ξέρω καλύτερα».

Η αλήθεια είναι ότι έκανε καλή επιλογή. Περνάει την εξώπορτα του Σίτον Χολ με τα εύσημα του πρώτου σκόρερ του NCAA. Θέλει να παίξει στο ΝΒΑ, αλλά δεν τα καταφέρνει. Ο ίδιος διηγείται: «Σε ένα τουρνουά στο Λας Βέγκας έπαιξα με τον Λάρι Μπερντ. Βγήκα πρώτος στις ασίστ. Μετά, ακολούθησε άλλο ένα τουρνουά, στη Χονολουλού. Και πάλι τα πήγα καλά. Με επέλεξαν οι Σέλτικς, αλλά ήμουν κάτω από τον Λάρι Μπερντ. Διάλεξαν αυτόν. Ο μάνατζέρ μου τότε ήταν ο Μπιλ Μάντεν. Ηταν ο καλύτερος στην πιάτσα και γι’ αυτό εξαιρετικά πολυάσχολος. Εκείνη την εποχή είχε αναλάβει την Ντόνα Σάμερ και προσπαθούσε να κλείσει συναυλίες σε όλον τον κόσμο. Δεν με πρόσεξε. Πιστεύω πως αν ήταν διαφορετικά τα πράγματα θα είχα μείνει στο ΝΒΑ και δεν θα έπαιζα ποτέ στην Ελλάδα». Το απωθημένο του ΝΒΑ τού έχει μείνει ακόμη και σήμερα που βρίσκεται στον προθάλαμο του αμερικανικού Hall of Fame. Σπάνια δηλώνει θαυμαστής του αμερικανικού πρωταθλήματος, αν και έχει κρατήσει μια φωτογραφία δίπλα από τον πιτσιρικά Μάικλ Τζόρνταν που είχε εμφανιστεί σχεδόν άγνωστος το 1982 στη Θεσσαλονίκη για το τουρνουά «Δημήτρια». Ο Γκάλης φοράει τζιν, ο Τζόρνταν φόρμα και ο Ελληνας χαμογελάει σαν να νιώθει πως είναι το αφεντικό. Πριν από λίγα χρόνια ο Γκάλης έλεγε: «Δεν με ενθουσιάζει ιδιαίτερα ο Τζόρνταν…».

Το πονεμένο δόντι και η καμπαρντίνα

Η πόρτα του ΝΒΑ έκλεισε, η προοπτική της Ευρώπης άνοιξε. Ο Αρης τον ήθελε, το ίδιο και ο Ολυμπιακός και ο Παναθηναϊκός. Ο Αρης, όμως, έκανε το κάτι παραπάνω για να τον αποκτήσει. Λάδωσε. Ο τότε έφορος της ομάδας, Γιώργος Τσιλιγγερίδης, θυμάται: «Είχα πάει στην Αμερική με την εντολή του προέδρου να φέρω τον Γκάλη πάση θυσία. Ο αμερικανός δικηγόρος, όμως, ήταν σκληρός στις διαπραγματεύσεις. Του έδωσα σε έναν φάκελο 5.000 δολάρια, χωρίς να το δει ο Γκάλης. Από στρυφνός, έγινε χαρούμενος. Την επόμενη ώρα, είχαμε συμφωνήσει».

Ο Γκάλης εμφανίζεται στο αεροδρόμιο Μακεδονία, φορώντας μια καμπαρντίνα, με πονόδοντο και λίγη όρεξη. Είναι η πρώτη φορά που έρχεται στην Ελλάδα. «Θα βάζω σε κάθε παιχνίδι 40 πόντους» μουρμουρίζει προτού πάει στον οδοντίατρο – η πρώτη του ελληνική εμπειρία ήταν η καρέκλα ενός γιατρού. Η δήλωση κρίνεται υπερφίαλη από τις εφημερίδες της εποχής, που δεν γοητεύονται από τον «κοντό με την καμπαρντίνα» όπως έγραψε κάποιος. Η δήλωση κρίθηκε ρεαλιστική λίγο αργότερα.

Η νέα αθλητική κουλτούρα

Εκείνη την εποχή, το μπάσκετ ήταν χόμπι. Λίγοι παίκτες, κακή υποδομή, ακόμη λιγότεροι θεατές. Σταδιακά όλο αυτό άρχισε να αλλάζει. Ο Γκάλης, τη δεκαετία του ’80, γίνεται μια ηλεκτρική, σαρωτική μόδα, μια νέα αθλητική κουλτούρα που αναγκάζει ακόμη και τους κινηματογράφους να αλλάξουν την ημέρα που παίζουν άλλη ταινία από Πέμπτη σε Παρασκευή, καθώς οι Πέμπτες είναι αφιερωμένες σε αυτόν. Η Θεσσαλονίκη απολαμβάνει μια ξεκάθαρη αθλητική υπεροχή σε σχέση με την Αθήνα, με όλη τη σημασία που έχει αυτό για την τοπικιστική εμμονή της πόλης. Ο Αρης γίνεται ευρωπαϊκό σημείο αναφοράς. Το 1985 φτάνει στα ημιτελικά του Κόρατς με την ιταλική Τσάο Κρεμ Βαρέζε. Το 1987 αποκλείεται στο Κύπελλο Πρωταθλητριών από την Τρέισερ Μιλάνου με περίεργο τρόπο. Με δικούς του 44 πόντους κερδίζει στο πρώτο παιχνίδι με 98-67. Στον επαναληπτικό, με τον ίδιο αγνώριστο, ο Αρης αποκλείεται με το 83-49. Πολλά ακούστηκαν για αυτό το παιχνίδι, τίποτε δεν αποδείχθηκε. Από το 1988 μέχρι το 1990 ο Γκάλης οδηγεί την ομάδα σε τρία Final Four (Γάνδη, Μόναχο και Σαραγόσα), αλλά τίτλο δεν καταφέρνει να πάρει. «Ποτέ δεν με ένοιαξε μόνο αυτό. Θα ήθελα να έχω πάρει ευρωπαϊκό τίτλο, αλλά δεν με κυνηγάει κάποιο απωθημένο» δηλώνει ο ίδιος.

Τα αποτελέσματα από μόνα τους δεν έχουν τόση σημασία όσο η ιδιότυπη κουλτούρα που δημιουργεί σταδιακά ο Αρης. Τα γλέντια στη Μαρινέλλα μετά τις ευρωπαϊκές νίκες είναι μυθικά, τραγούδια γράφονται, μύθοι χτίζονται, χρήματα εμφανίζονται. Ο λιγομίλητος, στα όρια του αντικοινωνικού, Γκάλης γίνεται ένα σύμβολο της πόλης. Το 1980 γνωρίζει σε μια εκδήλωση του Αρη την Τζένη Ρήγα με την οποία παντρεύεται αρχικά το 1984 με πολιτικό γάμο στην Αμερική και έπειτα με μια λαμπρή τελετή το 1985, ένα κοσμικό γεγονός της πόλης. Η αντικοινωνικότητά του, λένε άνθρωποι που τον έζησαν από κοντά, δεν ήταν σνομπισμός. «Ηταν περισσότερο φόβος προς την υπερβολική έκθεση. Μακριά από τις κάμερες έκανε πλάκες, γελούσε και συμμετείχε κοινωνικά σε παρέες. Αρκεί να σε γνώριζε. Διαφορετικά, φορούσε το προσωπείο “Γκάλης”» λέει άνθρωπος που μεγάλωσε μαζί του.

Λίγα χρόνια μετά, η αντικοινωνικότητα γίνεται πιο έντονη. Τον Μάιο του 1988, η Τζένη Γκάλη χάνει τη ζωή της σε αυτοκινητικό δυστύχημα στο 447ο χλμ. της Εθνικής οδού Αθήνας – Θεσσαλονίκης. Το Renault 5 που οδηγούσε ξέφυγε από τον έλεγχό της παρασύροντας στον θάνατο και άλλους δύο ανθρώπους. Είχε προηγηθεί ο χωρισμός τους το 1987, ο εγκλεισμός της σε ψυχιατρείο και η έντονη ενασχόληση του Τύπου με την ιστορία του ζευγαριού και τις παρεμβάσεις της διοίκησης του Αρη στη σχέση. Ο Γκάλης εμμέσως κατηγορείται πως είχε ευθύνη για την ψυχολογική κατάρρευση της πρώην συζύγου του, καταθέτει στον εισαγγελέα για την υπόθεση του εγκλεισμού της συζύγου του σε ψυχιατρείο, αλλά δεν μιλάει ποτέ δημόσια για το θέμα.

Ο σιωπηλός ήρωας του ’87

Υπάρχει μια σκηνή από το καλοκαίρι του 1987 που περιγράφει τον Νίκο Γκάλη περισσότερο από ποτέ. Η Ελλάδα είναι στους δρόμους, το Ευρωμπάσκετ έχει κατακτηθεί, η Μελίνα Μερκούρη είναι στην Ομόνοια και ο Γκάλης εμφανίζεται στην τηλεόραση για πρώτη φορά από την έναρξη του τουρνουά. Σε ένα ασφυκτικά γεμάτο στούντιο της ΕΡΤ, όλη η ομάδα χαμογελάει αμήχανα καθώς προσπαθούν να εξηγήσουν πώς νιώθουν. Ο Γκάλης από την αρχή του τουρνουά δεν μιλάει σε κανέναν. Σε εκείνη τη συνέντευξη, με τυπικά λόγια που με το ζόρι βγαίνουν από το στόμα του, ιδρωμένος αλλά ακούνητος, προσπαθεί να εξηγήσει τη σημασία της ομάδας, πως δεν νιώθει ξεχωριστός και άλλα τέτοια κλισέ. Είναι ήρωας, το ξέρει, αλλά δεν θέλει να ξεχωρίσει. Είναι φανερό πως νιώθει άβολα. Τελειώνει τη συνέντευξη και όπως θυμούνται όσοι ήταν εκεί παραμένει αμίλητος για ώρα. Ο Νίκος Γκάλης ποτέ δεν ήθελε να μιλάει πολύ. Ακόμη και τη στιγμή που όλοι παραμιλούσαν με τα κατορθώματά του.

Χρηματιστήριο και κατασκηνώσεις

Ο Νίκος Γκάλης ήξερε να φροντίζει τα χρήματά του. Και να τα διεκδικεί. Οταν πήρε 1 δισεκατομμύριο δραχμές από τον Παναθηναϊκό το 1994 και ρωτήθηκε αν αξίζει τόσα χρήματα, απάντησε με αμερικανική αυτοπεποίθηση: «Αξίζω όσα καταφέρνω να με πληρώσουν». Εκτός από το να τα κερδίζει, ήξερε και πώς να τα διαχειρίζεται. Υπήρχε μια εποχή που δεχόταν κάθε ημέρα γύρω στις 15 διαφορετικές προτάσεις για επιχειρηματικές συνεργασίες» λέει άνθρωπος που ήταν δίπλα του στις δόξες του. Οι περισσότερες είχαν να κάνουν με μπαρ, με εστιατόρια, με εταιρείες ρουχισμού. Ο ίδιος τις απορρίπτει όλες και επενδύει στην εμμονή του: στις κατασκηνώσεις και στη μετάγγιση της αθλητικής του νοοτροπίας. Η εταιρεία Νίκος Γκάλης Κέντρα Νεότητας και Προστασίας Ενηλίκων ΑΕ εισάγεται στο Χρηματιστήριο στα τέλη του 1997. Δραστηριοποιείται σε κατασκηνώσεις στο Πευκοχώρι της Χαλκιδικής. Εκεί περνάει, ακόμη και σήμερα, το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του ο Νίκος Γκάλης. Μιλάει σπάνια, τελειοποιεί τις γνώσεις του στο τάβλι, δεν παίζει σχεδόν ποτέ μπάσκετ, έχει παντρευτεί την Ελένη Παναγιώτου και έχει αποκτήσει μαζί της μία κόρη, τη Στέλλα.

Ο αριθμός 29

Η ιστορία γράφεται εκεί που δεν το περιμένεις. Στη διαδρομή του Γκάλη ως παίκτη, το τέλος γράφτηκε ένα ανύποπτο απόγευμα σε ένα μικρό κλειστό γυμναστήριο με θέα στην Ακρόπολη. Ηταν 18 Οκτωβρίου του 1994. Ο Παναθηναϊκός παίζει με τους Αμπελοκήπους στο Μετς. Ο Κώστας Πολίτης, ο προπονητής που κατέκτησε το Ευρωμπάσκετ του 1987, έχει προσληφθεί στον Παναθηναϊκό, σύμφωνα με τους ανθρώπους του Γκάλη, ύστερα από παρέμβαση του ίδιου. Ο Γκάλης είναι μπερδεμένος, κακόκεφος και καθόλου ικανοποιημένος. Είναι 37 χρόνων, έχει συνηθίσει αλλιώς στον Αρη, δεν είναι πλέον πρωταγωνιστής, δεν του αρέσει και το δείχνει.

Σε εκείνο το παιχνίδι, όμως, ο Πολίτης αποφασίζει να τον χρησιμοποιήσει όταν η διαφορά είναι στους 24 πόντους. Μια μικρή αθλητική ταπείνωση για τον άνθρωπο που ήταν βασιλιάς. «Δεν έχω όρεξη να παίξω» απαντά και φεύγει από το γήπεδο. Η τελευταία φορά που πέρασε ως επαγγελματίας την πόρτα ενός γηπέδου ήταν αυτή. Οι συζητήσεις με τις δύο πλευρές ξεκινούν προκειμένου να βρεθεί λύση. Ο Παύλος Γιαννακόπουλος προσπαθεί να γεφυρώσει το χάσμα, γίνονται συναντήσεις στο Χίλτον, αλλά ο Γκάλης ζητάει χρήματα, χρόνο, εγγυήσεις, δικούς του ανθρώπους. Σχεδόν έναν χρόνο μετά, στις 29 Σεπτεμβρίου του 1995, στέλνει επιστολή στον Τύπο: «Ποτέ δεν έχω παρακαλέσει άνθρωπο, δεν έχω ζητήσει χάρη από κανέναν. Φεύγω πικραμένος». Λίγο καιρό μετά, ο Κώστας Πολίτης κάνει μια δήλωση που τον κυνηγάει ακόμη: «Πάλι τα ίδια με ρωτάτε; Ποιος είναι ο Γκάλης; Πρέπει να ξεκινάω έναν 37χρονο στην ομάδα;».

Οι σημειολόγοι δεν μπορούν να μην παρατηρήσουν: Ο αριθμός 29 εμφανίζεται στις μεγαλύτερες στιγμές του Νίκου Γκάλη. Στις 29.9.1979 εμφανίζεται για πρώτη φορά στη Θεσσαλονίκη, στις 29.6.1991 γίνεται η τελευταία του εμφάνιση με τη φανέλα της Εθνικής. Στις 29.2.1992 καταλαμβάνει την πρώτη θέση των σκόρερ όλων των εποχών στο πρωτάθλημα και στις 29.9.1995 ανακοινώνει την αποχώρησή του από το μπάσκετ.

«Θα έπρεπε να ντρέπονται»

Καλοκαίρι του 2004. Η Αθήνα είναι έτοιμη για τους Ολυμπιακούς Αγώνες, το κοινό στο ΟΑΚΑ είναι λίγο μπερδεμένο, καθώς δύο ημέρες νωρίτερα έχει γίνει το περίεργο ατύχημα με τη μηχανή του Κώστα Κεντέρη και της Κατερίνας Θάνου. Ο τελευταίος λαμπαδηδρόμος είναι ο Νίκος Κακλαμανάκης και λίγο προτού η δάδα φτάσει στα χέρια του, ο Νίκος Γκάλης, σε μια σπάνια εμφάνισή του σε γήπεδο, τρέχει συμβολικά στο ταρτάν του ΟΑΚΑ για λίγα μέτρα. Ολο το γήπεδο ανατριχιάζει, τα βήματά του σχεδόν ακούγονται, ο ίδιος χαμογελάει αχνά. Είναι από τις λίγες τιμές που του έχουν γίνει. Είναι από τις λίγες προσκλήσεις που δέχθηκε. Εχει αρνηθεί να βρεθεί με την υπόλοιπη Εθνική του ’87 στην επέτειο των 20 χρόνων, είναι επιλεκτικός στις δηλώσεις του και παραπονιέται συχνά πως δεν έχει τιμηθεί όπως του αρμόζει.

Η αλήθεια είναι πως στην Ελλάδα δεν υπάρχει ένα γήπεδο «Νίκος Γκάλης». Κάποιοι λένε πως δεν πρέπει να γίνονται τιμές σε αθλητές όσο είναι εν ζωή. Το επιχείρημα καταρρίπτεται από το ότι ο πρόεδρος της ΕΟΚ (Ελληνική Ομοσπονδία Καλαθοσφαίρισης), Γιώργος Βασιλακόπουλος, έχει ένα γήπεδο (στην Αμαλιάδα) στο όνομά του. Αλλά δεν κάνει κινήσεις για να αποκτήσει ο Γκάλης κάτι αντίστοιχο. Την ίδια ώρα, είναι στη short list για την είσοδό του στο Hall of Fame και έχει ήδη αποδεχθεί την πρόταση του Μισέλ Πλατινί να παρακολουθήσει ως τιμώμενο πρόσωπο τον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ που θα γίνει τον Μάιο του 2013 στο Λονδίνο.

Ο Νίκος Γκάλης δεν τα έχει ξεπεράσει όλα αυτά. Πριν από λίγες ημέρες, με αφορμή τη βράβευσή του, έκανε μια δήλωση που, όπως έλεγαν άνθρωποι που είναι κοντά του, τη μετάνιωσε. Αλλά όταν τον ρώτησαν γιατί δεν έχει βραβευτεί στην Ελλάδα, ίσως χωρίς να το σκεφτεί, είπε: «Ας βλέπουν οι Ελληνες που δεν με τιμούν τους ξένους, μήπως και ντραπούν λίγο».

Παρ’ όλα αυτά, τον Γκάλη τιμούν με τον τρόπο τους χιλιάδες Ελληνες. Αν κάποιος μπει στην αμερικανική ιστοσελίδα του ESPN, θα αντικρίσει τον καταπιεσμένο ελληνικό σοβινισμό σε έξαρση. Σε αυτή τη διεύθυνση γίνεται η ψηφοφορία του κοινού για το ποιος αθλητής θα μπει στο αμερικανικό Hall of Fame. Μέχρι στιγμής, ο Νίκος Γκάλης έχει συγκεντρώσει το 97,3% των ψήφων. Πρακτικά, τίποτε από αυτά δεν έχει σημασία. Η επιτροπή που θα αποφασίσει ποιος αθλητής θα μπει στο Hall of Fame του αμερικανικού μπάσκετ θα ανακοινώσει στις 15 Φεβρουαρίου το όνομα, το κοινό ψηφίζει για τυπικούς λόγους. Πίσω από αυτή την υπερβολική σταυροφορία ελληνικής περηφάνιας, όμως, αποκαλύπτεται η ουσία. Η σχέση με το κοινό. Η δύναμη της νοσταλγίας. Η καταπιεσμένη ελληνική ανάγκη για διάκριση. Και η σημασία τού να είσαι ο Νίκος Γκάλης.

«Ο πατέρας μου μού έλεγε πως, πεθαίνοντας, το μόνο που μένει πίσω μας είναι η εντύπωση του κόσμου για εμάς και τίποτε άλλο…» είχε πει. Ισως γι’ αυτό αποδίδει σημασία σε διακρίσεις και τιμές. Ομως είναι πολύ περισσότερα από βραβεύσεις και τιμές. Είναι ο αθλητής που θυμίζει την πιο εξωστρεφή εκδοχή της Ελλάδας στα τέλη των 80s. Το πρόσωπο που έφερε τον επαγγελματισμό στον επαρχιωτικό αθλητικό χώρο. Ο περφεξιονιστής σε μια χώρα προχειρότητας. Η μηχανή της τελειότητας που μετά τον αγώνα ήθελε να φύγει μακριά από όλους. Ο Νίκος Γκάλης είναι μια ιστορία που όσο και να φαίνεται πως τελείωσε άδοξα, στην πραγματικότητα δεν θα τελειώσει ποτέ.



Γιατί δεν έχει τιμηθεί στην Ελλάδα ο Νίκος Γκάλης;

Γιάννης Ιωαννίδης

«Δεν ξέρω γιατί δεν έχει γίνει ακόμη. Θέλουμε πολύ να τον τιμήσουμε, έχω κάνει κινήσεις, θέλω η σάλα του Παλέ ντε Σπορ να ονομαστεί Νίκος Γκάλης και να κρεμαστεί στο ταβάνι η φανέλα του. Πρέπει να το κάνουμε, να τον δικαιώσουμε. Αργήσαμε».

Βασίλης Λυπηρίδης

«Δεν έγινε καν ένα φιλικό προς τιμήν του. Ωστόσο, χωρίς να δίνω άλλοθι και συγχωροχάρτι σε κανέναν, δεν μου κάνει και μεγάλη εντύπωση, γιατί από αυτή τη χώρα και τους ανθρώπους που έχουν κάποια “θέση”, όλα τα περιμένω».

Λάζαρος Λέσιτς

«Το ότι δεν τον βράβευσαν στην Ελλάδα δεν είναι φαινόμενο ελληνικό. Συμβαίνει σε πολλές χώρες να “πεθαίνουν” με συνοπτικές διαδικασίες τους μεγάλους και να βραβεύουν μικρότερους, άλλους, αυτούς που έχουν άκρες».

Μιχάλης Κυρίτσης

«Εφερε τον επαγγελματισμό στην Ελλάδα και άλλαξε το μπάσκετ. Είναι απαράδεκτο που δεν τον έχουν τιμήσει ακόμη. Ούτε ο ΕΣΑΚΕ, ούτε η ΕΟΚ, ούτε η ομάδα του, ο Αρης. Ο Νίκος είναι ιδιαίτερος, ξεχωριστός άνθρωπος. Δεν ψάχνει και δεν έψαχνε τη δημοσιότητα. Δεν ζήτησε καμία θέση εργασίας, δεν πολιτεύτηκε, δεν ζήτησε τίποτε. Εμεινε σοβαρός, όπως ήταν πάντα».

Νίκος Πιτσίλκας

«Ουδείς προφήτης στον τόπο του. Αλλοι με λιγότερη προσφορά έχουν βραβευτεί, ο Νίκος θα πρέπει να θεωρεί εαυτόν αδικημένο. Ωστόσο, όλος ο κόσμος ξέρει και αναγνωρίζει την προσφορά του. Η πολιτεία δεν τον έχει τιμήσει. Πρόκειται για έναν άνθρωπο με σπάνιο ήθος και είναι ανήκουστο να μην “εκμεταλλευόμαστε” τέτοιους ανθρώπους για το κοινό συμφέρον».

Νίκος Φιλίππου

«Ο Γκάλης έχει τιμηθεί. Μακριά από την Ελλάδα. Είναι μέλος του Hall of Fame της FIBA, που είναι η πιο σημαντική τιμή χωρίς να θέλω να μειώσω το αμερικανικό Hall of Fame. Πέρα από επισημότητες, το πιο σημαντικό, όμως, είναι το γεγονός πως ο Γκάλης είναι στο Hall of Fame της καρδιάς όλων των Ελλήνων».

– Θοδωρής Κανελλόπουλος

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
BHMAgazino
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk