Ρόμπερτ Φισκ: Aνταπόκριση-φωτιά από τα μπουντρούμια του Ασαντ

Είσοδο σε μία από τις πιο σκληρές στρατιωτικές φυλακές της Συρίας εξασφάλισε ο κορυφαίος βρετανός πολεμικός ανταποκριτής Ρόμπερτ Φισκ, ο πρώτος δημοσιογράφος από τα δυτικά μέσα ενημέρωσης που μπόρεσε να συνομιλήσει κατ’ ιδίαν με πολιτικούς κρατουμένους της κυβέρνησης Άσαντ

Είσοδο σε μία από τις πιο σκληρές στρατιωτικές φυλακές της Συρίας εξασφάλισε ο κορυφαίος βρετανός πολεμικός ανταποκριτής Ρόμπερτ Φισκ, ο πρώτος δημοσιογράφος από τα δυτικά μέσα ενημέρωσης που μπόρεσε να συνομιλήσει κατ’ ιδίαν με πολιτικούς κρατουμένους της κυβέρνησης Άσαντ.

Μετά από επιμονή του δημοσιογράφου του βρετανικού «Independent», ο διοικητής των φυλακών συνοδευόμενος από αξιωματούχο των μυστικών υπηρεσιών, δέχθηκε να εγκαταλείψει το γραφείο του, στο οποίο και έγιναν οι συνεντεύξεις που διήρκησαν τεσσερισήμισι συνολικά ώρες, γνωρίζοντας εξάλλου ήδη τα όσα θα έλεγαν οι κρατούμενοι, η επιλογή άλλωστε των οποίων έγινε από τις αρχές και σαφώς δεν ήταν τυχαία.

Ο 48χρονος Τζαμάλ Αμέρ αλ- Κοντούντ από την Αλγερία, ήταν χρόνια μετανάστης στη Γαλλία, όπου είχε υπηρετήσει και στο στρατό, ενώ η γυναίκα του και τα παιδιά του παραμενουν στη Μασσαλία. Συχνά άνεργος ή με περιστασιακές δουλείες, αποφάσισε να πάει στην Τουρκία για να βοηθήσει τους σύρους πρόσφυγες, «υπνωτισμένος» από τα ρεπορτάζ του Αλ Τζαζίρα, στα οποία έβλεπε πόσο υποφέρουν οι μουσουλμάνοι στη Συρία.

Στο στρατόπεδο συγκέντρωσης των προσφύγων, γνωρίζοντας τους «κατάλληλους» ανθρώπους μετατράπηκε από «μετριοπαθής σαλαφιστής», όπως δηλώνει, σε πολεμιστή της τζιχάντ: μετά από μια σύντομη εκπαίδευση, πέρασε στη Συρία. Όταν όμως διαπίστωσε ότι ο ιερός αυτός πόλεμος δεν ήταν ό,τι περίμενε αποφάσισε να γυρίσει στην Τουρκία ώστε από εκεί να επιστρέψει στην οικογένεια του. Πιάστηκε όμως αιχμάλωτος από χωρικούς που τον μετέφεραν στην πλησιέστερη πόλη, το Χαλέπι μάλλον, και από εκεί με ελικόπτερο τον πήγαν στη Δαμασκό.

Ένας σύρος ιμάμης από τη Δαμασκό, μίλησε για τις συναντήσεις που είχε με ομάδες σύρων ανταρτών και για το πώς προσπαθούσε να τις συμφιλιώσει μέχρι που συνειδητοποίησε ότι όλοι τους ήταν είτε κλέφτες είτε δολοφόνοι είτε βιαστές. Μίλησε για τα αποτρόπαια εγκλήματα που διέπρατταν μπροστά στα έκπληκτα μάτια του, σκοτώνοντας ανθρώπους στηριζόμενοι σε υποψίες. Η συριακή αστυνομία τον συνέλαβε στις 15 Απριλίου, γνωρίζοντας ότι λόγω της θέσης του είχε επαφές με τους ηγέτες των ανταρτών.

Ο Κιούμα Ουζτύρκ, από την Τζαζαντέπ της νοτιοανατολικής Τουρκίας, εισήλθε στη Συρία μετά από πολύμηνη εκπαίδευση σε στρατόπεδο των Ταλιμπάν στα σύνορα Αφγανιστάν και Ταλιμπάν, υποκινούμενος περισσότερο από οικονομικά παρά ιδεολογικά κίνητρα. Άφησε πίσω την έγκυο σύζυγο του και την τριών ετών κόρη του και αποφάσισε να πάει στη Συρία χωρίς να μιλάει αραβικά, προκειμένου να συντονίζει το δίκτυο διακίνησης ανδρών ανάμεσα σε Τουρκία και Δαμασκό. Συνελήφθη όταν πήγε στο Χαλέπι για την κηδεία της πεθεράς του.

Ο Μοχάμεντ Αμίν Αλί αλ-Αμπντουλάχ, ένας 26χρονος τεταρτοετής φοιτητής της ιατρικής, παιδί αγροτικής οικογένειας από τη Λατάκεια, άρχισε να αντιμετωπίζει «ψυχολογικά προβλήματα» κατά το δεύτερο έτος των σπουδών του. Ζήτησε ιατρική βοήθεια αλλά ταυτόχρονα συμβουλευόταν και έναν σεΐχη, ο οποίος τον παρέπεμψε σε κείμενα του Κορανίου. «Μπόρεσε έτσι να εισχωρήσει στην προσωπικότητα μου και άρχισε να μου δίνει υλικό για το σουνιτικό σαλαφισμό, για τα πιστεύω του και τις επιδιώξεις του, και όσο περνούσε ο καιρός άρχισε να μου δείχνει βίντεο με επιχειρήσεις των τζιχαντιστών ενάντια στις νατοϊκές δυνάμεις και τους Αμερικανούς στο Αφγανιστάν».

Εν τω μεταξύ, είχε μετακομίσει στο σπίτι του. Όταν άρχισε η εξέγερση στη Συρία, ο σεΐχης τον παρότρυνε να συμμετάσχει στις διαδηλώσεις των αντικαθεστωτικών. «Όταν ολοκληρώναμε τις προσευχές της Παρασκευής, ένας από εμάς σηκωνόταν όρθιος, πήγαινε στη μέση του πλήθους και άρχιζε να μιλά για το πόσο κακή και άδικη είναι η κατάσταση που επικρατεί ενώ άλλοι τέσσερις έπιαναν τις γωνίες και φώναζαν «Ο Θεός είναι Μεγάλος», προτρέποντας το πλήθος να κάνει το ίδιο».

Εκείνη την περίοδο τον γνώρισαν σε ένα σαλαφιστή ονόματι «Αλ Χαγιέρ» ο οποίος ζήτησε τη βοήθεια του σε ιατρικό και «τεχνικό» επίπεδο, δηλαδή να υποθάλπει καταζητούμενους και να τους βρίσκει κάποιο ασφαλές κρησφύγετο. Ο Αλ Χαγιέρ άρχισε να πηγαίνει σπίτι του όλο και πιο συχνά ενώ «με δέχτηκε ως πιστό του, που σημαίνει ότι τον αναγνωρίζω ως ηγέτη και του οφείλω τυφλή πίστη και υποταγή, ενώ τον ακολουθώ στον ιερό πόλεμο χωρίς ποτέ να τον αμφισβητήσω».

Μαζί του έρχονταν και διάφοροι άλλοι. «Μπήκα στον κύκλο τους, έχοντας όμως αφήσει τη λογική μου απέξω, άργησα να καταλάβω ότι έχω μπει στην Αλ Κάιντα. Στις 10 Απριλίου της ίδιας χρονιάς, ένας από αυτούς μου ζήτησε να πάω κάπου μαζί του με το αυτοκίνητο. Εκεί που με πήγε υπήρχαν κάτι φιάλες ύψους 2.5 μέτρων οι οποίες είχαν θήκες για να τις γεμίσουν με εκρηκτικά. Υπήρχαν καμιά δεκαριά άτομα εκεί. Δεν ξέρω τι με ήθελαν εμένα, ίσως ήθελαν απλά να με εμπλέξουν σε όλο αυτό. Εκεί βρισκόταν και ένας Παλαιστίνιος και ένας Ιορδανός, βομβιστές αυτοκτονίας προφανώς, καθώς και τρεις Ιρακινοί. Φύγαμε και από πίσω μας ακολούθησαν σε άλλο όχημα οι δύο βομβιστές. Δε γνώριζα που κατευθύνονταν, όμως μετά από δεκαπέντε λεπτά και ενώ είχα ήδη φτάσει στο σπίτι μου, άκουσα μία έκρηξη, την οποία δύο λεπτά μετά ακολούθησε άλλη μία πολύ ισχυρότερη. Όπως πληροφορήθηκα αργότερα από την τηλεόραση, είχαν χτυπήσει την περιοχή Μπατζάζ, μία περιοχή η οποία κατοικείται από φτωχούς ανθρώπους. Ένιωσα τόσο άσχημα…».

Κάποια στιγμή αργότερα, ένας καταζητούμενος σαλαφιστής, ο οποίος ήθελε να επισκεφθεί τη μητέρα του στο νοσοκομείο που νοσηλευόταν αλλά δεν μπορούσε, του ζήτησε να πάει εκείνος στη θέση του, ως γιατρός που ήταν. Εκεί τον περίμεναν άντρες της συριακής υπηρεσίας πληροφοριών. «Ήμουν ειλικρινής μαζί τους. «Χαίρομαι πολύ που με συλλαμβάνετε» τους είπα». Όπως δηλώνει, θα ήθελε να γράψει ένα βιβλίο για τα όσα του συνέβησαν όμως «ακόμα δεν του έχουν δώσει χαρτί και μολύβι».
Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Κόσμος
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk