Σπένσερ Τιούνικ: Να γδύσουμε τους ντυμένους

Γυμνά ανθρώπινα σώματα ποζάρουν μαζικά σε κεντρικά σημεία του Μονάχου. Ατομα κάθε ηλικίας, με μόνο «ένδυμα» το κόκκινο ή το χρυσό χρώμα, φτιάχνουν πρωτότυπους, εντυπωσιακούς σχηματισμούς που «τραβούν» το μάτι του απλού θεατή αλλά και την προσοχή των media ολόκληρου του κόσμου…

Γυμνά ανθρώπινα σώματα ποζάρουν μαζικά σε κεντρικά σημεία του Μονάχου. Ατομα κάθε ηλικίας, με μόνο «ένδυμα» το κόκκινο ή το χρυσό χρώμα, φτιάχνουν πρωτότυπους, εντυπωσιακούς σχηματισμούς που «τραβούν» το μάτι του απλού θεατή αλλά και την προσοχή των media ολόκληρου του κόσμου… Το εν λόγω πρότζεκτ του Σπένσερ Τιούνικ, μια παραγγελία της Κρατικής Οπερας της Βαυαρίας εμπνευσμένη από το ανέβασμα της βαγκνερικής «Τετραλογίας» τον περασμένο Ιούνιο, στάθηκε η αφορμή να επιδιώξω μια συνέντευξη μαζί του. Είναι αλήθεια πως οι προηγούμενες δουλειές του Τιούνικ ουδόλως υστερούν σε εντυπωσιακό χαρακτήρα: ο αμερικανός φωτογράφος που έγινε διάσημος για τις μεγάλης κλίμακας εγκαταστάσεις του με γυμνά ανθρώπινα πλήθη έχει ως σήμερα «υπογράψει» περισσότερα από 75 ανάλογα «ζωντανά» έργα σε διάφορα μέρη του κόσμου (ιστορικά μνημεία, περιοχές όπου συμβαίνουν ιδιαίτερα φυσικά φαινόμενα, στάδια κτλ.), μεταξύ των οποίων η Νεκρά Θάλασσα στο Ισραήλ, η Οπερα του Σίδνεϊ, ο παγετώνας Aletsch στην Ελβετία κτλ., τα οποία είχαν μεγάλο διεθνή αντίκτυπο.

Τον αναζήτησα ηλεκτρονικά μεσούντος του Αυγούστου και ανταποκρίθηκε αμέσως, παρ’ όλο που βρισκόταν σε οικογενειακές διακοπές στο Μεξικό: «Επισκέφθηκα έφηβος την Ελλάδα με τον πατέρα μου» εξήγησε «και από τότε ονειρεύομαι διαρκώς να ξανάρθω και να δημιουργήσω ένα έργο εκεί. Ενας από τους πρώτους υποστηρικτές της τέχνης μου στην Ευρώπη άλλωστε υπήρξε ο συλλέκτης Δάκης Ιωάννου, ο οποίος απέκτησε κάποια από τα πρώτα μεγάλης κλίμακας φωτογραφικά έργα μου. Εύχομαι να μπορούσα να ερχόμουν σε επαφή μαζί του, καθώς και με κάποια ελληνικά μουσεία και πολιτιστικούς οργανισμούς, ώστε να επιστρέψω κάποια στιγμή και να παρουσιάσω τη «ζωντανή» τέχνη μου στην υπέροχη χώρα σας. Θα ήταν, νομίζω, μια ξεχωριστή ευκαιρία να δούμε πώς λειτουργεί η γυμνή φόρμα σ΄έναν ανοιχτό χώρο ή σε κάποιο αρχαιολογικό μνημείο εκεί. Εχω την πεποίθηση πως το αποτέλεσμα θα ήταν όχι μόνο όμορφο αλλά και εξαιρετικά «δυνατό»».
Ο 45χρονος Τιούνικ λέει ότι το ενδιαφέρον του για το γυμνό σώμα προέκυψε πολύ νωρίς στην καριέρα του. «Αρχισα όταν μετακινήθηκα στη Νέα Υόρκη» λέει και την επόμενη στιγμή εξηγεί: «Πειραματιζόμουν με τη μηχανή μου ξυπνώντας πολύ πρωί και περιπλανώμενος στους δρόμους, όπου απαθανάτιζα όλους τους απίθανους τύπους που συναντούσα εκείνη την ώρα. Τα πρώτα μου έργα διέθεταν έντονα φαντασιακά στοιχεία και ήταν περισσότερο πνευματικά και σουρεαλιστικά. Ωστόσο το φόντο ήταν πάντοτε η πόλη. Ανακάλυψα ότι όταν εστίαζα στο γυμνό ανθρώπινο κορμί, το έργο έμοιαζε άχρονο και κατάφερνε να αποσυνδεθεί από κάθε είδους μόδα ή συγκεκριμένο ύφος. Συνέχισα να δουλεύω έτσι μαζεύοντας ανθρώπους με τους οποίους ήθελα να συνεργαστώ. Μια μέρα ζήτησα από 20 άτομα να εμφανιστούν ξαφνικά, όλα μαζί, μπροστά από το κτίριο των Ηνωμένων Εθνών στο Μανχάταν. Αυτό ήταν ένα αποφασιστικό σημείο καμπής στη δουλειά μου: η στιγμή κατά την οποία κατάλαβα ότι μπορούσα να μετατρέψω τα ανθρώπινα σώματα δίνοντάς τους συγκεκριμένο σχήμα ή περιεχόμενο». Εκτοτε η δουλειά του μετακινήθηκε από την «απλή» φωτογραφία στην εγκατάσταση, ενώ το αρχικό ενδιαφέρον του για το μεμονωμένο άτομο και τις μικρές ομάδες έδωσε τη θέση του στο μεγάλο πλήθος, που όχι σπάνια φτάνει τις αρκετές χιλιάδες εθελοντών οι οποίοι συμμετέχουν στα έργα του.

Οι συλλήψεις από την Αστυνομία
Η διαδρομή του Τιούνικ ωστόσο δεν υπήρξε απρόσκοπτη. Ο ίδιος διηγείται τις περιπέτειές του με τις αστυνομικές και τις δικαστικές αρχές: «Στο ξεκίνημά μου γυρνούσα απλώς στην πόλη την ώρα που έβγαινε ο ήλιος με ένα-δύο άτομα, δεν είχα προβλήματα» θυμάται. «Δεν ήθελα να δημιουργώ ζητήματα ή αντιπαραθέσεις και ήμασταν πολύ διακριτικοί και γρήγοροι. Για να είμαι ειλικρινής, αισθανόμουν ότι είχα τη δυνατότητα να γίνομαι αόρατος και η αλήθεια είναι ότι τότε, στις αρχές του ’90, η Νέα Υόρκη ήταν πολύ διαφορετική. Καθώς η δουλειά μου μεγάλωνε σε κλίμακα και ήθελα να καλύπτω τα πεζοδρόμια με ανθρώπους, η πρόκληση αυξανόταν». Ο Τιούνικ λέει πως σ’ αυτό το στάδιο της δουλειάς του η συμπεριφορά της αστυνομίας ήταν κατά κάποιον τρόπο απρόβλεπτη: ή έκανε ότι δεν έβλεπε ή παρενέβαινε και σε κάποιες περιπτώσεις προσπαθούσε να σταματήσει ό,τι γινόταν.
«Γενικώς πιστεύω πως στις Ηνωμένες Πολιτείες υπάρχουν περισσότερα θέματα σ’ ό,τι αφορά τη δημόσια έκθεση του γυμνού ανθρώπινου σώματος απ’ ό,τι στην Ευρώπη» διαπιστώνει. «Ισως υπάρχει λιγότερη γνώση επάνω στο γυμνό στο πλαίσιο ενός ιστορικού – καλλιτεχνικού περιεχομένου ή μπορεί να οφείλεται στις πουριτανικές επιρροές της κουλτούρας μας». Σε κάθε περίπτωση, πάντως, ο Τιούνικ βρέθηκε στην ανάγκη να σταματήσει τη δουλειά του με τον τρόπο που την έκανε ως τότε αφού κάποια στιγμή συνελήφθη και, παρά το ότι η υπόθεσή του έφτασε στο Ανώτατο Δικαστήριο και δικαιώθηκε, οι αστυνομικοί στους δρόμους δεν γνώριζαν ότι είχε κερδίσει το δικαίωμά του να προχωρήσει το έργο του. «Σιγά σιγά ξαναγύρισα εκεί απ’ όπου είχα σταματήσει όταν άρχισα να συνεργάζομαι με συγκεκριμένα μουσεία και πολιτιστικούς φορείς με τη συμπαράσταση της πόλης και της αστυνομίας. Ωστόσο τα περισσότερα από τα πρότζεκτ πλέον γίνονται στην Ευρώπη, στη Νότια και στην Κεντρική Αμερική».
Ο Τιούνικ λέει ότι η φιλοσοφία της δουλειάς του προκύπτει μέσα από πολλά επίπεδα. Πρώτο και κύριο είναι, ασφαλώς, το ίδιο το γυμνό ανθρώπινο σώμα. Αυτό είναι το σταθερό σημείο αναφοράς για τον φωτογράφο, η κινητήριος δύναμη για κάθε επόμενη ιδέα, πηγή ενέργειας και έμπνευσης. «Η εξέλιξή μου ως εικαστικού καλλιτέχνη επηρεάστηκε από τη λεγόμενη περιβαλλοντική τέχνη, ακόμη και από τον αφηρημένο εξπρεσιονισμό» λέει και συνεχίζει: «Απ’ αυτή την άποψη θεωρώ ότι η δουλειά μου μπορεί να κινηθεί σε διάφορες νοηματικές και φιλοσοφικές κατευθύνσεις σε σχέση με το πρόσωπο που συμμετέχει ή το πρόσωπο που την παρατηρεί ή ακόμη και το πρόσωπο που γράφει γι’ αυτήν. Μπορεί να έχει να κάνει με το αίσθημα της απελευθέρωσης ενός ατόμου ή με την υπέρβαση του παρελθόντος ή των όποιων προκαταλήψεων σχετικά με την ηθική και τους κοινωνικούς κανόνες. Για μένα το γυμνό κορμί αντιπροσωπεύει την καθαρότητα και την ομορφιά…».
Ποια είναι η διαδικασία που ακολουθεί σε κάθε έργο του; «Συνήθως με καλεί κάποιο μουσείο σύγχρονης τέχνης ή ένας οργανισμός και μετά αναζητώ το κατάλληλο μέρος για να στήσω το πρότζεκτ» λέει. «Στη συνέχεια φροντίζουμε να εξασφαλίσουμε το μέρος και τους ανθρώπους που θα συμμετάσχουν. Συνήθως παίρνει 4-6 μήνες η πραγματοποίησή του και πιστεύω πως είναι μια ενδιαφέρουσα και ευχάριστη εμπειρία για όλους όσοι εμπλέκονται. Οσο για μένα, το να μπορώ να εργάζομαι σε τόσο διαφορετικά μέρη είναι πραγματικά καταπληκτικό, ολόκληρη η διαδικασία εγγράφεται στο τελικό αποτέλεσμα…».

«Γδύθηκα για τον Σπένσερ»
«Τι έκανα άραγε, όρθια, παγωμένη και γυμνή, στο κέντρο του Μονάχου στις έξι το πρωί του Σαββάτου; Δεν ήμουν καν μεθυσμένη…» δήλωνε λίγες ημέρες μετά το πρότζεκτ της 23ης Ιουνίου η Κριστίν Μάντεν, μια από τους 1.700 συμμετέχοντες, μιλώντας στον τοπικό Τύπο για την εμπειρία της συνεργασίας της με τον Τιούνικ. Η ίδια πιστεύει ότι η δουλειά του αμερικανού φωτογράφου, η έκθεση της γυμνής ανθρώπινης σάρκας χωρίς κανένα σεξουαλικό υπονοούμενο, καθαρά για καλλιτεχνικούς λόγους, έχει τη δύναμη να μετατρέψει αμέσως την όποια πρόθεση ηδονοβλεψίας σε πνευματική ενατένιση.
«Ανάμεσα στο γυμνό πλήθος, οι επιδειξίες και οι ηδονοβλεψίες απορρίπτονται κατηγορηματικά κι αυτό είναι κάτι το οποίο οι διοργανωτές ξεκαθαρίζουν από την αρχή» συνεχίζει η Μάντεν. Η ίδια περιγράφει το πώς εντάχθηκε χαράματα σε μια ουρά 500 μέτρων, αποτελούμενη από ανθρώπους 18-80 ετών. Κάποια στιγμή, λέει, ο Τιούνικ εξαγριώθηκε όταν ανακάλυψε ότι ένας – δύο άνθρωποι ήταν μεθυσμένοι, πράγμα το οποίο απαγορευόταν αυστηρά, και φυσικά τους απέβαλε αμέσως. «Καθώς η αυγή μαλάκωνε το άγριο σκοτάδι, η μαγεία άρχιζε» περιγράφει η Μάντεν. «Το πλήθος μεταμορφώθηκε από μια σύναξη ταξινομημένων ανθρώπων σε μια ομάδα γυμνών σωμάτων, ενωμένων μέσα στη γύμνια τους…». Οι ομάδες χωρίστηκαν ανά χρώμα: η κόκκινη και η χρυσή. Η Μάντεν λέει ότι, από τη στιγμή που κάλυψε το σώμα της με χρώμα, δεν ένιωθε τόσο γυμνή. Καθώς η ώρα περνούσε, το αίσθημα της ελευθερίας και της χαράς την πλημμύριζε όλο και πιο έντονα. «Δεν παρακολουθούσαμε απλώς το γεγονός, ήμασταν οι ίδιοι το γεγονός».

Η Μάντεν διεπίστωσε ότι η δουλειά του Τιούνικ έχει κινητοποιήσει ένα ολόκληρο κύμα οπαδών οι οποίοι τον ακολουθούν σταθερά και συμμετέχουν σε κάθε πρότζεκτ. «Μια γυναίκα είχε έρθει από το Ισραήλ προκειμένου να συμμετάσχει» ανακοινώθηκε μέσω της σελίδας του Τιούνικ στο Facebook. Σύμφωνα με τη βοηθό του φωτογράφου, ένας 80χρονος Αμερικανός συμμετείχε σε όλα τα πρότζεκτ τα τελευταία 20 χρόνια και είχε φωτογραφίες από το καθένα τους στους τοίχους του σπιτιού του. Κάποιο έργο του στο Μεξικό απαιτούσε τη συμμετοχή 18.000 ανθρώπων κι ωστόσο υπήρξαν κάποιοι οι οποίοι απερρίφθησαν.

Οσον αφορά το πρότζεκτ του Μονάχου, η Κρατική Οπερα της Βαυαρίας θα διοργανώσει σχετική έκθεση φωτογραφιών τον Ιανουάριο του 2013, εν όψει των 200 ετών από τη γέννηση του Βάγκνερ, καθώς η πηγή έμπνευσης ήταν η μνημειώδης «Τετραλογία».

«Ολη αυτή η ομορφιά που έζησα άξιζε τις ώρες που αφιέρωσα, έστω κι αν βρίσκω ακόμη λίγα ίχνη από χρυσή μπογιά σε παράξενα σημεία του σώματός μου» κατέληγε η Μάντεν λίγες μέρες μετά…


πότε & πού:

Περισσότερες πληροφορίες για τον Σπένσερ Τιούνικ στην ιστοσελίδα: www.spencertunick.com

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
  • Βηματοδότης Περί εκπροσώπων…έρημων και απρόσωπων Με αφορμή τα επαναλαμβανόμενα φαινόμενα πολιτικής κακοφωνίας και, αν μη τι άλλο, ατυχούς ενημέρωσης και... ΒΗΜΑτοδότης |
Σίβυλλα
Helios Kiosk