O καινούργιος Στιγκ Λάρσον

Στη Νορβηγία τα πράγματα δεν είναι πάντα όπως φαίνονται. Ο 52χρονος Τζο Νέσμπο το ξέρει. Φαίνεται από το όνομά του πρώτα απ’ όλα. «Γιου Νέσμπε» θα το προφέρει, αλλά είναι αδύνατο να μεταφέρεις με ακρίβεια στο χαρτί την ένρινη προφορά, τους φθόγγους και λαρυγγισμούς της νορβηγικής ντοπιολαλιάς. Ακούγεται σαν τον απόηχο μιας λέξης που χάνεται στα ομιχλώδη νορβηγικά δάση, σε μια χώρα όπου ο ήλιος δύει νωρίς. Σε μια χώρα η οποία «… μπορεί να καυχιέται πως έβγαλε έναν Ερρίκο Ιψεν, έναν Εντβαρτ Μουνχ και τον πιο ευπώλητο συγγραφέα αστυνομικών θρίλερ, τον Τζο Νέσμπο», όπως έχει σχολιάσει η εφημερίδα «The New York Times».

Υπερβολική η σύγκριση, αλλά ο Νέσμπο, όπως και οι πρόγονοί του, διαθέτει τη διεισδυτικότητα και την ειλικρίνεια που του επιτρέπουν να βλέπει πέρα από το ειδυλλιακό τοπίο. Να μην αγνοεί τους σκελετούς στην ντουλάπα, όπως θα έλεγαν και οι Αγγλοσάξονες. Οπως την αμφίσημη στάση της Νορβηγίας κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (οι Μπρέιβικ του κόσμου ετούτου δεν ξεφυτρώνουν από το πουθενά) ή τον σεξισμό που υφίστανται οι γυναίκες ακόμη και σε αυτή την τόσο προοδευτική κοινωνία.

Το σημαντικότερο, όμως, είναι η απόλαυση που αντλείς όταν διαβάζεις κάποιο από τα 16 βιβλία του, πολλά από τα οποία έχουν πλέον μεταφραστεί σε 40 γλώσσες. Η αγωνία, ή πιο εμπορικά αποκαλούμενη «σασπένς», σε κρατάει δέσμιο και σε ωθεί να ψηλαφήσεις τους τοίχους για να ανάψεις ένα δυνατό φως να σε συντροφεύει, χωρίς ποτέ να μπορείς να πάρεις τα μάτια σου από τις σελίδες. Και σε κάνει να προσπερνάς τους δυσπρόφερτους Μπγιορν, Μπίρτε, Γκούναρ που παρεμβάλλονται στην πλοκή. Στον μυθιστορηματικό κόσμο του, ο Τζο Νέσμπο βάζει τους κανόνες και εσύ ακολουθείς. Οπως περίπου συμβαίνει στις συνεντεύξεις του.

Στο βιβλίο σας «Ο χιονάνθρωπος» επαναλαμβάνετε μια ενδιαφέρουσα στατιστική, ότι το 15%-20% των παιδιών στη Σκανδιναβία έχουν διαφορετικό βιολογικό πατέρα από αυτόν που νομίζουν. Αποτέλεσε, άραγε, την αφορμή για τη συγγραφή του συγκεκριμένου βιβλίου; «Πάντα με εντυπωσίαζε αυτή η στατιστική. Είναι μόνο ένας αριθμός που, όμως, επιβεβαιώνει ότι πάντα υπάρχουν κρυμμένα μυστικά στις οικογένειες, ακριβώς όπως συμβαίνει στα έργα του Ερρίκου Ιψεν. Ωστόσο, η έμπνευση για αυτό το βιβλίο ήρθε από αλλού, από τον ίδιο τον τίτλο. Ενας φίλος μου ετοίμαζε μια ταινία θρίλερ και με ρώτησε αν είχα να προτείνω κάποιον τίτλο. Η ιστορία διαδραματιζόταν στα βουνά της Νορβηγίας τον χειμώνα, οπότε εγώ πρότεινα το “Χιονάνθρωπος”. Τελικά δεν τον χρησιμοποίησε, ωστόσο εγώ άρχισα να παίζω με τον τίτλο και τις ιδέες που μου έρχονταν συνειρμικά. Συνήθως ο τίτλος είναι το τελευταίο πράγμα που βρίσκω στα βιβλία μου».

Πώς οδηγείστε, δηλαδή, στην πλοκή σε άλλες περιπτώσεις; «Δεν αποζητώ κάτι που να εξιτάρει τη φαντασία μου. Ολα έρχονται φυσικά. Από μικρός έπλαθα ιστορίες με το μυαλό μου. Την περασμένη εβδομάδα ήμουν με έναν φίλο και το τρίχρονο παιδί του. Καθόταν επάνω σε μια πέτρα με δύο ξύλα και μιλούσε με ενθουσιασμό στον εαυτό του. Ελεγε ιστορίες για άλογα και για κάποιον που θα ερχόταν να τον σώσει. Ετσι όπως τον είδα συνειδητοποίησα ότι έκανα ακριβώς το ίδιο όταν ήμουν παιδί. Ολα τα παιδιά το κάνουν. Η διαφορά είναι ότι όταν μεγαλώνουν συνήθως σταματούν. Εγώ συνέχισα. Πάντως, νομίζω ότι η μόνη γνήσια έμπνευση είναι η ανία. Δεν έχεις τι να κάνεις και γεμίζεις τον χρόνο σου με ιστορίες που επινοείς».

Οταν αρχίσατε να γράφετε, εργαζόσασταν ως χρηματιστής και μάλιστα επιτυχημένος και καλοπληρωμένος. Παράλληλα υπήρξατε μέλος του δημοφιλέστατου μουσικού γκρουπ στη Νορβηγία, των Di Derre. Σίγουρα δεν προλαβαίνατε να βαρεθείτε… «Υποθέτω ότι, παρ’ όλα αυτά, βαριόμουν πολύ. Να σας εξηγήσω. Το γράψιμο είναι σαν να έχεις στην κατοχή σου ένα σύμπαν μέσα στο οποίο μπορείς να εισέλθεις όποτε θέλεις, αφήνοντας έξω από αυτό οτιδήποτε σε απασχολεί και δεν το θέλεις κοντά σου. Με τις ιστορίες μου μπορώ να δραπετεύσω, όπως και ο αναγνώστης, αν το επιθυμεί. Μπορώ να δραπετεύσω από την ανία».

Γιατί επιλέξατε το αστυνομικό μυθιστόρημα για να «δραπετεύετε»; «Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ. Τουλάχιστον όχι συνειδητά. Είχα άδεια από τη δουλειά μου ως χρηματιστής, χρειαζόμουν και ένα διάλειμμα από το συγκρότημά μου, γιατί είχαμε δουλέψει πάρα πολύ σκληρά. Είχαμε δώσει 180 συναυλίες σε έναν χρόνο χωρίς να έχω σταματήσει ποτέ την πρωινή δουλειά μου. Διέθετα περιορισμένο χρόνο για να γράψω ένα βιβλίο. Ημουν σχεδόν βέβαιος ότι δεν υπήρχε περίπτωση να εκδοθεί, οπότε το είδα σαν ένα πείραμα τύπου: “Μπορώ να το κάνω;”. Αποφάσισα να με διευκολύνω. Θα έγραφα ένα αστυνομικό μυθιστόρημα… Τελικά, όμως, το βιβλίο μου εκδόθηκε. Εξεπλάγην. Είχα γράψει το μεγαλύτερο μέρος του μέσα σε πέντε εβδομάδες. Οταν με ρώτησαν σχετικά, τους είπα ότι χρειάστηκε ενάμισης χρόνος. Ετσι, για να δείξω ότι είχα δουλέψει πολύ σκληρά. Αυτό που έμαθα, όμως, γράφοντας αυτό το πρώτο βιβλίο είναι ότι στο αστυνομικό μυθιστόρημα πρέπει να αποσπάς την προσοχή του αναγνώστη και να την κατευθύνεις σε λάθος λεπτομέρειες. Οπως ένας μάγος δείχνει ότι κάνει ένα τρικ με το δεξί του χέρι, ενώ στην ουσία χρησιμοποιεί το αριστερό. Μου αρέσει αυτό. Δεν συμβαίνει στα άλλα είδη είδη λογοτεχνικής αφήγησης».

Πάντως, δεν ακούγεται και τόσο «εύκολο»… «Εμένα μου φαινόταν εύκολο. Ισως λόγω της οικογένειάς μου. Ο πατέρας μου και οι δύο αδελφοί μου έλεγαν πολλές ιστορίες. Ιδίως ο πατέρας μου διάβαζε κάθε μέρα στο καθιστικό του σπιτιού και μετά μας διηγούνταν ιστορίες. Συχνά ήταν οι ίδιες, αλλά τις έλεγε με τέτοιο τρόπο, που ήθελες να τις ακούς ξανά και ξανά. Κατάλαβα, λοιπόν, από νωρίς πως όταν δίνεις κάποια στοιχεία στον αναγνώστη, εκείνος θα τα ακολουθήσει. Νομίζω ότι έμαθα με αυτόν τον τρόπο πώς να χειραγωγώ το κοινό κατά κάποιον τρόπο. Τους καλλιεργείς προσδοκίες και μετά τους στρέφεις προς τη λάθος κατεύθυνση».

Στα βιβλία σας παραθέτετε, πάντως, πολλές λεπτομέρειες, ανατομικής, ιατροδικαστικής, βαλλιστικής φύσεως. Από πού αντλείτε αυτή την εξειδικευμένη γνώση; «Καταφεύγω σε έναν συνδυασμό πηγών. Προτιμώ, όμως, να ρωτάω ανθρώπους, να τους παίρνω “συνέντευξη”. Βρίσκω τους καλύτερους στον τομέα τους και μαθαίνω από αυτούς ό,τι χρειάζεται να ξέρω».

Επίσης δεν ξεχνάτε άλλη μια παλαιότερη ιδιότητά σας, αυτή του δημοσιογράφου… «Οι φίλοι μου που είναι “πραγματικοί” δημοσιογράφοι ενοχλούνται όταν ο κόσμος με αποκαλεί δημοσιογράφο. Δούλεψα ως freelancer για κάποια χρόνια, προτού ασχοληθώ με τα οικονομικά. Πού και πού έκανα κάποιες συνεντεύξεις. Οχι ότι αυτό δεν θεωρείται δημοσιογραφία, αλλά να, επειδή δεν έκανα έρευνα με έβλεπαν λίγο αφ’ υψηλού».

Εχετε υπάρξει, λοιπόν, ποδοσφαιριστής, χρηματιστής, ποπ σταρ, συγγραφέας. Θα θέλατε να κάνετε κάτι ακόμη στη ζωή σας; «Οχι. Νομίζω ότι βρήκα τη δουλειά που θέλω να κρατήσω για την υπόλοιπη ζωή μου. Κάποια στιγμή μπορεί να βγω εκτός μόδας, οπότε τότε θα ξαναγίνω εκείνος ο τύπος που γράφει ιστορίες για τους φίλους του. Αυτός είναι ο στόχος μου: να είμαι δημοφιλής όσο καιρό μπορώ. Οταν η προσοχή του κόσμου στραφεί αλλού, εγώ θα συνεχίσω να γράφω. Και ποιος ξέρει; Μπορεί τότε να γράψω τα καλύτερα βιβλία μου».

Πώς αισθάνεστε που σας έχουν αποκαλέσει τον «νέο Στιγκ Λάρσον»; «Νομίζω ότι οι περισσότεροι συγγραφείς δεν θέλουν να θεωρούνται ο νέος τάδε ή ο νέος δείνα. Ούτως ή άλλως, μου απέδιδαν αυτόν τον χαρακτηρισμό πριν από καιρό. Αλλά ούτε τότε με ένοιαζε. Θα μπορούσε να ήταν και χειρότερα. Θα μπορούσαν να με αποκαλούν “νέο Νταν Μπράουν”».

Το έργο σας εντάσσεται συνήθως μέσα στο ευρύ φάσμα της «σκανδιναβικής αστυνομικής λογοτεχνίας». Πιστεύετε ότι τα βιβλία σας ανήκουν εκεί ή πρόκειται για μια πολύ μεγάλη γενίκευση; «Δεν αισθάνομαι μέρος της. Νιώθω ότι αποτελώ μέρος αυτής της παράδοσης, ό,τι διαβάζεις εξάλλου αναπόφευκτα σε επηρεάζει, αλλά δεν πιστεύω ότι η δουλειά μου εκπορεύεται από εκεί. Οχι ότι δεν έχω διαβάσει σκανδιναβική αστυνομική λογοτεχνία. Εχω διαβάσει λίγα βιβλία των Σγιεβάλ και Βαλέε, οι οποίοι είναι οι μετρ του είδους στη Σκανδιναβία. Θα έλεγα, όμως, ότι το αμερικανικό αστυνομικό μυθιστόρημα με έχει επηρεάσει και όχι το σκανδιναβικό. Το λεγόμενο “hardboiled” (σ.σ.: με τον σκληροτράχηλο, αλλά ευαίσθητο ντετέκτιβ). Ακόμη περισσότερο, όμως, με έχουν επηρεάσει οι ταινίες. Οι συγγραφείς της δικής μου γενιάς έχουν δει πολλές ταινίες, περισσότερες από όσα βιβλία έχουν προλάβει να διαβάσουν. Και αυτό είναι ευδιάκριτο στη σύγχρονη γραφή. Η δομή των σύγχρονων βιβλίων θυμίζει σενάριο ταινίας. Mε την εισαγωγή της, το κυρίως μέρος της και την επίλυση του μυστηρίου στο τέλος. Για παράδειγμα, ξεκινάς με έναν διάλογο και μετά περιγράφεις πού βρίσκονται οι ήρωες, σαν να σηκώνεται η κάμερα και να αποκτάς πανοραμική εικόνα. Ο Κάρολος Ντίκενς και ο Ερνεστ Χεμινγουέι δεν το έκαναν αυτό».

Δεδομένου ότι ένα από τα βιβλία σας, το «Κυνηγοί κεφαλών» έχει ήδη γίνει ταινία και ότι άλλο ένα, το «Ο χιονάνθρωπος» πρόκειται να ακολουθήσει, νιώθετε την ανάγκη να «διευκολύνετε» τους υποψήφιους ενδιαφερόμενους γράφεφοντας βιβλία με δομή σεναρίου; «Καταλαβαίνω τι εννοείτε. Οταν ξεκίνησα να γράφω, απευθυνόμουν σε δύο φίλους μου και στον εαυτό μου. Μπήκα στον πειρασμό να κάνω αυτό που λέτε όταν άρχισαν να μεταφράζονται τα βιβλία μου. Θα μπορούσα να αρχίσω να γράφω με τρόπο που θα ήταν πιο προσιτός σε ένα διεθνές κοινό, να εξηγώ, λόγου χάρη, με λεπτομέρειες ό,τι ήταν πολύ “νορβηγικό” στα βιβλία μου. Δεν το έκανα. Προσπαθώ να επικεντρώνω την προσοχή μου στο κοινό που είχα όταν πρωτοξεκίνησα. Οσον αφορά τους “Κυνηγούς κεφαλών”, μπορώ να δω τώρα ότι το βιβλίο αυτό είναι γραμμένο σαν σενάριο ταινίας. Σίγουρα δεν ήταν πρόθεσή μου. Τουλάχιστον όχι συνειδητή. Δεν ξέρω αν το έχετε προσέξει, πάντως, οι περισσότερες ταινίες που γυρίζονται τα τελευταία πέντε με δέκα χρόνια εντός και εκτός Χόλιγουντ βασίζονται σε κάποιο βιβλίο».

Πώς σας φάνηκε η ταινία «Κυνηγοί κεφαλών»; Σας ρωτάω επειδή στην ταινία υπήρχε πολύ περισσότερο χιούμορ από ό,τι στο βιβλίο σας και αναρωτιόμουν αν σας ενόχλησε αυτή η «παρέκκλιση». «Νομίζω ότι μου άρεσε, αλλά μου ήταν αδύνατο να την παρακολουθήσω σαν να ήταν μια οποιαδήποτε ταινία. Με ρώτησαν οι δημοσιογράφοι πώς μου φάνηκε και εγώ τους απάντησα ότι “είναι σαν να ρωτάς έναν γυναικολόγο που έχει μόλις εξετάσει μια γυναίκα αν τη βρίσκει σέξι”… Πάντως, δεν βλέπω την ταινία ως μια εκδοχή του βιβλίου. Ο σκηνοθέτης των “Κυνηγών”, αλλά και οι άλλοι που θα ακολουθήσουν καλό είναι να βλέπουν την ιστορία που θέλουν να αφηγηθούν ως κάτι ανεξάρτητο από τα βιβλία μου. Δεν θεωρώ απαραίτητο να μείνουν πιστοί στην πρώτη ύλη. Είναι πιο σημαντικό να κάνουν μια καλή ταινία».

Ο Μάρτιν Σκορσέζε θα μεταφέρει στην οθόνη τον «Χιονάνθρωπο» και μαζί του τον επιθεωρητή Χάρι Χόλε. Πώς αισθάνεστε που θα δείτε με σάρκα και οστά τον αγαπημένο ήρωα εννέα βιβλίων σας; «Δεν έχω δώσει τόσο μεγάλη βαρύτητα στον Χάρι Χόλε. Δεν ξέρω ποια είναι η μορφή του με κάθε λεπτομέρεια. Αλλά από εκεί και πέρα, όπως προανέφερα, η ιστορία η δική μου αποτελεί την αφορμή για να δημιουργήσει το δικό του έργο ο σκηνοθέτης, όπως εν προκειμένω ο Σκορσέζε, ένας από τους καλύτερους σκηνοθέτες στον κόσμο, οπότε το μόνο που έχω να πω είναι ότι ο Χάρι Χόλε βρίσκεται σε καλά χέρια».

Στα δικά σας χέρια, πάντως, δεν καλοπερνάει. Πίνει πολύ και δεν μπορεί να βρει την ευτυχία στην προσωπική του ζωή… «Θα συμβεί και αυτό. Αλλά, όπως ξέρετε, οι αναποδιές δεν τελειώνουν ποτέ, ακόμη και όταν έχεις ευτυχήσει στην προσωπική σου ζωή. Δεν μπορώ, λοιπόν, να εγγυηθώ ότι ο Χάρι Χόλε θα ζήσει μια ήσυχη ζωή».

Αυτό επειδή «για να έχει ενδιαφέρον ένας χαρακτήρας πρέπει να έχει προβλήματα», όπως είχατε πει παλιότερα; «Αναφερόμουν σε κάτι που είχε πει ο Τσάρλι Τσάπλιν για τις ταινίες του. Οτι πρέπει να βάζεις σε μπελάδες τον ήρωά σου και μετά να τον βγάζεις από αυτούς. Ολες οι ιστορίες αφορούν συγκρούσεις. H αστυνομική ιστορία είναι εξ ορισμού μια ιστορία σύγκρουσης».

Και τι συμβαίνει στην πραγματική ζωή; Πιστεύετε ότι και εκεί ισχύει κάτι τέτοιο; «Νομίζω ότι και στην πραγματική ζωή εστιάζουμε στις συγκρούσεις. Τα προβλήματα που επιλύουμε ενσωματώνονται στη ρουτίνα μας και πλέον δεν μας απασχολούν, οπότε γίνονται οι βαρετές συνιστώσες της ζωής μας. Εστιάζουμε στις συγκρούσεις επειδή εκπροσωπούν το νέο πρόβλημα στη ζωή μας που πρέπει να επιλύσουμε».

Πιστεύετε τελικά ότι η ζωή μιμείται την τέχνη; ‘Η η τέχνη τη ζωή; Το σκεφτόμουν με αφορμή την πρόσφατη τετραπλή δολοφονία στις Γαλλικές Αλπεις του Βρετανού Σαάντ αλ-Χίλι, της γυναίκας του, της πεθεράς του και του περαστικού ποδηλάτη. Θα μπορούσε να είναι σκηνή από βιβλίο σας… «Νομίζω ότι η σχέση είναι αμφίδρομη. Θα σας αναφέρω ένα ενδιαφέρον παράδειγμα. Στο βιβλίο μου “Νέμεσις” έχω γράψει μια σκηνή στην οποία διαδραματίζεται μια ένοπλη ληστεία σε τράπεζα του Οσλο. Οταν έκανα την έρευνά μου για να αντλήσω πληροφορίες, διαπίστωσα ότι είχε γίνει πριν από 12 χρόνια μια μεγάλη, αντίστοιχη ληστεία στο Οσλο και οι ληστές ήξεραν απέξω ατάκες από την ταινία “Ενταση” του Μάικλ Μαν…».

Οπότε και ο σεξισμός απέναντι στις γυναίκες που περιγράφετε στα βιβλία σας είναι πραγματικός; Είχα την αίσθηση, ίσως μια εξιδανικευμένη εικόνα στο μυαλό μου, ότι στη Νορβηγία δεν υπήρχαν τέτοια θέματα… «Οχι, υπάρχει σεξισμός στη Νορβηγία, όπως και στη Σκανδιναβία, απλώς δεν είναι τόσο έντονος όσο σε άλλες χώρες. Υπάρχει όμως ακόμη, δεν έχει εκλείψει».

Ποιο είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα της Νορβηγίας, κάτι που συναντάται πιο έντονα εκεί απ’ ό,τι στις άλλες χώρες; «Να σας πω την αλήθεια, θα ήταν ακόμη και αλαζονικό εκ μέρους μου να καταδείξω μεγάλα προβλήματα στη νορβηγική κοινωνία, γιατί, συγκριτικά με τις περισσότερες χώρες του κόσμου, η Νορβηγία είναι μια χαρούμενη κοινωνία, ένας παράδεισος σχεδόν. Κάθε φορά που γυρίζω πίσω από τα ταξίδια μου και διαβάζω τις εφημερίδες οι οποίες εστιάζουν στα προβλήματά μας συνειδητοποιώ πόσο τυχεροί και προνομιούχοι είναι οι Νορβηγοί, αλλά και οι Σκανδιναβοί γενικότερα».

Ο φόβος, ο κινητήριος μοχλός πίσω από τη δράση, αλλά και από την επιτυχία των βιβλίων σας, σίγουρα υπάρχει όμως. Πώς τον έχετε βιώσει για να μπορέσετε να τον μεταφέρετε στο χαρτί; «Θυμάμαι όταν ήμουν μικρός μια φορά που χάθηκα στο δάσος και με είχε πιάσει πανικός. Αρχισα να τρέχω έντρομος γιατί πίστευα ότι κανείς δεν θα μπορέσει να με βρει ποτέ. Νόμιζα ότι θα μείνω μέσα στο δάσος για πάντα. Εχω περιγράψει αυτή την εμπειρία μου σε ένα από τα βιβλία μου».

Στην ενήλικη ζωή σας τι σας φοβίζει; «Τα ύψη. Γι’ αυτό κάνω αναρρίχηση. Γι’ αυτό θα έρθω και στην Κάλυμνο για δεύτερη συνεχή χρονιά για να ανέβω στον πιο ωραίο βράχο. Η Κάλυμνος έχει τον καλύτερο ασβεστόλιθο για αναρρίχηση στην Ευρώπη».

* Ο «Χιονάνθρωπος» κυκλοφορεί Δευτέρα 24/9, από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Ο συγγραφέας θα μιλήσει με τον δημοσιογράφο Μανώλη Πιμπλή για τα βιβλία του στις 27/9, στις 8.00 μ.μ., στο αμφιθέατρο του Goethe Institut (Ομήρου 14-16, Αθήνα). Διοργάνωση: Νορβηγική πρεσβεία και Νορβηγικό Ινστιτούτο Αθηνών, εκδόσεις Μεταίχμιο.

«Το παρελθόν είναι μια ξένη χώρα»

(…) Τον Ιούνιο έκανα ποδήλατο στους δρόμους του Οσλο με τον πρωθυπουργό της χώρας Γενς Στόλτενμπεργκ και έναν κοινό μας φίλο. Δύο σωματοφύλακες μας ακολουθούσαν ποδηλατώντας. Καθώς σταματήσαμε σε ένα κόκκινο φανάρι ένα αυτοκίνητο με ανοιχτό παράθυρο προσέγγισε τον πρωθυπουργό. Ο οδηγός φώναξε το όνομά του. «Γενς!». Το γεγονός ότι ο νορβηγικός λαός μιλάει συνήθως για τον ηγέτη της χώρας και του απευθύνεται στον ενικό είναι σύμφυτο με το πνεύμα ισότητας της κοινωνίας μας.

«Υπάρχει εδώ ένας μικρός που θέλει πολύ να σου πει ένα γεια» είπε ο οδηγός.

Ο Γενς Στόλτενμπεργκ χαμογέλασε και έδωσε το χέρι στο αγοράκι. «Γεια σου, είμαι ο Γενς».

Ο πρωθυπουργός φορούσε το ποδηλατικό κράνος του. Το αγόρι φορούσε τη ζώνη ασφαλείας του. Και οι δύο σταμάτησαν στο κόκκινο φανάρι. Οι σωματοφύλακες είχαν σταματήσει διακριτικά λίγα μέτρα πιο πίσω. Χαμογελώντας. Ηταν μια εικόνα ασφάλειας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Η εικόνα της ειδυλλιακής νορβηγικής κοινωνίας που όλοι είχαμε ως δεδομένο, αυτού που θεωρούσαμε απολύτως φυσιολογικού. Πώς θα μπορούσε να πάει κάτι στραβά; Είχαμε κράνη και ζώνες και υπακούγαμε στον κώδικα οδικής κυκλοφορίας.

Και βέβαια, κάτι μπορούσε να πάει στραβά. Πάντα κάτι μπορεί να πάει στραβά.

(…) Αφού εξερράγη η βόμβα – κάτι που έγινε αισθητό στο Οσλο όπου μένω – και άρχισαν να συρρέουν ειδήσεις για όσα συνέβησαν στο νησί της Ουτόγια, ρώτησα την κόρη μου αν φοβόταν. Απάντησε με μια φράση που της είχα πει κάποτε: «Ναι, αλλά, αν δεν φοβάσαι, δεν μπορείς και να είσαι γενναίος».

Μπορεί, λοιπόν, να μην υπάρχει δρόμος επιστροφής στο παρελθόν, στην απόλυτη, ασύνειδη και αφελή έλλειψη φόβου και σε όλα όσα παρέμεναν ανέγγιχτα, υπάρχει ωστόσο ένας δρόμος που μας πάει μπροστά. Που μας κάνει γενναίους. Που μας κάνει να συνεχίζουμε όπως πριν. Που μας κάνει να γυρνάμε το άλλο μάγουλο ρωτώντας: «Τι, αυτό ήταν μόνο;». Που μας κάνει να αρνούμαστε στον φόβο να ορίσει τον τρόπο με τον οποίο θα συνεχίσουμε να χτίζουμε τη δική μας κοινωνία.

X Αποσπάσματα από το κείμενο του Τζο Νέσμπο για την τρομοκρατική επίθεση στο νησί Ουτόγια, όπως δημοσιεύτηκε στις 26 Ιουλίου 2011 στους «New York Times».

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
BHMAgazino
ΒΗΜΑτοδότης
  • Πάσχα στο χωριό; Κατά την τακτική ενημέρωση για την πανδημία, η κυρία Κοτανίδου εξέφρασε την ελπίδα ότι φέτος το Πάσχα ίσως να... ΒΗΜΑτοδότης |
Σίβυλλα
  • Ταπεινά τσιπς αντί για χαβιάρι… Οι προμήθειες στη βίλα καταστράφηκαν από τις διακοπές ρεύματος και η snob, κακομαθημένη οικοδέσποινα αναγκάστηκε, για να χορτάσει την...
Helios Kiosk