Το πουπουλένιο μπουφάν στο χρηματιστήριο

Το γωνιακό κατάστημα της Via dei Condotti, από τους πιο ακριβούς εμπορικούς δρόμους στην Piazza di Spagna της Ρώμης, έχει ουρά από κόσμο που περιμένει απ’ έξω. Το σκηνικό παρατηρείται σε άλλες δύο πολυτελείς μπουτίκ στην ίδια περιοχή. Η Moncler έχει ανοίξει προσφάτως και όσοι επιθυμούν να αποκτήσουν το εμβληματικό πουπουλένιο μπουφάν επωφελούνται από τις εκπτώσεις του Ιανουαρίου.

Το γωνιακό κατάστημα της Via dei Condotti, από τους πιο ακριβούς εμπορικούς δρόμους στην Piazza di Spagna της Ρώμης, έχει ουρά από κόσμο που περιμένει απ’ έξω. Το σκηνικό παρατηρείται σε άλλες δύο πολυτελείς μπουτίκ στην ίδια περιοχή. Η Moncler έχει ανοίξει προσφάτως και όσοι επιθυμούν να αποκτήσουν το εμβληματικό πουπουλένιο μπουφάν επωφελούνται από τις εκπτώσεις του Ιανουαρίου.
Η ταυτότητα είναι τα πάντα, έχει πει ο πρόεδρος της Moncler Ρέμο Ρουφίνι, πρόεδρος και καλλιτεχνικός διευθυντής της φίρμας από το 2003. Κάτι θα ξέρει. Ο ίδιος έχει καταφέρει σε λιγότερο από μία δεκαετία να αναδείξει μια γαλλική φίρμα χειμερινής ένδυσης και αξεσουάρ και ένα μπουφάν από πούπουλο χήνας, με καταβολές από τις οροσειρές και τις πίστες του σκι, ως ένα φαινόμενο εμπορικής επιτυχίας. Η εφετινή χρονιά είναι «σταθμός», καθώς η φίρμα γιορτάζει την 60ή της επέτειο, διανύοντας μια διαρκώς ανοδική πορεία που περιλαμβάνει υψηλές πωλήσεις και παγκόσμια επέκταση, ενώ για να κεφαλαιοποιήσει την επιτυχία της δρομολογεί δημόσια εγγραφή στο χρηματιστήριο του Μιλάνου μέσα στο 2013.
«Ο βασικός λόγος για τον οποίο αποφάσισα να αγοράσω τη Moncler το 2003 ήταν η εξαιρετική κληρονομιά και ιστορία της εταιρείας. Είναι σπάνιο να βρεις ένα σήμα με τέτοια αφοσίωση στην παράδοση. Συνειδητοποίησα από την αρχή ότι υπάρχουν τεράστιες ευκαιρίες για ανάπτυξη και καινοτομία» δηλώνει στο «Βήμα» ο Ρουφίνι, ο οποίος φιλοδοξεί να κάνει τη φίρμα «συνώνυμη με το πουπουλένιο μπουφάν». Οταν αγόρασε τη Moncler, η εταιρεία δεν διήνυε την καλύτερή της περίοδο. Τότε ο τζίρος της ήταν 192,4 εκατ. ευρώ. Στις 31 Δεκεμβρίου 2010 ο όμιλος Moncler έφθασε τα 428,7 εκατ. ευρώ και το 2011 ο τζίρος ανήλθε στα 513,4 εκατ. ευρώ.
Ο επικεφαλής της φίρμας εισήγαγε τη στρατηγική του «παγκόσμιου καπιτονέ μπουφάν», εστιάζοντας στην ποιότητα, στην τεχνολογία και στην εφαρμογή. Σήμερα τα καταστήματα της Moncler ανέρχονται σε 79, με το δίκτυό της να περιλαμβάνει τους πιο καταξιωμένους εκπροσώπους λιανικής διεθνώς (στην Ελλάδα τον μεγαλύτερο όγκο διακινεί το πολυκατάστημα Attica), ενώ αυτόνομες μπουτίκ υπάρχουν σε πολυτελή θέρετρα σκι, όπως Σεν Μόριτς, Κορτίνα, Σαμονί, Ασπεν και Γκστάαντ. Η στρατηγική της επαναφοράς της φίρμας προβλέπει επίσης παρουσία σε μητροπόλεις της μόδας, όπως Παρίσι, Μιλάνο, Χονγκ Κονγκ, Λονδίνο και Νέα Υόρκη και τελευταία εγκαινιάστηκαν καταστήματα σε Τόκιο, Κοπεγχάγη, Πεκίνο, Ρώμη, Βιέννη, Μαΐάμι και Λος Αντζελες.
«Για μένα η εξέλιξη της φίρμας ήταν και παραμένει η πιο μεγάλη πρόκληση: πώς το κλασικό casual ντύσιμο μπορεί με επιτυχία να συνδυαστεί με το αθλητικό στυλ, για να δημιουργήσει τα καλύτερα μπουφάν από πούπουλο στον κόσμο» λέει ο Ρουφίνι, εκτιμώντας ότι η επιτυχία οφείλεται στο γεγονός ότι «μείναμε πιστοί στη βασική σπορ του προσέγγιση, δίνοντας παράλληλα έναν αέρα πόλης». Ο ίδιος οραματίζεται «ένα «παγκόσμιο» τζάκετ, που ταιριάζει σε κάθε χρήση και περίσταση». Γι’ αυτό «προσπαθούμε να δημιουργούμε συλλογές που θα ταίριαζαν σε όλες τις καθημερινές ανάγκες και τους τύπους πελατών» δηλώνει.
Πλέον η Moncler ξεπερνά τον αρχικό προσανατολισμό της για υπό το μηδέν θερμοκρασίες. Συνώνυμη της πολυτέλειας, με φανατικό κοινό στις γυναίκες, συνδυάζει προδιαγραφές για το βουνό και την πόλη, μια και πέρα από την ποιότητα και την τεχνολογία, εστιάζει στο σχέδιο και στην κομψότητα με λεπτές σιλουέτες.
Για τον Ρουφίνι όμως η πολυτέλεια «έχει «πολυφορεθεί»». Εκείνος θεωρεί ότι είναι συνώνυμη «με τα εξαιρετικά υφάσματα και υλικά, την άριστη παραγωγή και το καλό σχέδιο». Η φίρμα «έχει ένα ισχυρό ευρωπαϊκό DNA. Δεν είναι μυστικό ότι η παραγωγή γίνεται στην Ιταλία, με το καλύτερο πούπουλο χήνας στον κόσμο, το οποίο έρχεται από το Περιγκόρ της Γαλλίας» τονίζει. Ωστόσο η οικονομική ύφεση «είναι μια πραγματικότητα στην οποία πρέπει να προσαρμοστεί ο καθένας μας. Ακόμη και στην Κίνα οι ρυθμοί ανάπτυξης άρχισαν να επιβραδύνονται» καταλήγει.

Από τις οροσειρές έφτασε στις πασαρέλες
Η απήχηση σε αθλητές και σε διασημότητες του διεθνούς τζετ σετ πέρασε στην ιταλική νεολαία

Η φίρμα ιδρύθηκε το 1952, στο Μονεστιέ ντε Κλερμόν (το Moncler είναι συντόμευση), ένα χωριό δίπλα στην Γκρενόμπλ της Γαλλίας, από τον Ρενέ Ραμιγιόν, επιχειρηματία που εξειδικευόταν σε είδη ορειβασίας, ο οποίος έφτιαξε τα πρώτα μπουφάν από πούπουλο για να προστατεύσει τους εργάτες από το κρύο. Ο πρώτος που τα πρόσεξε ήταν ο ορειβάτης Λιονέλ Τερέ. Αυτό ήταν το έναυσμα για να εξοπλίσει η φίρμα αποστολές που κατέκτησαν, μεταξύ άλλων, την οροσειρά Καρακορούμ το 1954 και το 1955 το Μακαλού, το πέμπτο ψηλότερο βουνό στον κόσμο, πείθοντας για τις επιδόσεις της σε συνθήκες παγετού. Βρήκε απήχηση στους αθλητές, η επιτυχία όμως σύντομα πέρασε και στις σικ χειμερινές πίστες, με πιστούς από τη γαλλική ολυμπιακή ομάδα ως διασημότητες του διεθνούς τζετ σετ, όπως ο Αλέν Ντελόν, η Μπριζίτ Μπαρντό και η Τζάκι Κένεντι-Ωνάση. Στις αρχές του ’80 τα γυαλιστερά μπουφάν με τα έντονα χρώματα κατακλύζουν τους δρόμους του Μιλάνου και της Φλωρεντίας και γίνονται το σύμβολο του «Paninaro», όπως χαρακτήριζαν τους ιταλούς εφήβους με εμμονή στις φίρμες.
Το 1992 η φίρμα «πολιτογραφήθηκε» ιταλική περνώντας στην Pepper Industries και 11 χρόνια αργότερα η στροφή έγινε στα χέρια του Ρουφίνι. Με όραμα να την κάνει παγκόσμια, το πρώτο του βήμα ήταν να επαναπροσδιορίσει το προϊόν. «Κλειδί» σε αυτό έγινε μια πιο εξειδικευμένη σειρά, που θα έφερε την υπογραφή σχεδιαστή. Ετσι γεννήθηκε το 2006 η Moncler Gamme Rouge, μια γυναικεία σειρά υψηλής ραπτικής, έχοντας στο πηδάλιο αρχικά την Αλεσάντρα Φακινέτι και από το 2008 τον ιταλό σχεδιαστή Τζιαμπαντίστα Βάλι, κερδίζοντας κριτικούς μόδας και καταναλωτές. Ακολούθησε το 2009 η ανδρική Gamme Bleu, σειρά με επικεφαλής στον σχεδιασμό τον Τομ Μπράουν, που συνδυάζει τη ραφή «sur mesure» με αθλητικές προδιαγραφές. Εναν χρόνο αργότερα ο Ρουφίνι λανσάρισε και την Grenoble, μια υψηλών επιδόσεων σειρά, παρουσιάζοντας διαφορετικές εκδοχές του καπιτονέ μπουφάν. Σε κάθε περίπτωση στόχος του είναι να κάνει ένα όσο το δυνατόν πιο ελαφρύ μπουφάν. Ηδη με την τεχνική που εφαρμόζει έχει καταφέρει να φτιάξει πουπουλένια μπουφάν με βάρος 220 γραμμαρίων για τους άνδρες και 160 γραμμαρίων για τις γυναίκες. Η φίρμα χρησιμοποιεί την καλύτερη ποιότητα σε γαλλικό πούπουλο χήνας, από το Περιγκόρ νότια της Βρετάνης, γνωστό ως «duvet neuf» ή «four-flake down», το οποίο προσδίδει στα πανωφόρια 85% μονωτική δύναμη και μεγάλη ελαφρότητα.



Τα σήματα

  • Τελευταία η ανάπτυξη είναι ραγδαία. Τον Ιούνιο του 2011 η Moncler SpA και οι μέτοχοί της ανακοίνωσαν συμφωνία συνεργασίας με τη Eurazeo, μια γαλλική επενδυτική εταιρεία, η οποία απέκτησε μερίδιο 45%, εκτοξεύοντας την αξία του ομίλου στα 1,2 δισ. ευρώ και ενισχύοντας την προοπτική στη διεθνή αγορά αλλά και την είσοδο στο Χρηματιστήριο.
  • Την ίδια ώρα τα ποσοστά των υπόλοιπων μετόχων διαμορφώθηκαν σε 32% για τον Ρέμο Ρουφίνι, 17,8% για την Carlyle, 5% για την Brands Partners 2 και 0,25% για τον Σέρτζιο Μπουοντζιοβάνι.
Εξάλλου το να είσαι μέλος ενός μεγαλύτερου ομίλου βοηθά. «Ως όμιλος έχουμε περισσότερους πόρους στη διάθεσή μας, έτσι ώστε να μπορούμε διαρκώς να επιδιώκουμε την ανάπτυξη της εταιρείας και να προσπαθούμε να ενισχύσουμε την αξία των σημάτων» εξηγεί ο Ρουφίνι.
  • Σήμερα ο όμιλος Moncler περιλαμβάνει, εκτός από την ομώνυμη φίρμα, σήματα όπως Henry Cotton’s, Marina Yachting και Coast Weber & Ahaus, ενώ έχει συνάψει συμφωνία για τη σειρά 18CRR81 της Cerruti.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Οικονομία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk