Μαρινέλλα: «Γιατί τραγουδάω ακόμη;»

«Πώς θα με σκέφτεται ο κόσμος άμα πεθάνω δηλαδή;». Αυτή είναι η Μαρινέλλα. Εκεί που εσύ, εγκλωβισμένος στην ευγένειά σου, προσπαθείς να της το φέρεις μαλακά, να τη ρωτήσεις πόσο την απασχολεί η υστεροφημία της χωρίς να αναφέρεις τη λέξη «θάνατος», εκείνη διαλέγει τον πιο σύντομο δρόμο, τον πιο ευθύ. «Αντε καλέ, σώπα. Δεν έχω τέτοιες βλέψεις αθανασίας, θέλω και μου αρέσει να εισπράττω τώρα ό,τι μου ανήκει. Αν με θυμούνται οι δικοί μου, εντάξει, και εγώ θα τους βλέπω και θα τους θυμάμαι ίσως, από όπου κι αν βρίσκομαι. Προ πολλών ετών μπήκα στη διαδικασία να σκεφτώ τη στιγμή που θα πάω κι εγώ σπίτι μου, δεν εννοώ τώρα το τέλος της ζωής, αλλά τα χρόνια που δεν θα μπορώ να τραγουδάω. Εχω προετοιμάσει τον εαυτό μου για αυτό το ενδεχόμενο και, ειλικρινά, πιστεύω ότι δεν θα μου κακοφανεί καθόλου. “Ευχαριστώ” θα πρέπει να πω στον Θεό που μου χάρισε τόσα χρόνια για να δίνω αυτά που δίνω στον κόσμο, τυχερή και ευλογημένη αισθάνομαι. Ολα είναι εφήμερα και τίποτε δεν είναι δεδομένο. Εχω πάρει τον χρόνο από το χεράκι και πηγαίνουμε παρέα, δεν μου δίνει πολλά, δεν του δίνω πολλά. Αρκεί να μην προπορεύεσαι σε σχέση με τον χρόνο ή να μην πηγαίνεις πίσω του, και θα είσαι μια χαρά».

Νοσταλγία και γραμμόφωνο

Εβδομήντα τεσσάρων ετών, με καριέρα που μετράει σχεδόν 60 χρόνια, ντόμπρα και σταράτη, η Μαρινέλλα αποτελεί, δικαίως, το γόνιμο πεδίο για να φυτρώσει κάθε λογής υπερβολικός χαρακτηρισμός: ντίβα, θεά, φωνάρα, μπορείς να πεις ό,τι θέλεις και δεν φοβάσαι να αναλάβεις την ευθύνη του ισχυρισμού. Ενα φαινόμενο παγκόσμιας κλάσης, με ερμηνευτικές δυνατότητες άφθαρτες και άστρο που λάμπει σταθερά, ειδικά τώρα που η διαδρομή την οποία έχει χαράξει είναι τόσο μεγάλη, ώστε να μην έχει σημασία αν κάποτε δεν επέλεγε και τα καλύτερα τραγούδια. Η ίδια ήταν, άλλωστε, πάντα λίγο πάνω από το ρεπερτόριό της. Στη Θεσσαλονίκη, όπου βρίσκεται για τις παραστάσεις του «Chicago», συναντά και παλιούς φίλους της, εκείνους που τη γνώρισαν ως Κυριακή Παπαδοπούλου και έπαιζαν μαζί της στην Παλαιών Πατρών Γερμανού: «Ο δρόμος ήταν χωρισμένος στην επάνω και στην κάτω γειτονιά, εγώ ζούσα στην επάνω, με τα τσακάλια, το λέω επειδή στα παιχνίδια της εποχής πάντοτε νικούσαμε τους κάτω. Αλλα χρόνια εκείνα. Γνωριζόμασταν όλοι μεταξύ μας, δεν φοβόμασταν, ήταν σχεδόν σαν να ήμασταν όλοι μια οικογένεια. Εχει αλλάξει άρδην ο κόσμος. Προσωπικά, κατηγορώ πολύ την τηλεόραση, μας έκανε πολύ κακό, τα παιδιά μεγαλώνουν μπροστά σε ένα χαζοκούτι που ό,τι μας πει το χάβουμε. Εμάς, μικρούς μάς έβαζαν από κλασική μουσική – το λαϊκό τραγούδι δεν το άκουγες στο ραδιόφωνο, Τσιτσάνη, Καλδάρα ακούγαμε από το γραμμόφωνο – μέχρι τα μοντέρνα της εποχής, Βέμπο, Δανάη, Γούναρη, Μαρούδα. Μεγάλωσα αρκετά μέχρι να έρθω σε επαφή με το λαϊκό τραγούδι. Νομίζω ότι οι παλαιότερες γενιές είχαν αγωγή και μια ξεκάθαρη αίσθηση για το τι είναι σωστό ή λάθος. Πεινάγαμε, τρώγαμε ένα φαΐ – δεν θα βρεις έναν τραγουδιστή από τους παλιούς που να μη σου πει ότι πείνασε, ότι έκανε χιλιόμετρα με τα πόδια, ότι σεβόταν τους μεγαλύτερους. Εγώ, ακόμη και ως φτασμένη τραγουδίστρια, μιλούσα στον Τσιτσάνη στον πληθυντικό, ούτε κατά διάνοια να τον πω “Βασίλη”, ιεροσυλία μού φαινόταν. Πάντα “κύριε Τσιτσάνη0”».

Ή με ποδιά ή γυμνοί

Με φωνή λίγο πιο μπάσα από την κανονική (ελαφρώς «μπασαδούρα», σύμφωνα με την αργκό του πάλκου), ένεκα της ταλαιπωρίας από ένα κρύωμα, στοργική σαν μάνα, τρυφερή σαν γιαγιά, αλλά και ζόρικη, μαγκιόρα, σαν ρεμπέτισσα. Η αυγή του 2013 δεν τη βρίσκει αισιόδοξη. «Και άντε, εμείς μεγαλώσαμε και προλάβαμε να ζήσουμε μερικά πράγματα. Φλερτάραμε και αγαπηθήκαμε με τον χρόνο μας. Είχαμε την πολυτέλεια να ωριμάσουμε. Τώρα, με το “χαίρω πολύ” πηγαίνεις στο κρεβάτι. Δεν δίνουν το δικαίωμα στα παιδιά να μάθουν τι θα πει “κάνω κόρτε”, ακουμπάω, δήθεν τυχαία, στο χέρι σου και ανατριχιάζω. Σε άλλους τομείς, βέβαια, καθυστερούν, μέχρι να σπουδάσουν, να βρουν δουλειά και να κάνουν οικογένεια, φτάνουν τα 40. Και τώρα, με τι λεφτά να βγάλουν τις σχολές και με τι λεφτά να κάνουν παιδιά; Eβλεπα τον Σάκη που έκανε το τρίτο και σκέφτηκα “άντε, να κάνει και τέταρτο” και μετά λέω, “ποιο τέταρτο; Θα το φορολογήσουν κι αυτό!”. Κάποτε είχαμε τους περίφημους πολύτεκνους, τώρα είναι απαγορευτικό να κάνεις πολλά παιδιά, σε λίγο καιρό, αγαπητέ μου, ακόμη και για να πας στο κρεβάτι, θα πρέπει να πληρώσεις. Γελάς ε;». «Τι να σας πω, μπορεί να το δούμε κι αυτό…». «Το “μπορεί”, αγόρι μου, είναι αύριο».

Για την πολιτική αποφεύγει να μιλάει. Προφανώς γνωρίζει πως όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα τον τρών’ οι κότες (δεν είναι λίγοι οι συνάδελφοί της που την έχουν πατήσει) και φροντίζει να κρατάει τις αποστάσεις της. «Εγώ έχω πολλά χρόνια σε αυτή τη δουλειά, έχουν αλλάξει οι καρέκλες κώλους όσους δεν μπορείς να φανταστείς, τι είμαι εγώ να προβλέπω, εγώ δεν είμαι τίποτα. Μπορώ μόνο να πω πώς ήταν ο κόσμος τότε και πώς σήμερα. Ή να κάνω άλλα σχόλια. Οτι είμαι υπέρ της σχολικής ποδιάς». «Ομολογώ πως με ξαφνιάζετε. Μια γυναίκα αντικομφορμίστρια, επαναστατικό πνεύμα, που έγινε ανύπανδρη μητέρα σε εποχές σαφώς πιο πουριτανικές, θα περίμενε κανείς ότι θα ήταν κατά ενός μέτρου μάλλον συντηρητικού» απορώ. «Μα δεν με άφησες να τελειώσω» απαντά εκείνη και συνεχίζει. «Θεωρώ πως σήμερα, που οι ταξικές διαφορές οξύνονται, αν στα σχολεία τα παιδιά φοράνε ποδιά, δεν θα κοντράρονται για το ποιος φοράει το ακριβό μπλουζάκι και ποιος το ρούχο από τη λαϊκή, δεν θα φαίνεται ούτε η κακία ούτε ο ταξικός διαχωρισμός. Οταν έβαζα στην κόρη μου τη σχολική παιδιά, και μάλιστα της έπλενα και το λευκό γιακαδάκι, το χαιρόμουν για αυτόν τον λόγο. Να σου πω και το άλλο, αν βγαίναμε όλοι γυμνοί στον δρόμο, θα καταλάβαινε κανείς ποιος είναι πλούσιος και ποιος φτωχός; Aν, όμως, είμαστε ντυμένοι και εσύ φοράς Versace και εγώ κάτι από τα καλάθια, αμέσως υπάρχει διάκριση. Νομίζω ότι ο γυμνισμός έτσι ξεκίνησε, όχι από προστυχιά, αλλά για αυτή την αίσθηση της ελευθερίας».

«Ρεσιτάλ»: Η επιστροφή

Η συγκίνησή της είναι μεγάλη όταν μιλάει για τις επικείμενες εμφανίσεις της με τον Κώστα Χατζή στη σκηνή του Παλλάς, όπου θα ερμηνεύσουν ολόκληρο το «Ρεσιτάλ», μια μουσική παράσταση-σταθμό στη δεκαετία του ’70. «Ετσι, λοιπόν, έπειτα από προετοιμασία έξι μηνών, στις 28 Μαρτίου του 1976, στην πλακιώτικη μπουάτ Σκορπιός, η Μαρινέλλα και ο Κώστας Χατζής παρουσίασαν το πρόγραμμα “Ρεσιτάλ”, με 52 καινούργια τραγούδια του συνθέτη (“Ολος ο κόσμος είσ’ εσύ”, “Σύνορα η αγάπη δε γνωρίζει”, “Η αγάπη όλα τα υπομένει”, μεταξύ άλλων). Ο τριπλός δίσκος που προέκυψε και κυκλοφόρησε το Πάσχα του ’76, έφτασε σε πωλήσεις τα 500.000 αντίτυπα και μέχρι και σήμερα ανήκει στους 10 εμπορικότερους ελληνικούς δίσκους όλων των εποχών» αναφέρεται στη Wikipedia. «Σπείραμε με τον Χατζή πριν από 36, σχεδόν 37, χρόνια αυτό το σπουδαίο έργο που μέχρι σήμερα πουλάει και ξαναπουλάει», λέει σήμερα η Μαρινέλλα, «κάνουμε τώρα πρόβα με τον φίλο μου τον Κώστα και συγκινούμαστε τόσο πολύ και οι δύο, σαν παιδιά κάνουμε. Αφού του λέω “μη με κοιτάς στα μάτια γιατί θα τα μπήξω καμιά ώρα”. Ο Χατζής είναι σπάνιο πλάσμα και εξαιρετικός τραγουδοποιός, αλλά και καλός τραγουδιστής, με ιδιαίτερη, βραχνή φωνή, θυμίζει τον Νατ Κινγκ Κόουλ και τον Λούις Αρμστρονγκ. Εχουμε μαζί μας και άλλους δύο, που ήταν παρόντες και στο πρώτο “Ρεσιτάλ”, τον Φίλιππο Παπαθεοδώρου και τον Γιάννη Σμυρναίο. Σκηνοθετεί, βέβαια, ο Σταμάτης Φασουλής, άλλος αγαπημένος μου».

Μαντόνα, Rolling Stones και Skype

Της λέω πως έχει ξεπεράσει τους Rolling Stones σε χρόνια καριέρας. «Να μην ξεχνάμε ότι εκείνοι κάνουν τουρνέ μια στο τόσο και δεν έχουν περάσει χρόνια τραγουδώντας για ώρες στην πίστα, όπως εμείς. Βγάζουν, βέβαια, με κάθε περιοδεία τους αρκετά για να ζήσουν και τα δισέγγονά τους, αλλά ας το αφήσουμε αυτό. Πριν από μερικά χρόνια, πήγα και είδα και τη Μαντόνα, η οποία, μεταξύ μας, δεν μου αρέσει και πολύ – την είδα στο Σικάγο. Ημουν μπροστά μπροστά, για να βλέπω καλά, και κατάλαβα ότι τραγουδούσε πλεϊμπάκ στο μεγαλύτερο μέρος. Καμιά φορά, μάλιστα, έχανε και τα λόγια από τον πολύ χορό. “Βρε καλώς τηνααα” είπα».

Πρέπει, όμως, να υπάρχει κάποια βαθύτερη ανάγκη που ωθεί έναν άνθρωπο να θέλει να ανεβαίνει στη σκηνή στα 70κάτι: «Μα δεν ξέρω να κάνω τίποτε άλλο στη ζωή μου, αυτό έμαθα από μωρό παιδί και δεν είμαι άνθρωπος που θα καθήσει στο καφενείο. Εμένα μου αρέσει να δουλεύω, ενίοτε να κάνω και πολλά πράγματα μαζί, και να κάνω παρέα με νεότερους ανθρώπους, θέλω να αγιάσω, δεν μ’ αφήνουν οι διάβολοι, που λέμε. Στο θέατρο τώρα το διασκεδάζω πολύ. Κάθομαι στο παρασκήνιο και πειράζω τα μέλη του θιάσου λίγο για να βγαίνει γέλιο. Θέλω να είμαι σε επαφή με τα τρέχοντα. Τα παιδιά μου μού έκαναν δώρο ένα iPhone, μέχρι να το μάθω το γλυκό μου, προσπάθησα πολύ, με βοηθούσε βέβαια ο εγγονός μου. Εχω και iPad. Μου έμαθαν το Skype επειδή ένας ανιψιός μου ζει στην Τζακάρτα και μπαίνω για να μιλάμε και να μας βλέπει και εκείνος, τη μάνα του, την αδελφή μου δηλαδή, και εμένα, πώς έχουμε γίνει δέκα χρόνια που έχει να μας δει. “Κοίτα”, του λέω, “άμα βαφτούμε, είμαστε καλύτερες”. Να μη λέμε μόνο τα νοσταλγικά, δες με την τεχνολογία πώς έχουν κοντύνει οι αποστάσεις, αυτά είναι τα καλά της προόδου». Η Μαρινέλλα ισχυρίστηκε πως βαδίζει πλάι πλάι με τον χρόνο. Μπορεί και να είναι αλήθεια. Σίγουρα, πάντως, σε σχέση με την εποχή της, είναι σταθερά έτη φωτός μπροστά.

* Η μουσική παράσταση «Ρεσιτάλ» ξεκινά στις 27 Ιανουαρίου στο Παλλάς (www.ellthea.gr).

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
BHMAgazino
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk