Μυθιστόρημα

Μια κριτική επιτροπή περιμένει ήδη να ξεχωρίσει το καλύτερο από τα διηγήματα που θα λάβουν αφορμή και έμπνευση από την τραυματική διαδρομή της κρίσης, και θα ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρον αν οι ευέλπιδες αυτού του διαγωνισμού επιχειρούσαν να αποτυπώσουν τις ταλαντώσεις της συλλογικής ψυχολογίας μας από τον καιρό που ο τότε έλληνας πρωθυπουργός φιλοτέχνησε εκείνο το συγκλονιστικό κοντράστ ανάμεσα στο λαμπρό πλην ανύποπτο αιγαιοπελαγίτικο φως και την άραχλη σήραγγα του πρώτου μνημονίου.

Μυθιστόρημα | tovima.gr
Μια κριτική επιτροπή περιμένει ήδη να ξεχωρίσει το καλύτερο από τα διηγήματα που θα λάβουν αφορμή και έμπνευση από την τραυματική διαδρομή της κρίσης, και θα ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρον αν οι ευέλπιδες αυτού του διαγωνισμού επιχειρούσαν να αποτυπώσουν τις ταλαντώσεις της συλλογικής ψυχολογίας μας από τον καιρό που ο τότε έλληνας πρωθυπουργός φιλοτέχνησε εκείνο το συγκλονιστικό κοντράστ ανάμεσα στο λαμπρό πλην ανύποπτο αιγαιοπελαγίτικο φως και την άραχλη σήραγγα του πρώτου μνημονίου. Φοβούμαι ωστόσο ότι για το χρονικό αυτό ένα διήγημα δεν φτάνει, και θα πρέπει μάλλον να περιμένουμε τον αρχιμάστορα της τρανής μυθιστορηματικής πλοκής. Στο μεταξύ ας εκθέσουμε δοκιμαστικά κάποιες σχετικές σκέψεις.
Εν αρχή ήταν η καταγγελία της πολιτικής τάξης και τα πρώτα αγήματα των «Αγανακτισμένων», με το ελληνοπρεπές σήμα της «μούντζας» να στοχεύει ρυθμικά την πρόσοψη του Κοινοβουλίου· και πρέπει να ήταν τα ίδια χέρια που, όταν δεν ήταν απασχολημένα στο μαζικό φασκέλωμα, καραδοκούσαν για μια καλή ριπή από γιαούρτι. Υστερα ακούστηκε το «όλοι μαζί τα φάγαμε». Παρ’ όλο που πολλοί πιστεύουν ότι το «όλοι μαζί» είναι δόλιος αντιπερισπασμός και ακόμη πιο δόλιος συμψηφισμός, το απόφθεγμα έκανε τη δουλειά του, καθώς κάποια σκιρτήματα αυτοκριτικής εντάθηκαν την ώρα που κάποιοι μυστηριωδώς καθυστερημένοι έλεγχοι απεκάλυπταν ότι η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα όπου, πέρα και ανεξάρτητα από τα ευφημιστικά τερτίπια της πολιτικής ορθότητας, πολλά, πάρα πολλά άτομα με ειδικές ανάγκες είναι στην πραγματικότητα άτομα με ειδικές δεξιότητες· όπου η αναπηρία θεραπεύεται με τη θαυματική φόρμουλα «άρον την σύνταξίν σου και περιπάτει»· και όπου η βασιλεία των ουρανών επιδοτείται από τα ασφαλιστικά ταμεία.
Ζούμε σε κατάσταση συνεχούς ψυχολογικής παλίρροιας, όπου την πλημμυρίδα της οργίλης καταγγελίας διαδέχεται η άμπωτη μιας αμήχανης και, ως επί το πλείστον, σπασμωδικής αυτοκριτικής. Το φαινόμενο αναδιπλασιάζεται καθημερινά στις συζητήσεις των τηλεοπτικών πάνελ, στα δελτία ειδήσεων και στην έντυπη αρθρογραφία, όταν, για εμπορικούς λόγους, δεν «σκηνοθετείται» κιόλας με τη μέθοδο της σαρωτικής γενίκευσης και τη γνωστή λαϊκίστικη ακράτεια. Και δεν θα σπαταλούσα χώρο και χρόνο για να το σχολιάσω αν δεν είχα την αίσθηση ότι η κυριαρχική παρουσία του στην καθημερινότητά μας, σε συνδυασμό με την καθαρά στατιστική/τεχνική διάσταση της οικονομικής κρίσης, όχι μόνο διαβρώνει ό,τι θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει ως απόθεμα θετικής ενέργειας στην κοινωνία μας αλλά και υποθάλπει, σε πολίτες και πολιτικούς, μια γενικότερη στάση παθητικότητας. Τα συμπτώματα είναι λίγο-πολύ προφανή.
Κρεμασμένοι για πολύ καιρό στα μελαγχολικά πρωτοσέλιδα της οικουμένης, λογικό είναι να νιώθουμε λίγο πιο ελεύθερη την ανάσα μας με κάθε ενθαρρυντικό ψίθυρο που μας επιδαψιλεύει ο οποιοσδήποτε αξιωματούχος από τις Βρυξέλλες· είναι όμως λιγότερο λογικό, και μάλλον παθητικό, να αφήνουμε την ανάσα μας να ρυθμίζεται από τη στρατηγικά υπολογισμένη «κυκλοθυμία» του Σόιμπλε· και είναι ακόμη λιγότερο λογικό, και εντελώς παθητικό, να μεγεθύνουμε το μαστίγιο που συνοδεύει το καρότο και το «αλλά» που αντισταθμίζει το «ναι μεν» σε κάθε δήλωση και σε κάθε χρησμό που μας έρχεται απ’ έξω – όχι βέβαια επειδή δεν έχουμε την υποχρέωση να προβληματιζόμαστε γι’ αυτά που λένε για εμάς οι άλλοι αλλά επειδή, ως φαίνεται, η αγχωτική εμμονή με την οποία προβληματιζόμαστε δεν ακολουθείται από τη δέουσα δράση.
To μεταμνημονιακό καθεστώς λειτουργεί ως Αμεση Δράση στο κεφάλαιο της περικοπής μισθών και συντάξεων αλλά πάσχει μέχρις ακινησίας από «διαρθρωτικά». Ειρωνευθήκαμε (ή έτσι νομίζαμε) τον χρόνο με τις «ήπιες προσαρμογές» και τα «άσ’ το για αργότερα», αλλά βέβαια είναι ο χρόνος που χλευάζει εμάς: τις προάλλες πληροφορηθήκαμε ότι η κυβέρνηση έχει τη θαυματουργό διάθεση να γκρεμίσει και να χτίσει τον Ναό εντός τριών ημερών – το ισοδύναμο, τουτέστιν, της υλοποίησης ογδόντα εννέα συμφωνημένων και καθυστερούμενων μεταρρυθμίσεων μέσα σε μία περίπου εβδομάδα. Και ζούμε, εδώ και δύο χρόνια, το ασθματικό μαρτύριο του μέγιστου καθηκοντολογίου και της ελάχιστης προθεσμίας.
Μετά από δύο χρόνια εξουθενωτικής πίεσης είναι λογικό ή να παραιτηθείς ή να τρέξεις. Δεν κάνουμε ακριβώς ούτε το πρώτο ούτε, πολύ περισσότερο, το δεύτερο. Πώς ερμηνεύεται το φαινόμενο; Φταίει μήπως εκείνος ο παθητικός εφησυχασμός που χαρακτήριζε μέχρι χθες μια πολιτική τάξη που ετύρβαζε ερήμην της πραγματικής κοινωνίας και εθελοτυφλούσε μπροστά στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα; Φταίει κι αυτό, αλλά φταίει, θα έλεγα, και ένας ιδιαζόντως ρωμαίικος συνδυασμός απροϋπόθετης αισιοδοξίας και ανιστόρητης (και αν-ιστορικής) αυταρέσκειας – συνδυασμός που τρέφει την αόριστη προσδοκία για «κάτι» και πολύ λιγότερο τη συγκεκριμένη δράση. Και η μεν αισιοδοξία κλονίζεται τώρα στον βαθμό που γίνονται σαφείς οι προϋποθέσεις της, η αυταρέσκεια όμως μοιάζει να είναι πιο δυσμάχητη, αφού πιστεύει ότι η «λεβεντιά» της φυλής είναι δοτό πεπρωμένο που δεν χρειάζεται να συναλλαγεί με τις ιστορικές συγκυρίες. Η πρώτη (για να δώσουμε μόνο ένα, και επίκαιρο, παράδειγμα), δασκαλεμένη τώρα από τη συμφορά, πιστεύει ότι η Ανγκελα μας οφείλει έστω και το μικρό εκείνο δώρο· η δεύτερη πιστεύει ότι η Ανγκελα μας οφείλει τα πάντα.
Και εδώ μπορεί να αναλάβει ο μυθιστοριογράφος που λέγαμε.
O κ. Θεόδωρος Δ. Παπαγγελής είναι καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
  • Ο γρίφος της Μποτσουάνα Οι αγορές είναι προεξοφλητικοί μηχανισμοί, στην περίπτωση της νέας μετάλλαξης , προεξόφλησαν ξανά το χειρότερο, δηλαδή νέους περιορισμούς στις... ΒΗΜΑτοδότης |
Σίβυλλα
Helios Kiosk