Ο ελληνο­γερμανικός «έρωτας» αντέχει

Αγαπιούνται ακόμη οι Γερμανοί με τους Ελληνες; Τι είναι αυτό που χαρακτηρίζει τη σχέση μιας Ελληνίδας με έναν Γερμανό; Οι σχέσεις ανάμεσα στις δύο χώρες δεν είναι πλέον αυτές που ήταν πριν από δεκαετίες. Πώς διαμορφώνονται, λοιπόν, σήμερα, σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης;

Αγαπιούνται ακόμη οι Γερμανοί με τους Ελληνες; Τι είναι αυτό που χαρακτηρίζει τη σχέση μιας Ελληνίδας με έναν Γερμανό; Οι σχέσεις ανάμεσα στις δύο χώρες δεν είναι πλέον αυτές που ήταν πριν από δεκαετίες. Πώς διαμορφώνονται, λοιπόν, σήμερα, σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης;
Αυτά και άλλα ανάλογα ερωτήματα βρίσκονται στο επίκεντρο της δίγλωσσης εγκατάστασης με τίτλο «Ο Γιώργος und die Karin» («Ο Γιώργος και η Κάριν») που παρουσιάζει ο εικαστικός Ντάνιελ Ρόντε στις 20 Σεπτεμβρίου στο πλαίσιο των επετειακών εκδηλώσεων για τα 60χρονα του Ινστιτούτου Γκαίτε της Αθήνας. Σε μια ταραγμένη περίοδο όπως η σημερινή οι ελληνογερμανικές σχέσεις αποτελούν, όπως είναι φυσικό, βασικό άξονα στο ειδικά σχεδιασμένο πρόγραμμα. Οχι όμως τον μοναδικό, αφού, όπως εξηγούν οι υπεύθυνοι του Ινστιτούτου, «τα πράγματα δεν ήταν πάντοτε έτσι και μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια υπήρξαν ασφαλώς λόγοι που αξίζει να γιορτάσουμε».
Ο Ρόντε διαπιστώνει στο έργο του ότι οι σχέσεις «παραμένουν καλές». Μαζί του φαίνεται να συμφωνεί η κυρία Ουλρίκε Ντρίσνερ, υποδιευθύντρια του Ινστιτούτου στην Αθήνα και διευθύντρια του γλωσσικού τμήματος. «Αν κοιτάξουμε πέρα από τους πολιτικούς και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, ως Ινστιτούτο δεν είχαμε ποτέ πρόβλημα» λέει με τα εντυπωσιακά καλά ελληνικά της. «Η ελληνογερμανική φιλία παραμένει ισχυρή και πιστεύω ότι στηρίζεται σε πολύ γερή βάση. Εμείς το βλέπουμε στον χώρο μας. Οι Ελληνες έρχονται στις εκδηλώσεις μας, για την πραγματοποίησή τους συνεργαζόμαστε με ελληνικούς φορείς, ο αριθμός των μαθητών αυξάνεται σταθερά τα τελευταία τρία χρόνια. Σημαντικό ρόλο παίζει, νομίζω, το ότι και εμείς από την πλευρά μας δεν έχουμε ταμπού. Συζητάμε για την κρίση, δεν αποφεύγουμε κανένα θέμα, θέλουμε να είμαστε χώρος ανοιχτός για ελεύθερη ανταλλαγή απόψεων, όπως επί δικτατορίας».
Ωστόσο παραδέχεται ότι η στιγμή είναι πολύ δύσκολη και η ζημιά που έχει γίνει δείχνει αρκετά μεγάλη. Γι’ αυτό θεωρεί πως ο ρόλος και η ευθύνη του Ινστιτούτου Γκαίτε στη δεδομένη συγκυρία είναι ακόμη πιο σημαντικά. Η κυρία Ντρίσνερ αναγνωρίζει ότι, προτού ξεσπάσει η κρίση, η Ελλάδα ήταν για τους Γερμανούς μια ευρωπαϊκή χώρα πολύ όμορφη η οποία διέθετε ό,τι ήθελε κανείς να απολαύσει στις διακοπές του, ωστόσο βρισκόταν κάπου στην άκρη: ένα μέρος μικρό και χωρίς ιδιαίτερη σημασία. Τα τελευταία χρόνια, όμως, βρέθηκε στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος και όλοι συνειδητοποίησαν ότι «ακόμη και από ένα μικρό λιθαράκι μπορεί να καταστραφεί το οικοδόμημα».

«Γιατί μας μισείτε τόσο;»

Η κυρία Ντρίσνερ δεν θεωρεί ότι η γερμανική κοινή γνώμη είναι επαρκώς ενημερωμένη για ό,τι συμβαίνει στην Ελλάδα. «Αρχικά, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ασχολούνταν μόνο όταν γίνονταν φασαρίες στους δρόμους και με τα κάθε λογής έκτροπα και σκάνδαλα. Εμείς από την πλευρά μας προσπαθούμε να μεταδώσουμε μια εικόνα πιο αντικειμενική γιατί η αλήθεια είναι πως κάθε φορά που γίνεται κάτι στην Αθήνα, τα γερμανικά μέσα έρχονται σε επαφή μαζί μας και ζητούν πληροφορίες. Ομως τις περισσότερες φορές αυτά που προβάλλονται είναι δυστυχώς τα άσχημα. Μια καλή είδηση είναι δύσκολο να περάσει. Και όμως, είναι τόσο σημαντικό να διαβάσεις κάτι καλό για μια χώρα η οποία αντιμετωπίζει τόσα προβλήματα».
Η ίδια διαπιστώνει ότι τον τελευταίο χρόνο έχει γίνει μια στροφή από τα λεγόμενα σοβαρά γερμανικά ΜΜΕ σε ιστορίες καθημερινών ανθρώπων από την Ελλάδα – και αυτό έχει βοηθήσει αρκετά. «Ωστόσο, το θέμα είναι ότι αυτά τα μέσα δεν έχουν την απήχηση των ταμπλόιντ τύπου «Bild»» αναγνωρίζει.
Δεν πιστεύει πάντως ότι στη Γερμανία υπάρχει σήμερα ανθελληνικό αίσθημα, παρά μόνο σε επίπεδο «συζητήσεων καφενείου» όπως λέει. «Υπάρχουν, βέβαια, και πολιτικοί στη Γερμανία οι οποίοι κατά καιρούς έχουν πει πράγματα τα οποία θα προτιμούσα να μην έχουν πει. Τέτοιοι, βέβαια, υπάρχουν παντού όπου υπάρχει δημοκρατία» προσθέτει. Ωστόσο, δεδομένων και των επερχόμενων γερμανικών εκλογών, η κυρία Ντρίσνερ θεωρεί ότι τα περισσότερα εξ αυτών είναι περισσότερο για εσωτερική κατανάλωση. «Νομίζω πως δεν έχουν συναίσθηση του ότι οι Ελληνες παρακολουθούν τόσο προσεκτικά όσα λένε κι έτσι απευθύνονται βασικά στο γερμανικό κοινό» εκτιμά.
Από την άλλη πλευρά, ούτε η ίδια στην καθημερινότητά της στην Ελλάδα αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα. «Βέβαια σπανίως καταλαβαίνει κανείς ότι είμαι Γερμανίδα. Ωστόσο, έρχομαι καθημερινά με τον ηλεκτρικό από την Κηφισιά στο κέντρο και πάντα διαβάζω «Spiegel». Αυτό που προσπαθώ είναι να μη φαίνονται πολύ φωτογραφίες της καγκελαρίου, όμως ποτέ δεν είχα κάποια άσχημη εμπειρία. Μόνο κάποτε, ο κηπουρός που έρχεται μια φορά τον μήνα στο Ινστιτούτο με ρώτησε «γιατί μας μισείτε τόσο;»».
Οι Ελληνες, άραγε, που απευθύνονται στο Γκαίτε προκειμένου να μάθουν τη γερμανική γλώσσα, τι προσδοκίες έχουν; Η κυρία Ντρίσνερ εκτιμά ότι, παρ’ όλο που το ενδιαφέρον για τα γερμανικά στην Ελλάδα ήταν ανέκαθεν μεγάλο, οι περισσότεροι σήμερα θέλουν να μάθουν τη γλώσσα επειδή η Γερμανία είναι μια ισχυρή οικονομικά χώρα και θεωρούν ότι υπάρχει περίπτωση εργασίας εκεί. «Δεν μας το λένε ανοιχτά, αλλά μιλώντας με τους καθηγητές καταλαβαίνω ότι στο μυαλό τους υπάρχει η προοπτική αυτή» καταλήγει.

Αθήνα, το πρώτο παράρτημα
Ηταν αρχές του 1952. Η εμπόλεμη κατάσταση ανάμεσα στις δύο χώρες δεν είχε ακόμη επισήμως αρθεί όταν ο γερμανός πρόξενος στην Ελλάδα διαπίστωσε ότι ήταν δυνατή «μια επαναπροσέγγιση σε οικονομικό και μορφωτικό επίπεδο». Λίγο καιρό μετά, το Ινστιτούτο Γκαίτε του Μονάχου, το οποίο είχε ιδρυθεί έναν χρόνο νωρίτερα, άνοιγε στην Αθήνα το πρώτο του παράρτημα στο εξωτερικό. Ωστόσο, δεδομένου ότι δεν υπήρχε ακόμη σύμφωνο μορφωτικών σχέσεων, το «όχημα» για τη νομιμοποίηση ενός τέτοιου Ινστιτούτου ήταν ο γερμανικός σύλλογος «Φιλαδέλφεια», η παλαιότερη ένωση που συστήθηκε στην Ελλάδα, με έτος ίδρυσης το 1837.
Η αλήθεια είναι ότι η σύζευξη του συλλόγου με το Ινστιτούτο Γκαίτε δεν άρχισε το 1952 αλλά περισσότερo από 100 χρόνια νωρίτερα. Το σημερινό κτίριο του Ινστιτούτου, επί της οδού Ομήρου 14-16, το οποίο εγκαινιάστηκε το 1982 – είχε προηγηθεί η στέγασή του σε άλλους χώρους της περιοχής -, είναι κτισμένο σε οικόπεδο που αγοράστηκε από τα μέλη του συλλόγου «Φιλαδέλφεια» το 1847 έναντι του ποσού των 1.165 δραχμών. Πρώτος σκοπός του Ινστιτούτου στην Αθήνα ήταν να «ξαναζωντανέψει» η εκμάθηση της γερμανικής γλώσσας. Τα αποτελέσματα ήταν γρήγορα και εντυπωσιακά. Πολύ γρήγορα, όμως, από το 1953, άρχισε να στρέφει το ενδιαφέρον του και στην πολιτιστική δραστηριότητα. Στο πλαίσιο μιας ιστορικής αναδρομής, σημαντικός υπήρξε ο ρόλος του Ινστιτούτου και στην περίοδο της δικτατορίας.

πότε & πού:
Οι επετειακές εκδηλώσεις για τα 60 χρόνια του Ινστιτούτου Γκαίτε της Αθήνας αρχίζουν στις 12/9 με την εκδήλωση «»Κοιμήθηκα ελάχιστα αυτόν τον αιώνα!» – Ακούγοντας τον Γκέρχαρντ Φάλκνερ να διαβάζει». Η λογοτεχνική βραδιά θα πραγματοποιηθεί στη Ρωμαϊκή Αγορά, στην Πλάκα (20.00). Το πλήρες πρόγραμμα των εκδηλώσεων στην ηλεκτρονική διεύθυνση www.goethe.de/60xronia

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk