Περί αδείας

Για την καλοκαιρινή άδεια ο λόγος, που την είχα προαναγγείλει ο ίδιος – το «Βήμα της Κυριακής» τη φορά αυτή διακριτικά την αποσιώπησε. Στο μεταξύ, η άδεια εξαντλήθηκε, τρώγοντας δώδεκα μέρες στην Τήνο και τις υπόλοιπες στην αυγουστιάτικη Αθήνα, που έβραζε στον καύσωνα. Παρακολουθώντας ανελλιπώς την εξέλιξη της οικονομικής μας κατάντιας, που τη διαχειρίζεται αγωνιωδώς η τρικομματική μας κυβέρνηση, προσέχοντας να μην ολισθήσει, άθελά της, σε τριτοκοσμική.

Περί αδείας | tovima.gr
Για την καλοκαιρινή άδεια ο λόγος, που την είχα προαναγγείλει ο ίδιος – το «Βήμα της Κυριακής» τη φορά αυτή διακριτικά την αποσιώπησε. Στο μεταξύ, η άδεια εξαντλήθηκε, τρώγοντας δώδεκα μέρες στην Τήνο και τις υπόλοιπες στην αυγουστιάτικη Αθήνα, που έβραζε στον καύσωνα. Παρακολουθώντας ανελλιπώς την εξέλιξη της οικονομικής μας κατάντιας, που τη διαχειρίζεται αγωνιωδώς η τρικομματική μας κυβέρνηση, προσέχοντας να μην ολισθήσει, άθελά της, σε τριτοκοσμική. Φυσιογνωμικά πάντως κυριαρχεί προς το παρόν στους κόλπους της συμπαθητική αμηχανία, με μία μόνο εξαίρεση: του Γιάννη Στουρνάρα, που λάμπει το πρόσωπό του από ανυποχώρητη ευεξία.
Αγωνία ωστόσο και άδεια δεν πάνε εύκολα μαζί. Σκαλίζοντας εξάλλου την κρίσιμη λέξη μάλλον μπερδεύεσαι. Πότε και πώς, αλήθεια, άδειασε η άδεια από το ετυμολογικό της «δέος» δηλώνοντας, πρόσκαιρα έστω, την ανέμελη αβαρία του Αυγούστου, που επονομάστηκε «μπάνια του λαού»; Ακολουθώντας κι εγώ τη συνταγή, κολύμπησα για λίγες μέρες στα λαϊκά Κιόνια της Τήνου, ρίχνοντας κλεφτές ματιές στον περίκλειστο, επί εικοσιτετραώρου βάσεως, αρχαιολογικό της χώρο.
Ο υπόλοιπος χρόνος της άδειας μέρας (κάποτε και της ξάγρυπνης νύχτας) αναλώθηκε στο νευρικό διάβασμα. Για γράψιμο πάντως λόγος δεν γίνεται, γιατί είχα αφήσει τον υπέρβαρο υπολογιστή μου στην Αθήνα, ελπίζοντας, όποιες φαεινές ιδέες μού κατέβουν, να τις απογράψω με το χέρι. Ελπίδα που δεν φτούρισε: απρόθυμο, κουλό το χέρι, ορνιθοσκάλιζε, σαν να μην είχε γράψει ποτέ κανονικά. Πρόκειται μάλλον για επίκτητη αναπηρία χειρογραφής, στην οποία φαντάζομαι υπολογίζουν πολύ οι πασαδόροι των κάθε λογής κομπιούτερ.
Οσο για τις αδειούχες αναγνωστικές επιλογές, ομολογώ ευθαρσώς πως τη φορά αυτή άφησα στην μπάντα τα βαριά βιβλία, διαλέγοντας τα ευχείρωτα. Ανάμεσά τους κάποια περιοδικά, κεντρικά κι απόκεντρα. Λόγου χάριν το ιουλιανό τεύχος τής, ανανεωμένης πράγματι, «Νέας Ευθύνης» και το εαρινό-θερινό της «Ποιητικής», εντοπίζοντας και στα δύο κάποια κείμενα απρόβλεπτα και ερεθιστικά.
Στη «Νέα Ευθύνη» τα νεανικά ποιήματα του Κυριάκου Χαραλαμπίδη, γραμμένα στα είκοσι δύο του χρόνια: ντοκουμέντα φιλικής αλληλογραφίας του με τον ώριμο ήδη ποιητή Τάκη Παπατσώνη. Διπλή έκπληξη: η αφιλόδοξη δροσιά των δικών του ποιημάτων, και ο πρώιμος μοντερνισμός του Παπατσώνη, αποτυπωμένος ήδη σε αναδημοσιευμένο ποίημα του 1921. Στο ίδιο εξάλλου τεύχος με τράβηξε και μια ρηξικέλευθη, ξενόγλωση μελέτη, (μεταφρασμένη προσεκτικά από τον Δημήτρη Φίλια) της Σούζαν Μπάσνετ, με τον προκλητικό τίτλο «Πότε μια μετάφραση δεν συνιστά μετάφραση». Παθιασμένος με το θέμα, τσίμπησα και δεν το μετάνιωσα. Με έπεισαν τα τεκμηριωμενα παραδείγματα της Μπάσνετ, που δείχνουν ότι τα όρια της μετάφρασης υπήρξαν εξ ορισμού ευλύγιστα και εφεξής συνεχώς διευρύνονται, ενισχύοντας το λογοτεχνικό της κύρος.
Στην επίκεντρη Ποιητική του Βλαβιανού (τεύχος ένατο) ο αναγνωστικός πειρασμός υπήρξε μεγαλύτερος. Τρία κυρίως κείμενα με συνεπήραν: δοκιμιακό το πρώτο, ποιητικό το δεύτερο, βιβλιοκριτικό το τρίτο. Εικοσασέλιδο το δοκίμιο (δημοσιευμένο πρώτη φορά το 2007 στο αγγλόφωνο περιοδικό Κάμπος) ανήκει στον φανατικό νεοελληνιστή David Riks και επιγράφεται σεμνά «Σκέψεις για τον Καβάφη και το ελληνικό επίγραμμα». Αψογη δουλειά, φιλολογικά άρτια, καθόλου σχολαστική, μεταφράστηκε τώρα στα καθ’ ημάς υπεύθυνα από την Ειρήνη Λουλακάκη-Moore. Αποκαλύπτοντας πώς ο Αλεξανδρινός (όπως συμβαίνει εξάλλου και με τα άλλα αρχαιόμυθα ποιήματά του: ομηρικά, αισχυλικά και σοφόκλεια), συντάσσει τα ταφικά του επιγράμματα εν όψει ομόλογων προτύπων από την Παλατινή Ανθολογία, ελέγχοντας προσεκτικά το τυπολογικό τους απόθεμα, επιμένοντας όμως προπάντων στο ενδιάθετο δυναμικό τους, το οποίο εκμαιεύει και απελευθερώνει με απίστευτη μαεστρία, ωσότου να το φέρει στα νερά του.
Για το εξαιρετικής σημασίας ποιητικό παράδειγμα του τεύχους και την υποδειγματική βιβλιοκρισία επιφυλάσσομαι να δώσω προσεχώς περισσότερα στοιχεία. Προς το παρόν περιορίζομαι στην προδήλωση της ταυτότητάς τους. Το πρώτο οφείλεται στον ταλαντούχο, νέο άγγλο ποιητή Τομ Τσίβερς (γεννήθηκε το 1983) και επιγράφεται «Πώς να χτίσεις μια πόλη». Ποιητικός στόχος που κατορθώνεται με είκοσι απρόβλεπτες «Επιλογές» – η οικονομική Εισαγωγή και η πολύ καλή μετάφραση είναι του Θοδωρή Χιώτη.
Η εξασέλιδη βιβλιοκρισία της Μαρίας Τοπάλη (όπου το κριτικό ήθος βρίσκει πιστεύω την καλή του ώρα) αφορά το, ευρυμαθές ασφαλώς, αλλά παθολογικής αντισεφερικής προκατάληψης, βιβλίο του Γιώργου Γιαννουλόπουλου, που φέρει τον τίτλο Ο μοντερνισμός και οι Δοκιμές του Σεφέρη (Πόλις, Αθήνα 2011), στο οποίο έχω ρίξει κι εγώ σε προηγούμενο μονοτονικό κάποιες μπηχτές. Τώρα η Μαρία Τοπάλη ευμενώς και δικαίως το ξετινάζει. Αυτά για σήμερα.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk