Αγιος από τα αποδυτήρια

Με την οικονομική ύφεση των τελευταίων χρόνων, η ελληνική κινηματογραφία στη μεγάλη πλειονότητά της απαρτίζεται από παραγωγές χειροποίητων ταινιών γυρισμένων σχεδόν τσάμπα αλλά με πολλή ψυχή. Ενθαρρυντικό λοιπόν να βλέπεις την ηλιαχτίδα μιας πλούσιας, επαγγελματικά γυρισμένης και επιπέδου υψηλών προδιαγραφών διεθνούς συμπαραγωγής στην οποία μετέχει η Ελλάδα. Μόνο καλή επιτυχία μπορείς να της ευχηθείς.

Με την οικονομική ύφεση των τελευταίων χρόνων, η ελληνική κινηματογραφία στη μεγάλη πλειονότητά της απαρτίζεται από παραγωγές χειροποίητων ταινιών γυρισμένων σχεδόν τσάμπα αλλά με πολλή ψυχή. Ενθαρρυντικό λοιπόν να βλέπεις την ηλιαχτίδα μιας πλούσιας, επαγγελματικά γυρισμένης και επιπέδου υψηλών προδιαγραφών διεθνούς συμπαραγωγής στην οποία μετέχει η Ελλάδα. Μόνο καλή επιτυχία μπορείς να της ευχηθείς.
Βέβαια το γεγονός ότι το «Ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι» υλοποιήθηκε ως εκ θαύματος μέσα στην κρίση, δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι η ταινία είναι αψεγάδιαστη. Οι ενστάσεις μου αφορούν κυρίως το σενάριο. Λιγότερο δουλεμένο από του «Ελ Γκρέκο», ίσως επειδή ήταν περισσότερο σύνθετο και σίγουρα πιο φιλόδοξο. Εχω την αίσθηση ότι η ανάγκη του Γιάννη Σμαραγδή να εξυψώσει στους ουρανούς το «βαρβάκειο ιδεώδες», του γύρισε μπούμερανγκ. Πεπεισμένος ότι ο Βαρβάκης και η ιστορία του μπορούν να γίνουν πρότυπα σε μια εποχή που οι Ελληνες δεν βρίσκουν πουθενά πρότυπα, ο Σμαραγδής δεν έχτισε με υπομονή τον αγράμματο ήρωά του, ο οποίος παρεμπιπτόντως στο πρόσωπο του γερμανού ηθοποιού Σεμπάστιαν Κοχ δείχνει ο πιο μορφωμένος όλων των ηρώων της ταινίας.
Ανυπόμονος να περάσει το μεγάλο «Μήνυμα», ο σκηνοθέτης στηρίχτηκε στην άψογη δουλειά του διευθυντή φωτογραφίας Αρη Σταύρου και έκανε αυτό ακριβώς: φωτογράφισε τον Βαρβάκη αντιμετωπίζοντάς τον ως «άγιο από τα αποδυτήρια». Πρώτα ο πειρατής, μετά ο δαιμόνιος έμπορος (μην ξεχνάμε ότι ο Βαρβάκης έμεινε στην Ιστορία ως άνθρωπος που διέδωσε την αξία που είχε το χαβιάρι ως έδεσμα) και τέλος ο μετανάστης που ποτέ δεν ξέχασε τις ρίζες του, οπότε και αφοσιώθηκε στην ιδέα της επανάστασης κατά των Τούρκων. Περιέργως, αν το καλοσκεφτούμε, οι τρεις αυτές ιδιότητες του Βαρβάκη συνοψίζουν τη λίγο απ’ όλα φύση του Ελληνα, ένα αλλοπρόσαλλο συνονθύλευμα επιχειρηματικής καπατσοσύνης, πατριωτισμού, ανθρωπιάς και λαμογιάς.
Τα «βαρβάκεια» κεφάλαια στα οποία η ταινία έχει μοιραστεί «κάθονται» μονοκόμματα, χωρίς ευελιξία και με μια καλή μεν μουσική (Μίνως Μάτσας), που όμως ποτέ δεν σταματά! «Τώρα θα σας δείξω τον Βαρβάκη πειρατή» σαν να λέει ο σκηνοθέτης. Και τώρα θα δείτε πώς ο Βαρβάκης κέρδισε στη Ρωσία την εύνοια της Αικατερίνης της Μεγάλης (αγνώριστη από τα λίφτινγκ η Κατρίν Ντενέβ). Και να πώς ο Βαρβάκης με την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος αντιλήφθηκε την αξία που έχει το χαβιάρι. Ιδού και το πώς αποφάσισε να γίνει επαναστάτης.
Τα βλέπουμε, εντάξει, αλλά «μονοκοπανιά» και επίπεδα, χωρίς τη στοιχειώδη εσωτερικότητα που θα κατέληγε σε ένα οργανικό δέσιμο και θα οδηγούσε την ταινία σε άλλα επίπεδα. Τι θα μπορούσε να τα δέσει; Νομίζω η βαθύτερη επεξεργασία της μόνης γνήσιας σύγκρουσης ανθρώπων στην ταινία: ανάμεσα στον Βαρβάκη και στον κάποτε σύμμαχό του, τον Λεφεντάριο (Χουάν Ντιέγκο Μπότο), που εξελίχθηκε σε εχθρό του. Ομως ο Σμαραγδής αντιμετωπίζει τη σχέση τους επιδερμικά και τον Λεφεντάριο ως κομπάρσο ενώ αφηγείται την ιστορία του Βαρβάκη στον βρετανό διοικητή της Ζακύνθου στο Λοιμοκαθαρτήριο της οποίας ο Βαρβάκης μεταφέρεται. Και ξέρετε κάτι; Οι μόνες σκηνές που πήρα μαζί μου από την ταινία είναι του Λεφεντάριου με τον διοικητή, τον οποίο υποδύεται με χιούμορ (το μόνο χιούμορ στην ταινία) ο πρώην Μόντι Πάιθον, Τζον Κλιζ. Αυτές και τις σκηνές με τον Ακη Σακελλαρίου ο οποίος στον ρόλο του δασκάλου του Βαρβάκη είναι ο μόνος ίσως ηθοποιός της ταινίας που πλάθει έναν πραγματικά ολοκληρωμένο ήρωα.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk