Με τα μάτια του Νίκου Δένδια

Μοιάζει με αυτοτροφοδοτούμενο γεγονός. Η εξέγερση της Χρυσής Αυγής κλιμακώνεται καθημερινά σαν να είναι κάτι το εντελώς φυσιολογικό, το κράτος την κοιτάει με τα μάτια του Νίκου «Αφασία» Δένδια

Με τα μάτια του Νίκου Δένδια | tovima.gr

Μοιάζει με αυτοτροφοδοτούμενο γεγονός. Η εξέγερση της Χρυσής Αυγής κλιμακώνεται καθημερινά σαν να είναι κάτι το εντελώς φυσιολογικό, το κράτος την κοιτάει με τα μάτια του Νίκου «Αφασία» Δένδια: έντρομα και πανικοβλημένα. Αλλά και ο συναγερμός που βαράνε τα δημοκρατικά κόμματα εναντίον της ηχεί ασθενικός, αδύναμος, και πάντως δεν αφυπνίζει πλατειά κοινωνικά στρώματα. Η παραζάλη των ημερών τα εμποδίζει προφανώς να δουν καθαρά το επωαζόμενο μεγάλο κακό.

Όμως, το να καταφέρονται οι δημοκράτες εναντίον των νεοναζιστών είναι το πιο αυτονόητο πράγμα του κόσμου. Και το πιο εύκολο. Η δυσκολία αρχίζει με την ανάλυση των αιτιών που υποθάλπουν την επέλασή τους. Αυτή περιορίζεται μέχρι τώρα κυρίως στην ανάδειξη των κοινωνικών και οικονομικών πλευρών του νεοναζιστικού φαινομένου – γι αυτά έχουν ήδη ειπωθεί και γραφτεί πολλά και καλά.

Για τις πολιτικές αιτίες όμως υπάρχει εμφανής στέρηση. Τόσο οι επαγγελματίες πολιτικοί, όσο και οι πολιτικοί επιστήμονες δεν κάνουν κουβέντα για ένα πρωτοφανές μεταπολιτευτικό γεγονός: την βαθιά στρέβλωση του πολιτικού συστήματος, που οφείλεται στον ξενοφοβικό προσανατολισμό όχι μόνο όλων των πολιτικών κομμάτων, με εξαίρεση τα αριστερά και τους Πράσινους, αλλά και του κράτους.

Τρεις όψεις της στρέβλωσης: Πρώτον, ο πολιτικός λόγος των κοινοβουλευτικών κομμάτων, ήτοι των Ανεξάρτητων Ελλήνων, του Πασοκ και της Νέας Δημοκρατίας (για τη Χρυσή Αυγή δεν χρειάζεται φυσικά να γίνει λόγος), που έχει έναν κοινό παρανομαστή: Το ότι όλοι οι ξένοι χωρίς χαρτιά είναι παραβάτες του κοινού ποινικού δικαίου, και ότι πρέπει να απελαθούν το ταχύτερο δυνατό από τη χώρα. Η ένταση και η σκοπιμότητα αυτού του λόγου αλλάζει βέβαια από κόμμα σε κόμμα, στην ουσία όμως στηρίζεται στην ίδια ξενοφοβική παράνοια. Απόδειξη, συνθήματα, όπως η «ανακατάληψη των πόλεων μας» (Αντώνης Σαμαράς), που θυμίζουν πολεμικό θούριο και επιδιώκουν τη διέγερση των πιο επιθετικών ορμών κατά των ξένων.

Δεύτερον, η καταχώρηση αυτού του λόγου στα προγράμματα των κομμάτων -με την πιο ανώδυνη ίσως κοινή έκφραση, ότι «η Ελλάδα δεν είναι ξέφραγο αμπέλι». Η ξενοφαγία αποκτά έτσι προγραμματικό χαρακτήρα.

Και, τρίτον, η μετατροπή του πολιτικού και προγραμματικού λόγου σε πράξη -μέσω του κράτους. Η ποινικοποίηση της παραμονής των παράνομα διαβιούντων μεταναστών, οι γιγαντιαίες αστυνομικές σκούπες εναντίον τους (που όχι σπάνια συνοδεύονται από ξυλοδαρμούς και εξευτελισμούς, ενίοτε μάλιστα, όπως στην Πάτρα και στην Ηγουμενίτσα, με κλασικά πογκρόμ), τα διαβόητα κέντρα «φιλοξενίας», που αποτελούν χώρους πλήρους ανελευθερίας, ο διαβόητος «φράχτης του αίσχους» στον Έβρο, οι νόμοι που επιβάλουν διακρίσεις εις βάρος τους, ή οι απαξιωτικές δηλώσεις πολλών αξιωματούχων, είναι μόνο μερικές από τις πτυχές αυτής της πράξης. Το σύνολό τους δείχνει την επιταχυνόμενη εδραίωση της κρατικά ασκούμενης ξενοφοβίας.

Είναι αλήθεια, ότι όλα αυτά είχαν μια πολύ πεζή αφετηρία: Την προσπάθεια των κομμάτων να εκμεταλλευθούν την αυξανόμενη κοινωνική ξενοφοβία και ταυτόχρονα να συγκρατήσουν τους ψηφοφόρους τους, που είχαν αρχίσει να αυτομολούν μαζικά πρώτα προς το ΛΑΟΣ και ύστερα προς τη Χρυσή Αυγή.

Όμως με τον καιρό η πολιτική λειτουργία της ξενοφοβίας μεταλλάχθηκε: Από ψηφοθηρική έγινε θεσμική, υπονόμευσε κόμματα και κράτος σε βαθμό, που σήμερα να παραμορφώνει τον πυρήνα του πολιτικού συστήματος. Μόνο που αυτό δεν έγινε ακόμα επαρκώς αντιληπτό από τη δημοσιότητα. Ο ΣΥΡΙΖΑ, για παράδειγμα, εξακολουθεί και σήμερα να πιστεύει, ότι ο Αντώνης Σαμαράς χρησιμοποιεί την ξενοφοβία ως τακτικίστικο τέχνασμα, ήτοι για «να αλλάξει την ατζέντα» (Αλέξης Τρίπρας), να μεταθέσει δηλαδή την προσοχή του κοινού από το κεντρικό πρόβλημα, τη συντελούμενη οικονομική και κοινωνική καταστροφή της χώρας, προς ένα δευτερεύον, το μεταναστευτικό, καθιστώντας παράλληλα τους ξένους σε αποδιοπομπαίους τράγους. Έτσι του διαφεύγει, ότι η ξενοφοβία έχει πάψει να είναι απλώς κομματική τακτική, αλλά τείνει να γίνει μόνιμη κρατική πρακτική, που υποκαθιστά τις λειτουργίες του κράτους δικαίου.

Η μετάλλαξη αυτή, όπως δείχνουν τα γεγονότα των τελευταίων εβδομάδων, έχει δυο μοιραίες συνέπειες: Η πρώτη είναι, ότι η βία του ξενοφοβικού κράτους μεταπηδά τώρα και σε μέρος των γηγενών -εκείνων τουλάχιστον που υπερασπίζονται τους ξένους. Η καταγγελθείσα κακοποίηση δεκάδων αντιρατσιστών από αστυνομικούς σε κρατητήρια της Αθήνας, με τρόπο, όπως έγραψε «The Guardian», που θυμίζει το φριχτό βασανισμό ιρακινών κρατούμενων από αμερικανούς στρατιώτες στη φυλακή Άμπου Γκράιμπ, καθώς και η προσπάθεια του κ.Δένδια να καλύψει τους φερόμενους ως βασανιστές, επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές.

Η δεύτερη συνέπεια είναι η βαθμιαία συγκρότηση «γκρίζων» ζωνών μεταξύ των χώρων δράσης της Χρυσής Αυγής και ορισμένων κρατικών οργάνων, που προέρχεται από την αμοιβαία «διάχυση» των δραστηριοτήτων τους.

Αυτό έγινε εξόφθαλμο προ μηνός, όταν ορισμένοι αστυνομικοί, που είχαν αναλάβει την προσωπική ασφάλεια βουλευτών του νεοφασιστικού κόμματος, άρχισαν να συμμετέχουν με τον πιο αυτονόητο τρόπο σε επιδρομές των προστατευομένων τους κατά των ξένων. Και επιβεβαιώθηκε πρόσφατα κατά τα επεισόδια μπροστά στο θέατρο Χυτήριο, όταν ο χρυσαυγίτης βουλευτής Χρήστος Παππάς προέβη στην απελευθέρωση ενός συλληφθέντα ομοϊδεάτη του ύστερα από σύντομη συναλλαγή με τον επικεφαλής των αστυνομικών δυνάμεων.

Παρόμοια «γκρίζα» ζώνη, μόνο πιο «πολιτική», δημιουργήθηκε και όταν ο υπουργός εσωτερικών Ευριπίδης Στυλιανίδης προθυμοποιήθηκε να παραδώσει σε βουλευτές της Χρυσής Αυγής λίστες με τα παιδιά μεταναστών που φιλοξενούνται σε βρεφονηπιακούς σταθμούς.

Παρωνυχίδες; Μάλλον αγγελτήρια επερχόμενων δεινών. Η μεταπήδηση της βίας στους ντόπιους και η διεύρυνση των «γκρίζων» ζωνών θα μπορούσε, σε ακραία περίπτωση, να πάρει επιδημικό χαρακτήρα -και να σμπαραλιάσει έτσι τις θεσμικές αντιστάσεις ενώπιον του πραγματικού εσωτερικού εχθρού.

Γι αυτό φτάνει μια ματιά στην πρακτική του υπουργού «προστασίας» του πολίτη: Τα ίδια αστυνομικά όργανα, που κατά εντολή του συλλαμβάνουν καθημερινά χιλιάδες ξένους, το μοναδικό «έγκλημα» των οποίων είναι ότι μπήκαν στη χώρα χωρίς χαρτιά, μένουν συνήθως άπραγα μπροστά στους πραγματικούς εγκληματίες της Χρυσής Αυγής. Ο αριθμός των μέχρι τώρα συλληφθέντων Χρυσαυγιτών, είναι αστείος σε σύγκριση με εκείνους που βιαιοπραγούν ασύστολα καθημερινά. Αλλά και οι συλληφθέντες υφίστανται ελάχιστες ποινικές συνέπειες -οι περισσότεροι αφήνονται ελεύθεροι σχεδόν αμέσως μετά τη σύλληψή τους από τις Αρχές.

Η φάρσα επαναλαμβάνεται και στη Βουλή. Ο Νίκος Δένδιας δεν παύει να διακηρύσσει σε αυτήν εμφατικά, ότι «τα ναζιστικά τάγματα εφόδου» δεν θα περάσουν. Όχι με αυτόν ως υπουργό «προστασίας» του πολίτη. Και όχι με τον ίδιο ως μαχόμενο δημοκράτη, δικηγόρο και άνθρωπο. Όμως τα μάτια του, όπως τα μεγεθύνει ο τηλεοπτικός φακός, τον προδίδουν. Το μόνο που αποτυπώνεται σε αυτά είναι ο τρόμος μπροστά σε ένα ανεξήγητο γι αυτόν, και ως εκ τούτου άκρως απειλητικό φαινόμενο, καθώς, γιατί όχι, και μια υποψία ενοχής για ό,τι κάνει ο ίδιος -ή και για ό,τι δεν κάνει.

Η εδραίωση του ξενοφοβικού κράτους δεν είναι ανεπίστρεπτο φαινόμενο. Παρά τα εξασθενημένα δημοκρατικά της ανακλαστικά, η ελληνική κοινωνία, ή τουλάχιστον το μέρος της που δεν έχει ποτιστεί ακόμα με το δηλητήριο της ξενοφαγίας, μπορεί ακόμα να τη φρενάρει.

Η προϋπόθεση γι αυτό είναι όμως ο ακριβής προσδιορισμός του φαινομένου. Σε αυτό ανήκει και η διαπίστωση, ότι παρά τις όποιες γκρίζες ζώνες, η τάξη που έχει σκοπό να επιβάλει η Χρυσή Αυγή είναι εντελώς διαφορετική από τη σημερινή -όσο και να υπονομεύονται εκ των έσω οι θεσμοί της τελευταίας.

Άλλο το κράτος του Νίκου Δένδια, και άλλο εκείνο του Ηλία Παναγιώταρου. Άλλο η δράση των επιμέρους τουλάχιστον ελεγχόμενων κρατικών μηχανισμών, και άλλο η τυφλή νεοναζιστική βία. Άλλο η κρατική ξενοφοβία, η οποία αδιαφορεί για τα ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά των ανεπιθύμητων ξένων, και άλλο ο ρατσισμός, που τους θεωρεί εκ προοιμίου «υπανθρώπους». Την τελευταία αυτή διάκριση θα έπρεπε, κατά τα άλλα, να προσέξουν ιδιαίτερα και τα κόμματα της Αριστεράς, τα οποία καταγγέλλουν με υστερικό και άκριτο τρόπο ως «ρατσιστική» κάθε διάκριση που γίνεται εις βάρος αλλοδαπών -όπως πρόσφατα σε ορισμένα ελληνικά νοσοκομεία.

Το πρόβλημα δεν είναι απλό. Από τη μια είναι σαφές, ότι τα δυο αυτά φαινόμενα έχουν αυθύπαρκτη υπόσταση. Από την άλλη όμως αλληλοτροφοδοτούνται: Η ξενοφοβία υποθάλπει το ρατσισμό, ο ρατσισμός την ξενοφοβία. Και παρόλο που δεν συμπίπτουν ποτέ μεταξύ τους, έχουν, ανάλογα με τη συγκυρία, λιγότερα, ή περισσότερα σημεία επαφής.

Για αυτό και η απλή καταγγελία της Χρυσής Αυγής από τους δημοκράτες δεν φτάνει -ενίοτε έχει κανείς την εντύπωση ότι την χρησιμοποιούν ως άλλοθι για την «παράβλεψη», ή και την αποσιώπηση της ξενοφοβικής στρέβλωσης του πολιτικού συστήματος. Όμως ο κίνδυνος που απορρέει από αυτήν είναι υπαρκτός και απειλεί τους πάντες, ακόμα και τους πρωταιτίους της. Όποιος έχει μάτια βλέπει: φτάνει να κοιτάξει σε κοντινό πλάνο την έντρομη ματιά του Νίκου Δένδια.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk