Η ενημέρωση, φάρμακο για μολύνσεις και προκαταλήψεις

H χρόνια λοίμωξη με τον ιό της ηπατίτιδας C (HCV), ο οποίος απομονώθηκε το 1989, είναι ένας από τους κυριότερους παράγοντες χρόνιας ηπατοπάθειας, κίρρωσης και ηπατοκυτταρικού καρκίνου και αποτελεί παγκόσμιο πρόβλημα δημόσιας υγείας. Περίπου 200 εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως έχουν χρόνια λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας C και 3-4 εκατομμύρια νέες περιπτώσεις εμφανίζονται ετησίως. Στην Ελλάδα το ποσοστό της λοίμωξης υπολογίζεται σε 1,9%, δηλαδή περίπου 200.000 άτομα έχουν μολυνθεί από τον ιό.

H χρόνια λοίμωξη με τον ιό της ηπατίτιδας C (HCV), ο οποίος απομονώθηκε το 1989, είναι ένας από τους κυριότερους παράγοντες χρόνιας ηπατοπάθειας, κίρρωσης και ηπατοκυτταρικού καρκίνου και αποτελεί παγκόσμιο πρόβλημα δημόσιας υγείας. Περίπου 200 εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως έχουν χρόνια λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας C και 3-4 εκατομμύρια νέες περιπτώσεις εμφανίζονται ετησίως. Στην Ελλάδα το ποσοστό της λοίμωξης υπολογίζεται σε 1,9%, δηλαδή περίπου 200.000 άτομα έχουν μολυνθεί από τον ιό.
Το χρονικό διάστημα από τη στιγμή της μόλυνσης ως την εμφάνιση συμπτωμάτων κυμαίνεται για την ηπατίτιδα C από 30 ως 90 ημέρες (περίοδος επώασης). Μόνο ένα ποσοστό 25%-35% των ατόμων με οξεία ηπατίτιδα C έχει συμπτώματα όπως αδυναμία, κόπωση, ανορεξία, ενώ μερικοί μπορεί να εμφανίσουν ίκτερο. Το μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών (75%-85%) δεν θα καταφέρει να αποβάλει τον ιό και θα αναπτύξει χρόνια ηπατίτιδα C, μη έχοντας απολύτως κανένα σύμπτωμα. Για τους περισσότερους ασθενείς υπάρχει ένα μέσο χρονικό διάστημα 13 ετών για την ανάπτυξη συμπτωμάτων.
Ανάπτυξη κίρρωσης συμβαίνει πιο συχνά σε μεσηλίκους απ’ ό,τι σε νέους. Η ταυτόχρονη παρουσία ηπατίτιδας Β ή λοίμωξης από τον ιό του AIDS, καθώς και η κατάχρηση αλκοόλ, είναι παράγοντες που επιταχύνουν την εξέλιξη της ηπατικής νόσου προς κίρρωση. Μετά τη μόλυνση από τον ιό της ηπατίτιδας C ο οργανισμός παράγει αντισώματα σε μια προσπάθεια καταπολέμησης της λοίμωξης. Η ανεύρεση των ειδικών αντισωμάτων (anti-HCV) δεν δείχνει αν πρόκειται για οξεία ηπατίτιδα (εκτός κι αν υπάρχουν συμπτώματα συμβατά), χρόνια ηπατίτιδα ή παρελθούσα λοίμωξη. Η επιβεβαίωση γίνεται με ειδικές εξετάσεις (RIBA, HCV RNA). Η διάγνωση στις περισσότερες περιπτώσεις γίνεται τυχαία (π.χ., έπειτα από εθελοντική αιμοδοσία ή στο πλαίσιο διερεύνησης αυξημένων τρανσαμινασών), αφού η πλειονότητα των ασθενών δεν έχει συμπτώματα.
Ο ιός της ηπατίτιδας C μεταδίδεται από μολυσμένα με αίμα αντικείμενα (π.χ., σύριγγες, ξυραφάκια, βελόνες) και σπάνια από σεξουαλική επαφή ή από τη μητέρα στο παιδί της. Δεν υπάρχει εμβόλιο. Η ηπατίτιδα C δεν μεταδίδεται με τον αέρα, το νερό, την τροφή, τα σκεύη (μαγειρικά ή εστιάσεως), την κοινωνική επαφή ή τη χρήση τουαλέτας. Η χειραψία, οι εναγκαλισμοί, τα φιλιά, ο βήχας ή το φτέρνισμα δεν αποτελούν κίνδυνο μετάδοσης. Ως εκ τούτου τα άτομα που είναι φορείς ηπατίτιδας C δεν πρέπει να υποβάλλονται σε περιορισμούς.
Σε περίπτωση τραυματισμού τους επιβάλλεται η τήρηση βασικών μέτρων προφύλαξης:
  • Χρήση γαντιών κατά την άμεση επαφή με αίμα.
  • Κάλυψη κάθε ανοικτής πληγής ή τραύματος.
  • Καθαρισμός επιφανειών που ήλθαν σε επαφή με σταγόνες αίματος με αδιάλυτη χλωρίνη.
Θεραπεία: Η χρήση συνδυασμού αντι-ιικών φαρμάκων έχει βελτιώσει σημαντικά τη θεραπεία της ηπατίτιδας C. Οι ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα C θα πρέπει να έχουν τακτική ιατρική παρακολούθηση, να μην καταναλώνουν αλκοόλ, να μη λαμβάνουν φάρμακα χωρίς ιατρική οδηγία και να εμβολιάζονται για την ηπατίτιδα Α και Β. Συνδυασμένη θεραπεία, με υποδόριες ενέσεις πεγκυλιωμένης ιντερφερόνης και δισκίων ριμπαβιρίνης, είναι σήμερα η θεραπεία εκλογής για όσους ασθενείς υπάρχει ένδειξη θεραπευτικής παρέμβασης. Η χορήγηση αυτών των φαρμάκων θα πρέπει να γίνεται κάτω από στενή ιατρική παρακολούθηση λόγω των συχνών παρενεργειών. Το ποσοστό ανταπόκρισης κυμαίνεται από 40% ως 80%.
Πολύ πρόσφατα εγκρίθηκε στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη η κυκλοφορία των πρώτων δύο από τα νέας γενιάς φάρμακα τα οποία αναμένεται να αλλάξουν ριζικά το τοπίο στη θεραπεία των ασθενών με χρόνια HCV λοίμωξη. Τα δύο αυτά φάρμακα, μποσεπρεβίρη (boceprevir) και τελαπρεβίρη (telaprevir), χορηγούνται ως δισκία, έχουν ισχυρή αντι-ιική δράση, αλλά προς το παρόν πρέπει να χορηγούνται σε συνδυασμό με πεγκυλιωμένη ιντερφερόνη-άλφα και ριμπαβιρίνη και ποτέ ως μονοθεραπεία. Η εφαρμογή τους πρέπει να γίνεται από καλά ενημερωμένους γιατρούς με συνεχή επιτήρηση και κλινικοεργαστηριακή παρακολούθηση των ασθενών. Με τη χρήση των νέων φαρμάκων αναμένεται να αυξηθεί το ποσοστό ανταπόκρισης στη θεραπεία με ταυτόχρονη μείωση της διάρκειάς της.
Πληθώρα νέων φαρμάκων δοκιμάζονται σήμερα σε πολυάριθμες υπό εξέλιξη κλινικές δοκιμές και η επιστημονική έρευνα υπόσχεται ότι στο μέλλον θα είναι δυνατή η θεραπεία όλων ή σχεδόν όλων των ασθενών με χρόνια HCV λοίμωξη με βραχύχρονα, ασφαλή και καλώς ανεκτά αντι-ιικά σχήματα.
Το Γραφείο για την Ηπατίτιδα του ΚΕΕΛΠΝΟ είναι στη διάθεση του κοινού και των επαγγελματιών υγείας. Για οποιαδήποτε πληροφορία μπορείτε να απευθύνεστε στα τηλέφωνα 210 5212.178, 210 5212.183 και στην ιστοσελίδα www.keelpno.gr.
Μόνο η σωστή ενημέρωση μπορεί να βοηθήσει στην πρόληψη και στον περιορισμό της μόλυνσης, στην εξάλειψη της αδικαιολόγητης ανησυχίας, των φόβων και προκαταλήψεων και να αποτρέψει τη συναισθηματική και κοινωνική απομόνωση των ατόμων που είναι χρόνιοι φορείς της ηπατίτιδας C.
Η δρ Γεωργία Νικολοπούλου είναι παιδίατρος – λοιμωξιολόγος, υπεύθυνη του Γραφείου για την Ηπατίτιδα του ΚΕΕΛΠΝΟ.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Αφιερώματα
ΒΗΜΑτοδότης
  • Ο γρίφος της Μποτσουάνα Οι αγορές είναι προεξοφλητικοί μηχανισμοί, στην περίπτωση της νέας μετάλλαξης , προεξόφλησαν ξανά το χειρότερο, δηλαδή νέους περιορισμούς στις... ΒΗΜΑτοδότης |
Σίβυλλα
Helios Kiosk