Με κλειστά μάτια

Κατά τη διάρκεια των δοκιμών για την παράσταση «Brace up!» (βασισμένη στις «Τρεις αδελφές» του Τσέχοφ), η Ελίζαμπεθ Λεκόντ, σκηνοθέτις της περίφημης νεοϋορκέζικης ομάδας Wooster Group, είχε ζητήσει από τις ηθοποιούς που υποδύονταν τις αδελφές να έχουν τα μάτια τους δεμένα.

Κατά τη διάρκεια των δοκιμών για την παράσταση «Brace up!» (βασισμένη στις «Τρεις αδελφές» του Τσέχοφ), η Ελίζαμπεθ Λεκόντ, σκηνοθέτις της περίφημης νεοϋορκέζικης ομάδας Wooster Group, είχε ζητήσει από τις ηθοποιούς που υποδύονταν τις αδελφές να έχουν τα μάτια τους δεμένα. Για την ακρίβεια φορούσαν τσιρότα και σκούρα γυαλιά. Ετσι, «τυφλές», κινούνταν λέγοντας τα λόγια τους∙ κάθε φορά που περνούσαν τα όρια της σκηνής, ένα καμπανάκι χτυπούσε και ένας «φρουρός» τις επανέφερε στην ασφάλεια.
Σχολιάζοντας την τακτική αυτή, συνεργάτις της παράστασης δήλωνε αργότερα σε συνέντευξή της: «Νομίζω ότι η Λιζ (Λεκόντ) αναζητούσε κάποιο είδος κίνησης που θα είχε ενδιαφέρον να την παρακολουθείς. Δεν υπήρχε κανένας λόγος, εκτός ίσως από την επιθυμία της να τις εμποδίσει να ερμηνεύουν».
Το παιχνίδι ως μέσον εξορκισμού οποιουδήποτε είδους ψυχολογικής προσέγγισης υπήρξε ανέκαθεν προσφιλής μέθοδος της Λεκόντ. Στη δουλειά της δεν υπάρχουν χαρακτήρες με την κλασική έννοια. Αυτό που ζήτησε από τις τρεις ηθοποιούς ήταν να επιδείξουν περισσότερο τη δική τους προσωπικότητα παρά να προσπαθήσουν να μπουν στους «ρόλους».
Στο «Brace up!» – που πρωτοανέβηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’90 – ο ένας μετά τον άλλον οι ηθοποιοί εμφανίζονται και λένε τους μονολόγους τους, πότε ζωντανά και πότε μαγνητοσκοπημένα, με τα πρόσωπά τους να προβάλλουν από τις κυλιόμενες οθόνες τηλεόρασης. Συντονιστής όλων ο Αφηγητής (Κέιτ Φολκ) που συστήνει τους ήρωες στο κοινό, τους ειρωνεύεται, γεμίζει τα κενά και γενικώς φροντίζει με χιουμοριστικό τρόπο να εξομαλύνει την αποσπασματικότητα της δράσης.
Η αίσθηση που αναδύεται είναι ότι οι ήρωες σπανίως κατοικούν ταυτόχρονα στον ίδιο χωροχρόνο: βρίσκεται ο καθένας στη δική του, προσωπική σφαίρα ύπαρξης, απομονωμένοι μεταξύ τους, χωρίς όμως να το παίρνουν και κατάκαρδα.
Οταν ρωτήθηκε πώς κατάφερε να αποτινάξει τα κλισέ που καταδιώκουν το χιλιοπαιγμένο κείμενο του Τσέχοφ, η σκηνοθέτις εξήγησε ότι τη βοήθησε ιδιαίτερα η μετάφραση του Πολ Σμιτ. «Το σενάριο του Πολ είναι σαν μια όμορφη σαπουνόπερα (…) μια εξιδανικευμένη εκδοχή σαπουνόπερας που μπορεί να έχει μεγάλο βάθος και ταυτόχρονα να είναι πολύ ρηχή». Ετσι, μεταξύ σοβαρού και αστείου («στο χείλος της κωμωδίας» λέει η ίδια), με τους ηθοποιούς αποστασιοποιημένους, να κάνουν ο καθένας το «δικό του», με ελλειπτικότητα και επανάληψη, με έναν λόγο καθημερινό, με τις οθόνες να προβάλλουν αιφνιδιαστικά πλάνα από τον «Γκοτζίλα» ή από τον «Ερρίκο Ε’» του Κένεθ Μπράνα, με την Ιρίνα, τη νεότερη αδελφή, να ενσαρκώνεται από μια εβδομηντάχρονη ηθοποιό, με επιρροές από το θέατρο Νο (βλέπε τις εισόδους και τις εξόδους πάνω σε στενόμακρες ράμπες στο βάθος), με σύντομα χορευτικά ιντερλούδια, το Wooster Group κατάφερε όχι να αναπαραστήσει τον κόσμο του Τσέχοφ, αλλά να δημιουργήσει έναν δικό του: ένα ρυθμικό κολάζ αναφορών, εικόνων, κινήσεων και ήχων, που διερευνά τις έννοιες της απουσίας και της παρουσίας, ακροβατεί μεταξύ συγκινητικού και ανάλαφρου, προτείνει δικούς του κώδικες, παίζει με τις προσδοκίες μας, και ξαναφαντάζεται τον Τσέχοφ μέσα από τη δική του σύγχρονη, μεταμοντέρνα αισθητική.
Ορισμένα κλασικά κείμενα (κατ’ εξοχήν ανάμεσά τους «Οι τρεις αδελφές») δεν έχει νόημα να ανεβαίνουν πια, παρά μόνο αν οι συντελεστές είναι διατεθειμένοι να ρισκάρουν: να αφήσουν πίσω τους κάθε προκατασκευασμένη αντίληψη για τους ήρωες και τις «ταμπέλες» που κουβαλάει ο καθένας, κάθε ασαφή ψυχολογική θεωρία περί μελαγχολίας, ματαιότητας, μοναξιάς, χαμένης νιότης, ακυρωμένων ελπίδων κ.ο.κ. Δεν έχουμε ανάγκη να ακούσουμε για εκατομμυριοστή φορά μια ιστορία που την έχουμε μάθει απ’ έξω – όπως κάθε μονόλογο και κάθε διάλογο -, να ξαναδούμε ηθοποιούς να «ερμηνεύουν» την αθωότητα της μικρότερης, το πάθος της μεσαίας και την καρτερικότητα της μεγαλύτερης αδελφής – ακριβώς όπως έκανε δηλαδή ο θίασος που παρουσίασε το έργο «Τρεις αδελφές à Moscou, to Moscow, nach Moskau!» στο θέατρο Baumstrasse.
Ολα τα θαυμαστικά και όλες οι ξένες γλώσσες του τίτλου δεν αρκούν για να αναιρέσουν την αφέλεια της παράστασης, αυτής της προσπάθειας να ανεβάσουμε χαριτωμένα τον Τσέχοφ, γιατί είμαστε μια χαρωπή παρέα γύρω από το πιάνο που πιστεύουμε ότι οι «Αδελφές» ως ημι-μιούζικαλ συνιστούν μια ενδιαφέρουσα πρόταση, όταν τελικά το εγχείρημα ξεχειλίζει από γλυκερό συναίσθημα, κοινότοπες ερμηνείες, και δεν εξασφαλίζει παρά ακόμη ένα αναμάσημα των στερεοτύπων που οικοδομήθηκαν δεκαετίες τώρα ως κακέκτυπα της κληρονομιάς Στανισλάφσκι.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk