Η Ελληνίδα του Τζέιμς Μποντ

Οταν μιλάς με την Τόνια Σωτηροπούλου έχεις την αίσθηση ότι φοβάται το ειδικό βάρος που έχουν οι λέξεις στη μητρική της γλώσσα. Θέλει να σου πει ότι αισθάνεται ευλογημένη που βρέθηκε, έστω για λίγο, έστω για τις ανάγκες ενός γυρίσματος, στη στιβαρή αγκαλιά του Ντάνιελ Κρεγκ, και διστάζει. Ξεστομίζει τη λέξη και της φαίνεται αμέσως υπερβολική. «Με την έννοια του “blessed”», διορθώνει τον εαυτό της. «Δεν θέλω να λέω μεγάλα λόγια, ούτε να το παίζω κουλτουριάρα» συμπληρώνει. Ενοχές.

Το νέο κορίτσι του Τζέιμς Μποντ δεν έχει από κοντά την ίδια επίδραση που προκαλεί από απόσταση. Λίγες ημέρες προτού τη συναντήσω, στη δεξίωση που δόθηκε στον κήπο του Νομισματικού Μουσείου με αφορμή την έναρξη του κινηματογραφικού φεστιβάλ Νύχτες Πρεμιέρας, δεν μπορούσες να πάρεις τα μάτια σου από πάνω της. Τέλεια μαλλιά – σαν σειρήνας, χείλη σε έντονο κόκκινο, βλέμμα βαθύ. Ντυμένη με ένα μακρύ, λιτό, μαύρο φόρεμα, περιφερόταν ανάμεσα στο πλήθος σαν σταρ, σαν να έχει ζήσει χρόνια με τους προβολείς στραμμένους επάνω της. Κάτι που δεν ισχύει. Προς το παρόν τουλάχιστον, διότι ποιος εγγυάται ότι δεν έχουμε να κάνουμε με την Πενέλοπε Κρουζ της Ελλάδας;

Μαύρα φοράει και όταν συναντιόμαστε – ένα παντελόνι και ένα μακό μπλουζάκι. Είναι όμορφη, όμως μπορεί να μην την πρόσεχα στο μετρό, ακόμη και αν καθόταν δίπλα μου. Κυρίως επειδή δεν πλασάρει τον εαυτό της με φιλαρέσκεια, όταν αυτό δεν είναι απαραίτητο. Ο φακός, όμως, τη θέλει. Πολύ. Τώρα πια τον θέλει κι εκείνη. Για το χατίρι του μεταμορφώνεται. Και η σχέση τους έχει δουλευτεί. Ακόμη και στο διαφημιστικό που έχει κάνει για βαφή μαλλιών μεγάλης εταιρείας καλλυντικών, η άνεσή της μπροστά στην κάμερα δεν θυμίζει ούτε στο ελάχιστο το κορίτσι που δεν μπορούσε να παίξει με φυσικότητα στις ελληνικές σειρές στις οποίες είχε συμμετάσχει (στους «Αληθινούς έρωτες», για παράδειγμα, δεν «τα έλεγε»), ακόμη και στην «Ψυχραιμία» του έμπειρου Νίκου Περάκη, όπου ήταν μια εντυπωσιακή παρουσία, άγουρη ωστόσο από πλευράς υποκριτικών προσόντων. Ισως, βέβαια, το πρόβλημα να ήταν ότι δεν είχε τελειώσει ποτέ τη Δραματική Σχολή στην οποία είχε εγγραφεί. Ισως, πάλι, ότι ποτέ δεν ονειρευόταν καριέρα στην Ελλάδα.

«Εχω ακούσει και κακιούλες»

«Αυτό που κάνω τώρα ήθελα πάντα να το κάνω. Πνιγόμουν στην Αθήνα. Πέρασα στα 20 μου μια άσχημη περίοδο στη ζωή μου, όχι κάτι σοβαρό, αυτό που λέμε συνήθως ψάξιμο. Τα δύο χρόνια που κάθησα στην Ελλάδα και δούλεψα, ένιωθα σαν να προδίδω τον εαυτό μου. Γι’ αυτό έφυγα». Μέχρι στιγμής έχει, πάντως, δικαιωθεί η απόφασή της. Για μια 24χρονη ηθοποιό χωρίς μεγάλη εμπειρία, ένας ρόλος στο πλάι του δημοφιλούς βρετανού καρατερίστα Τόμπι Τζόουνς στο θρίλερ «Berberian Sound Studio» και μια συμμετοχή στην τεράστια χολιγουντιανή παραγωγή, που είναι η 23η ταινία με ήρωα τον πράκτορα 007, είναι μια αξιοθαύμαστη συγκομιδή για τα τέσσερα χρόνια που ζει στη βρετανική πρωτεύουσα.

«Στο εξωτερικό με αντιμετωπίζουν με μεγάλο σεβασμό, όπως και όλους τους ηθοποιούς. Εδώ στην Ελλάδα, έχω ακούσει και κακιούλες και είμαι σίγουρη πως όταν κυκλοφορήσει η ταινία θα βγουν και θα πουν ότι “σιγά, τι νομίζει ότι έκανε, εμφανίστηκε για κάποια λεπτά”, χωρίς να σκέφτονται πόσο μεγάλη κατάκτηση είναι να έχεις μία, έστω μικρή, συμμετοχή σε μια παραγωγή για την οποία ψάχνουν συνεργάτες σε ολόκληρο τον κόσμο. Αν μπορούσαν, ας το έκαναν κι εκείνοι» λέει με νόημα. Πάντως, για να είμαστε ακριβοδίκαιοι, όντως δεν θα είναι κάτι παραπάνω από μια σύντομη παρουσία η εμφάνισή της στην ταινία «Skyfall», όμως ακόμη κι έτσι διήνυσε μια μεγάλη απόσταση για να βρεθεί εκεί.

Μπον Τζόβι και Γούντι Αλεν

Τα γυρίσματα για τις δικές της σκηνές με τον Ντάνιελ Κρεγκ έγιναν στο Φετιγέ της Τουρκίας. Την όλη εμπειρία – μία εβδομάδα κράτησε – την έχει περιγράψει πολλές φορές ως μία από τις σπουδαιότερες στη ζωή της. Ονειρευόταν να δουλέψει με τον Σαμ Μέντες – το κατάφερε. Ο Ντάνιελ Κρεγκ ήταν «γλυκύτατος, τέλειος επαγγελματίας και έχει πάρα πολλή πλάκα», αλλά η Τόνια δεν ένιωσε «starstruck», δεν την έπιασε αυτό το δέος που σου δημιουργεί στρες όταν πρέπει να συνεργαστείς με κάποιον που είναι πασίγνωστος στα πέρατα του κόσμου: «Εχει να κάνει με το πώς αντιμετωπίζεις εσύ τους ανθρώπους που είναι πολύ διάσημοι. Οι περισσότεροι το βλέπουν σαν μέρος της δουλειάς τους και όταν το γνωρίζεις αυτό χαλαρώνεις. Θα σου πω ένα παράδειγμα: Οταν ήμουν μικρή ήμουν ερωτευμένη με τον Τζον Μπον Τζόβι. Ηθελα να τον παντρευτώ, ήμουν πεπεισμένη ότι θα συνέβαινε. Πριν από δύο χρόνια, έτυχε, μέσω ενός κοινού μας φίλου, να τον γνωρίσω από κοντά. Ε, δεν ένιωσα ιδιαίτερα περίεργα, παρά το βάρος που είχε αυτή η συνάντηση για μένα. Ηταν φιλικός και προσιτός, αν και νομίζω ότι έπαιξε τον ρόλο του το γεγονός ότι κι εγώ δεν τον αντιμετώπισα σαν κάτι αξιοπερίεργο». Ισως να αντιμετωπίσει πρόβλημα μόνο αν γίνει πραγματικότητα το μεγάλο της όνειρο, που είναι ένας ρόλος σε ταινία του Γούντι Αλεν. «Τον λατρεύω, πεθαίνω για τις ταινίες του και μου πάει πολύ και ως φιλοσοφία ζωής, και ας είναι λίγο κυνικός. Από τη νεότερη γενιά ηθοποιών, θαυμάζω πολύ τον Τζόζεφ Γκόρντον-Λέβιτ, τον βρίσκω εξαιρετικό. Είναι, βέβαια, άπειροι οι ηθοποιοί με τους οποίους θα ήθελα να παίξω».

Μία στις 13 οντισιόν

Πώς, όμως, βρίσκεται ένα κορίτσι από την Ελλάδα, που μεγάλωσε στη Γλυφάδα, σε οικογένεια με μόνο καλλιτεχνίζον μέλος έναν γραφίστα πατέρα, να πλαγιάζει στο πλάι του Ντάνιελ Κρεγκ στη μεγάλη οθόνη; «Επειτα από πολύ τρέξιμο και κοπιαστική προσπάθεια. Οντισιόν κάνω πολύ συχνά. Οι αριθμοί λένε πως στο Λονδίνο κατά μέσο όρο ένας ηθοποιός ακούει ευχάριστα νέα σε μία από τις 13 οντισιόν στις οποίες πηγαίνει. Πρέπει να είσαι μονίμως σε εγρήγορση, πόσω μάλλον όταν έχεις να ανταγωνιστείς ανθρώπους που τα αγγλικά είναι η μητρική τους γλώσσα. Εχω απορρίψει προτάσεις, έχω δεχθεί απόρριψη από δουλειές που ήθελα πολύ, αλλά έτσι είναι το επάγγελμά μας. Εχω, όμως, μια πολύ ξεκάθαρη εικόνα για το πού θα ήθελα να πάω. Ισως έχουν γίνει λίγο πιο δύσκολα τα πράγματα για μένα, γιατί από εδώ και στο εξής θα πρέπει να κάνω τα βήματά μου με μεγάλη προσοχή. Δεν μπορώ να δεχτώ, έχοντας δουλέψει με σκηνοθέτες όπως η Μάρθα Φάινς ή ο Πίτερ Στρίκλαντ, να παίξω σε κάποια τηλεοπτική κωμωδία της σειράς ή με ανθρώπους που το βιογραφικό τους δεν μου λέει τίποτε».

Αναμενόμενα είναι όλα αυτά. Ειδικά από έναν άνθρωπο που θέλει να αντιμετωπίζει τον εαυτό του με σοβαρότητα. Υπάρχουν, όμως, και ισχυρισμοί της που σε ξαφνιάζουν. Οπως η δήλωσή της πως το μόνο που δεν τη δυσκολεύει τελικά στην ξενιτιά είναι το να παίζει στα αγγλικά. «Αισθάνομαι σαν να βρίσκομαι σε πιο φυσικό περιβάλλον όταν παίζω στα αγγλικά, δεν ξέρω αν έχει να κάνει με το πώς είναι γραμμένα τα σενάρια ή με τη σχέση μου με τη γλώσσα, με το αν καταφέρνω να παίρνω μια απόσταση από αυτά που λέω και να απελευθερώνομαι, αλλά μου συμβαίνει και καταλαβαίνω ότι μπορεί να ακούγεται παράξενο» διευκρινίζει με τον ήπιο τρόπο της.

Γνωρίζοντας τον Μαρκ Τζέικομπς

Τώρα που έχει πλέον ζήσει στο Λονδίνο για κάποια χρόνια, η Τόνια Σωτηροπούλου δεν δίνει σημασία στα πράγματα που δεν έχουν πραγματική αξία. «Δεν έχω τον χρόνο να ασχοληθώ με τα επουσιώδη, νομίζω ότι στην Ελλάδα το κάνουμε συχνά αυτό, παλαιότερα σίγουρα. Τώρα υπάρχουν σοβαρά προβλήματα. Νιώθω τυχερή που έχω ξεφύγει από αυτό το μελαγχολικό κλίμα, και ας μου λείπει η Αθήνα. Είμαι ευγνώμων για όσα μού έμαθε η ζωή στο εξωτερικό και απέκτησα πολλούς νέους φίλους με τους οποίους μας ενώνει η κοινή εμπειρία της καθημερινότητας μακριά από την πατρίδα μας». Το συμβόλαιό της με τη L’Oréal την έχει αναγκάσει να δίνει περισσότερη σημασία στην εξωτερική της εμφάνιση, κάτι που δεν την ενοχλεί, αλλά δεν την καθορίζει κιόλας. Και είναι αλήθεια πως η όλη ιστορία τής χαρίζει και πολύτιμες εμπειρίες. Πριν από λίγες ημέρες ήταν προγραμματισμένο να ταξιδέψει στο Βερολίνο για να δώσει ένα βραβείο στον Μαρκ Τζέικομπς. Πόσες Ελληνίδες μπορούν να καυχηθούν ότι τον έχουν γνωρίσει από κοντά;

Το μεγάλο ζήτημα, φυσικά, είναι όλο αυτό να μην είναι ένα πυροτέχνημα. Η Τόνια Σωτηροπούλου θα είναι «Βond girl» για πάντα, δεν μπορεί κανείς να της το στερήσει αυτό. Και ας της ευχηθούμε να έχει την τύχη της Τζέμα Αρτερτον, του κοριτσιού του Μποντ στην ταινία «Quantum of Solace», που μια χαρά καριέρα κάνει – δεν εξαφανίστηκε από προσώπου Γης, όπως μερικές μερικές. Η συμπατριώτισσά μας έχει όλα τα εχέγγυα για να προχωρήσει, το σημαντικότερο εκ των οποίων είναι η διάθεση για σκληρή δουλειά. Ακόμη και αν μιλάμε στο μέλλον μονάχα για μια πορεία στη βρετανική κινηματογραφική αγορά, θα πρόκειται για προσωπική της κατάκτηση και θα πρέπει να της βγάλουμε το καπέλο. Ακόμη και αν δεν συμβεί αυτό, εκείνη θα έχει επίγνωση της προσπάθειάς της: την ημέρα που γραφόταν το κείμενο, στον λογαριασμό της στο Τwitter η εταιρεία μάνατζμεντ που την εκπροσωπεί της ευχόταν καλή επιτυχία σε μια οντισιόν. Από όλες τις ηθοποιούς που έχουν αναρτημένο το βιογραφικό τους στην ιστοσελίδα της Back Door Management, η Τόνια είναι η πιο εντυπωσιακή.

«Είναι εντάξει τα πράγματα για μένα στο Λονδίνο, δεν θέλω βέβαια να τα παρουσιάζω όλα με ειδυλλιακό τρόπο. Δεν μου χαρίστηκε τίποτε. Εχω δουλέψει σκληρά, έχω φτύσει αίμα. Εκεί που ζω δεν έχει ήλιο, δεν έχω την οικογένειά μου κοντά μου και έχω φτιάξει τον δικό μου κόσμο, αναγκαστικά – για να βρίσκω τις ισορροπίες μου» λέει με αποφασιστικότητα. Για επίλογο αφήσαμε, όπως συνηθίζεται, τα επαγγελματικά σχέδια που επίκεινται. «Εχω κάτι μεγάλο στα σκαριά, αλλά επειδή δεν έχω υπογράψει ακόμη δεν θα ήθελα να αναφέρω τίποτε. Θα τα πούμε αργότερα αυτά, όταν θα είναι όλα επίσημα». Αφού έχει μάθει να παίζει και το παιχνίδι των υποσχέσεων, μάλλον βρίσκεται σε πολύ καλό δρόμο. l

Η ταινία «Skyfall» θα προβάλλεται στις ελληνικές αίθουσες από την 1η Νοεμβρίου.

Γυναίκες-τροπαια

Αν υπάρχει μια παράδοση που να έχει μείνει ανέπαφη κατά την 50ετή ιστορία των κινηματογραφικών περιπετειών του Τζέιμς Μποντ, αυτή είναι τα «Βond girls». Δυναμικές ή υποτακτικές, «διακοσμητικές», επικίνδυνες ή αδιάφορες, οι γυναίκες που έχουν βρεθεί στο πλευρό του πράκτορα 007 είχαν συχνά λαχταριστές καμπύλες και ευφάνταστα ονόματα. Πιο εμβληματική ως παρουσία παραμένει – όσες δεκαετίες και αν περάσουν – η Ούρσουλα Αντρες στο «Τζέιμς Μποντ: Πράκτωρ 007 εναντίον δρος Νο» (1962), πιο… εύηχο όνομα διαθέτει η Ονόρ Μπλάκμαν ως Πούσι Γκαλόρ (οι γνωρίζοντες την αγγλική αργκό θα το πιάσουν το υπονοούμενο) στον «Χρυσοδάκτυλο» (1964) και πιο καθοριστική (ίσως και πιο όμορφη) για την ψυχική ισορροπία του ήρωά μας η Εύα Γκριν στο «Casino Royale» (2006). Υπάρχει, βέβαια, και το πρώτο «Βond girl ελληνικής καταγωγής». Οχι η Τόνια Σωτηροπούλου, αλλά η Καρόλ Μπουκέ στον ρόλο της Μελίνας Χάβλοκ στο γυρισμένο σε Κέρκυρα και Μετέωρα «Για τα μάτια σου μόνο» (1981).

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
BHMAgazino
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk