Η δίεση

Εως ότου η δημοσιογραφία φτάσει στο ιδανικό σημείο όπου θα διαπνέεται από το ίδιο πάθος που διαπνέει τη λογοτεχνία, έως ότου δηλαδή γίνει απολαυστική, όπως τουλάχιστον αναφέρεται στο «Μανιφέστο για μια άλλη δημοσιογραφία» που κυκλοφόρησε την προηγούμενη εβδομάδα στη Γαλλία («Τα Νέα», 12.1.2013), ας μου επιτραπεί να κατατάξω και τον εαυτό μου μεταξύ όσων προετοιμάζουν το έδαφος με τις εβδομαδιαίες ασκήσεις τους επί χάρτου.

Η δίεση | tovima.gr
Εως ότου η δημοσιογραφία φτάσει στο ιδανικό σημείο όπου θα διαπνέεται από το ίδιο πάθος που διαπνέει τη λογοτεχνία, έως ότου δηλαδή γίνει απολαυστική, όπως τουλάχιστον αναφέρεται στο «Μανιφέστο για μια άλλη δημοσιογραφία» που κυκλοφόρησε την προηγούμενη εβδομάδα στη Γαλλία («Τα Νέα», 12.1.2013), ας μου επιτραπεί να κατατάξω και τον εαυτό μου μεταξύ όσων προετοιμάζουν το έδαφος με τις εβδομαδιαίες ασκήσεις τους επί χάρτου.
Στην τρελαμένη εποχή, ενσταλάζω στην καρδιά της επικαιρότητας τις ομοιοπαθητικές δόσεις μιας συνέχειας (στο επόμενο), ακολουθώντας την αρχαία συνταγή του βελονισμού: για να θεραπεύσεις την τρέλα, βάλε τις βελόνες σου στα αφτιά.
Δεν θεωρώ λοιπόν άσκοπο, εκτός από το άρθρο, να γράφω και τον νόμο του. Και είναι φυσικό όταν κάτω από κάθε πρόταση αναδεικνύεται η διαφορά. Πολλώ μάλλον που ο δημόσιος λόγος – πλην εξαιρέσεων – έχει ως υπόβαθρό του το αδιαφοροποίητο και το κολλημένο.
Συλλογίζομαι τώρα πώς ξετυλίγεται στις εφημερίδες το κουβάρι με το στικάκι και πώς η υποκατάσταση ενός «ίχνους» (του εγκλήματος) με ένα άλλο μπορεί να περιλαμβάνει συγχρόνως τόσο το σβήσιμο του «ίχνους» όσο και το αποτύπωμα που αφήνει. Και γι’ αυτό είναι δύσκολο το έργο του Πεπόνη, αλλά ακόμη δυσκολότερη η δημόσια γραφή για την απίστευτη αυτή φάρσα την ώρα που βουλιάζουν τα σοβαρά ζητήματα του πολιτισμού (ΕΚΕΒΙ, Φεστιβάλ Αθηνών, κρατικά θέατρα). Ε, λοιπόν το να χαράξεις ένα όριο ανάμεσα στην τυχόν εξαπάτηση εκ μέρους των εμπλεκομένων και την εξαπάτηση της εξαπάτησης, δηλαδή το να εξακριβώσεις αν κάποιος λέει την αλήθεια μόνο και μόνο για να κρυφτεί, διόλου δεν αρκεί, επειδή η δύναμη του αποδεικτικού στοιχείου (στικάκι) έγκειται στο ότι τη στιγμή που αφήνει το ίχνος του, το σβήνει. Να λοιπόν γιατί τόσο η προσποίηση του ανακρινόμενου (Παπακωνσταντίνου) απέναντι στις Αρχές όσο και η ενδεχόμενη ειλικρίνειά του μοιάζουν δυσδιάκριτες ώστε, στο τέλος, τίποτα να μην αποδεικνύεται πλην μιας φάρσας που αλλάζει την ατζέντα. Δεν υπάρχει πράγματι όριο ανάμεσα στο «σβήνω» και στο «αποτυπώνω» το ίχνος μου. Οπότε και η διερεύνηση της εγγραφής του, πέρα από τα αμφίβολα στοιχεία μιας ηλεκτρονικής πραγματογνωμοσύνης, χρειάζεται τη δίεση. Εναν μετατονισμό δηλαδή. Αλλως τη διαφορά μεταξύ του ημιτονίου μιας κατάστασης από την επόμενη. Θα έλεγα τη μετα-σημασιολόγηση αυτού που η σημασία του είναι εξ ορισμού διπλή.
Δεν με εκπλήσσει λοιπόν το σημείο της δίεσης στο πληκτρολόγιο των τηλεφωνικών συσκευών. Γνωρίζω ότι πιέζοντας το κουμπί, μετά το πέρας της εγγραφής του ίχνους του μηνύματος στη λεγόμενη «θυρίδα», διασώζω ό,τι εξαφανίστηκε, όπως ακριβώς το είχα πει μιλώντας. Αλλά επειδή η φωνή που το προφέρει έχει πλέον σωπάσει, ό,τι απομένει εγγεγραμμένο στη «θυρίδα» είναι ο μετατονισμός της φωνής. Μια δίεση.
Η αλήθεια λέγεται μόνον υπό δίεση. Οπότε ήδη δεν είναι αλήθεια. Και τότε, από το σημείο αυτό και μετά, η υπό δίεση έρευνα της Εισαγγελίας έχει σημασία μόνον όταν μετασημασιολογηθεί. Παράδειγμα: δεν έχει τόση σημασία αν είναι ένοχος ή όχι ο Παπακωνσταντίνου. Σημασία έχει το μετά. Δηλαδή, εάν το όλον διάβημα για το στικάκι αφορά το όλον ΠαΣοΚ.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk