Ευρωπαϊκός κολοσσός στον… αέρα

Η επίσκεψη του γάλλου υπουργού Οικονομικών Πιερ Μοσκοβισί στο Λονδίνο την περασμένη Δευτέρα είχε κάθε άλλο παρά εθιμοτυπικό χαρακτήρα. Ο Μοσκοβισί και ο βρετανός ομόλογός του Τζορτζ Οσμπορν είχαν πολλά «καυτά θέματα» να συζητήσουν και ένα από αυτά ήταν «το μέλλον της αμυντικής βιομηχανίας στη Γαλλία».

Η επίσκεψη του γάλλου υπουργού Οικονομικών Πιερ Μοσκοβισί στο Λονδίνο την περασμένη Δευτέρα είχε κάθε άλλο παρά εθιμοτυπικό χαρακτήρα. Ο Μοσκοβισί και ο βρετανός ομόλογός του Τζορτζ Οσμπορν είχαν πολλά «καυτά θέματα» να συζητήσουν και ένα από αυτά ήταν «το μέλλον της αμυντικής βιομηχανίας στη Γαλλία». Στην πραγματικότητα, το διακύβευμα ξεπερνά τα στενά όρια των γαλλικών συμφερόντων καθώς πρόκειται για την προαναγγελθείσα συνέργεια δύο (γιγαντιαίων ήδη) επιχειρήσεων αμυντικών εξοπλισμών και αεροναυπηγικής. Εφόσον ευοδωθούν οι διαπραγματεύσεις, η συγχώνευση της βρετανικής BAE Systems με την ευρωπαϊκή EADS θα δημιουργήσει έναν κολοσσό με χρηματιστηριακή αξία άνω των 35 δισ. ευρώ.
Οι τριμερείς διαπραγματεύσεις μεταξύ Βρετανίας, Γαλλίας και Γερμανίας συνεχίζονται με άγνωστη μέχρι στιγμής κατάληξη. Ο γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ συζήτησε χθες το θέμα στο Βερολίνο με τη γερμανίδα καγκελάριο Ανγκελα Μέρκελ ενώ ο διευθύνων σύμβουλος της EADS «υποσχέθηκε» με σιβυλλική ανακοίνωσή του να δώσει «σύντομα στους εργαζόμενους περισσότερες λεπτομέρειες».
Η έμφαση όμως που δόθηκε από τον γάλλο αξιωματούχο στην προάσπιση των «γαλλικών θέσεων εργασίας» είναι ενδεικτική του παρασκηνίου που κρύβεται πίσω από μια στρατηγικού χαρακτήρα σύμπραξη των δύο ομίλων. Αντίστοιχες επιδιώξεις υπάρχουν προφανώς τόσο από τη Βρετανία όσο και από τον άλλον μεγάλο μέτοχο της EADS, τη Γερμανία.
Και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού όμως η διαφαινόμενη συγχώνευση προκαλεί ήδη νευρικότητα. Στην Ουάσιγκτον εγείρονται εύλογα ανησυχίες καθώς η αναδιάταξη δυνάμεων στην αεροναυπηγική βιομηχανία επηρεάζει άμεσα την αμερικανική Boeing. Ενας ακόμη παράγοντας προβληματισμού είναι το γεγονός ότι η βρετανική ΒΑΕ αποτελεί τον βασικό ξένο προμηθευτή του αμερικανικού Πενταγώνου. Η πιθανή συνεργασία με την EADS όμως σημαίνει ότι οι μελλοντικές παραγγελίες θα μεταφράζονται σε έμμεση στήριξη των γαλλικών συμφερόντων. Κάτι το οποίο θα ήθελε να αποφύγει η Ουάσιγκτον καθώς, όπως σημειώνουν αναλυτές στους «Financial Times», «είναι άλλες οι σχέσεις με το Λονδίνο και άλλες με το Παρίσι».
Σε αυτό το σημείο υπεισέρχονται οι διαπραγματεύσεις για την εσωτερική κατανομή δυνάμεων στο κοινό σχήμα EADS – BAE. Ο γερμανός επικεφαλής της ευρωπαϊκής κοινοπραξίας Τομ Εντερς προκρίνει τον περιορισμό των «εξωτερικών παρεμβάσεων» στην EADS μέσω της μείωσης του ποσοστού συμμετοχής των κυβερνήσεων Γαλλίας και Γερμανίας στην εταιρεία. Ο γαλλογερμανικός άξονας όμως που έχει αποφασιστικό ρόλο στη διοίκηση της EADS (σύμφωνα με την ιδρυτική συμφωνία του 2000, οι δύο χώρες κατέχουν από κοινού το 22,5% των μετοχών έναντι του 5% της ισπανικής συμμετοχής) δεν είναι διατεθειμένος να περιοριστεί σε ένα μερίδιο κάτω του 20%, όπως φαίνεται να σχεδιάζει η διοίκηση του ομίλου. Το θέλγητρο που προσφέρει ο Εντερς για την αποδοχή του σχεδίου από τις δύο κυβερνήσεις ονομάζεται «χρυσές μετοχές». Η Γαλλία, η Γερμανία και η Βρετανία δεν θα έχουν το δικαίωμα να ορίζουν μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή να θέτουν βέτο σε αποφάσεις της διοίκησης, θα μπορούν όμως να αποτρέψουν πιθανή επιθετική εξαγορά της εταιρείας από ανταγωνιστικά κεφάλαια.
Οι σχετικές αποφάσεις σχετίζονται με την προάσπιση όχι μόνο των θέσεων εργασίας (εν μέσω της κρίσης και της αποβιομηχάνισης που πλήττει τις ευρωπαϊκές οικονομίες) αλλά και των αμιγώς οικονομικών συμφερόντων της βιομηχανίας. Το «στοίχημα» για την ενοποιημένη EADS – BAE θα πρέπει να κερδηθεί στη σκακιέρα του διεθνούς ανταγωνισμού στην αεροναυπηγική αλλά και των αντικρουόμενων γεωπολιτικών συμφερόντων που καθορίζουν εν πολλοίς τους αμυντικούς εξοπλισμούς. Ο πρόσφατος διαγωνισμός των ΗΠΑ για την προμήθεια στρατιωτικών αεροσκαφών ανεφοδιασμού αξίας 35 δισ. δολαρίων συνιστά άλλωστε μια οδυνηρή εμπειρία για την EADS, που έχασε τη συμφωνία έπειτα από τρεις φάσεις αντιπαράθεσης με την αμερικανική Boeing. Παρά το ότι η ευρωπαϊκή προσφορά κρίθηκε ασύμφορη, θεωρείται βέβαιον ότι οι παρεμβάσεις του Λευκού Οίκου βάρυναν ακόμη περισσότερο στην τελική απόφαση. «Ο κρίσιμος παράγοντας της συμφωνίας είναι αναμφισβήτητα οι αμερικανικές αντιδράσεις» σημειώνουν χαρακτηριστικά οι «New York Times».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Οικονομία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk