Οποιος βαριέται το Λονδίνο, βαριέται τη ζωή

«Το Λονδίνο είναι μια σύγχρονη Βαβυλώνα» έλεγε το 1847 ο Ντισραέλι. Η μεταφορά ισχύει και σήμερα, όχι μόνο επειδή ο πληθυσμός του μαζί με τα προάστια ξεπερνά τα 13 εκατομμύρια. Αυτή η αυτοκρατορική πόλη εξακολουθεί να είναι ένας παλλόμενος οργανισμός όπου, καθώς λέει ο Πίτερ Ακρόιντ, ένας κατ’ εξοχήν λονδρέζος συγγραφέας, φλέβες του είναι οι δρόμοι του και πνεύμονές του τα πάρκα του.

«Το Λονδίνο είναι μια σύγχρονη Βαβυλώνα» έλεγε το 1847 ο Ντισραέλι. Η μεταφορά ισχύει και σήμερα, όχι μόνο επειδή ο πληθυσμός του μαζί με τα προάστια ξεπερνά τα 13 εκατομμύρια. Αυτή η αυτοκρατορική πόλη εξακολουθεί να είναι ένας παλλόμενος οργανισμός όπου, καθώς λέει ο Πίτερ Ακρόιντ, ένας κατ’ εξοχήν λονδρέζος συγγραφέας, φλέβες του είναι οι δρόμοι του και πνεύμονές του τα πάρκα του.
Σε τούτη την Ιερουσαλήμ των υπερβορείων, που περιέχει ωστόσο πλήθος παγανιστικά στοιχεία, οι αφηγήσεις, τα μυστήρια και οι εναλλαγές και οι μεταφορές δεν έχουν αρχή και τέλος. «Το Λονδίνο είναι αίνιγμα – το Παρίσι η εξήγησή του» έλεγε ο Τσέστερτον. Και όταν σε μια πόλη τα κτίσματά της εκλαμβάνονται σαν φαλλικά σύμβολα (γι’ αυτό, σε αντίθεση με το «θηλυκό» Παρίσι, το Λονδίνο θεωρείται «αρσενικό») και τα λύματα των υπονόμων της σαν νερά μιας σύγχρονης Στυγός, τότε οι αφηγήσεις και τα μυστήρια είναι τα αινίγματα της ζωής ενώ «ο χρόνος είναι χρήμα».
Αυτό το έγραψε μεν ένας Αμερικανός, ο Βενιαμίν Φραγκλίνος, το 1748 (αν και τις ρίζες θα πρέπει να τις αναζητήσουμε στην αρχαιότητα), όμως ισχύει κατ’ εξοχήν για το Λονδίνο. Είναι η μόνη μητρόπολη όπου το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου που πέρασε εξακολουθεί να υπάρχει ζωντανό στους δρόμους, στα σπίτια και στα σημειακά κτίσματα που συνθέτουν τον πολεοδομικό ιστό της.
Η πόλη στην οποία γεννήθηκε ο μοντερνισμός ζει μέσα στην παράδοση, από και για την παράδοση – αφού παράδοση σημαίνει συνέχεια, επομένως σταθερό και βαθύ βίωμα του χρόνου. Γιατί, όπως αρχίζει το πρώτο από τα «Τέσσερα κουαρτέτα» του Τ. Σ. Ελιοτ, «ο χρόνος ο παρών κι ο χρόνος ο παρελθών/είναι ίσως κι οι δύο παρόντες στον μέλλοντα χρόνο». Και ο χρόνος υπάρχει γιατί υπάρχουν τα αποτυπώματά του, όπως λ.χ. οι περισσότερες από τις παμπ από όπου πέρασαν ή σύχναζαν Βρετανοί και ξένοι: η παμπ σε μια πάροδο της Φλιτ Στριτ που αγαπούσαν ο Βολταίρος και ο Δρ Τζόνσον. Ή οι παμπ όπου «τα έπινε» στον Μεσοπόλεμο ο Ντίλαν Τόμας, όπως οι French House, Highlander και Hercules στο Σόχο. Ολες τους μπορεί κανείς και σήμερα να τις επισκεφθεί και να πιει την μπίρα του.

«Ενα τερατώδες ρολόι»
Μια περιήγηση στα μέρη όπου έζησαν ή σύχναζαν οι συγγραφείς και οι καλλιτέχνες είναι ο ιδεωδέστερος τρόπος για να ανακαλύψει κανείς το πραγματικό Λονδίνο, το ζωντανό παρελθόν και το παρόν του, τη μοναδικότητά του, τον πολυεθνικό του χαρακτήρα. Και φυσικά, να μη χαθεί. Γιατί μπορεί μεν οι γειτονιές γύρω από τους σταθμούς του μετρό σύμφωνα με τον Τσέστερτον να «είναι στ’ αλήθεια οι θεμέλιοι λίθοι του Λονδίνου», όμως για τον Χέρμαν Μέλβιλ «δύο μέρη υπάρχουν στον κόσμο όπου μπορεί κανείς να χαθεί: το Λονδίνο και οι Νότιες Θάλασσες».
Εδώ τα μυστήρια, την παράδοση, τον ζωντανό χρόνο και τον παλμό της αυτοκρατορίας (ή τον απόηχό της) τα ρυθμίζει το τικ-τακ του ρολογιού. Υπάρχει καλύτερο περιβάλλον για έναν συγγραφέα; Οχι τόσο για να απομονωθεί και να γράψει, αλλά για να εντάξει τα βιώματα και τις ατομικές του αισθήσεις πάνω στον καμβά του χρόνου.
«Το Λονδίνο είναι ένα τερατώδες ρολόι» λέει στην ογκώδη «βιογραφία» του για την πόλη ο Ακρόιντ (ενδεχομένως ό,τι καλύτερο έχει γραφτεί γι’ αυτήν). Και δεν είναι αναγκαίο να πάρει κανείς τοις μετρητοίς την άποψή του πως οι Λονδρέζοι περπατούν γρηγορότερα από όλους, καθ’ ότι, εφόσον ο χρόνος είναι χρήμα, όσο γρηγορότερα περπατάς τόσο περισσότερα κερδίζεις. Αυτό μπορεί να μην είναι απολύτως σωστό, σημαίνει όμως πολλά για ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα της αγοράς και του χρήματος.
Από την αρχαιότητα ακόμη δύο ήταν τα βασικά χαρακτηριστικά των μητροπόλεων που προσδιόριζαν και την υπόστασή τους – περισσότερο ακόμη και από τον πλούτο και τη δύναμη: το κτίσμα και το κείμενο. Το Λονδίνο στα τέλη του 19ου αιώνα είχε αναδειχθεί στη μεγαλύτερη παγκόσμια μητρόπολη, παρά τον βικτωριανό πουριτανισμό, τις άθλιες συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούσαν τα χαμηλά στρώματα του πληθυσμού, την άγρια εκμετάλλευση, τα υψηλά ποσοστά παιδικής θνησιμότητας και εγκληματικότητας. Στις αρχές ωστόσο του 20ού αιώνα θα συνέβαιναν εδώ πολλά από τα όσα επρόκειτο να επηρεάσουν την παγκόσμια κουλτούρα, αλλά και τις πολιτικές εξελίξεις στην Ευρώπη και στον κόσμο.

Οι μπολσεβίκοι
Ο Λένιν επισκέφθηκε το Λονδίνο έξι φορές. Την πρώτη το 1902 και την τελευταία το 1911. Εντυπωσιασμένος από το μεγαλύτερο τότε επί Γης αρχείο έγραφε το 1907 ότι πουθενά δεν υπάρχει καλύτερη βιβλιοθήκη από αυτήν του Βρετανικού Μουσείου (όπου ο Μαρξ τον προηγούμενο αιώνα μελετούσε για να γράψει το «Κεφάλαιο»). Τον Απρίλιο του 1902 έφθασε στην πόλη χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο Jacob Richter.
Από εδώ διηύθυνε ως τον επόμενο χρόνο την «Ισκρα» («Σπίθα»), την εφημερίδα-όργανο του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, που το δεύτερο συνέδριό του πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο του 1903 στην Tottenham Court Road μέσα στη ζέστη και στη λάσπη, προεδρεύοντος του φοβερού Πλεχάνοφ, ο οποίος διέκοπτε τους ομιλητές με απερίγραπτες φράσεις, όπως «Τα άλογα δεν μιλούν. Μόνον οι γάιδαροι». Τότε είχαμε τη σύγκρουση και τη διάσπαση του κόμματος σε μπολσεβίκους και μενσεβίκους. Το συνέδριο είχε αρχίσει σε έναν αλευρόμυλο στις Βρυξέλλες αλλά συνεχίστηκε στο Λονδίνο.
Δεν ήταν όμως η πρώτη φορά που περνούσαν από την πόλη οι Ρώσοι. Ας ξεχάσουμε τον μίδα του κιτς Αμπράμοβιτς και ας θυμηθούμε ότι στο Λονδίνο έζησε τον 19ο αιώνα επί δέκα χρόνια ο ριζοσπάστης θεωρητικός Αλεξάντρ Χέρτσεν, τον οποίο είχαν επισκεφθεί οι κορυφαίοι ρώσοι συγγραφείς της εποχής: ο Τολστόι, ο Ντοστογέφσκι, ο Τουργκένιεφ, ο Νεκράσοφ, ο Τσερνισιέφσκι. Ο Ντοστογέφσκι έγραφε με θαυμασμό για τους δρόμους που φωτίζονταν με γκάζι, αλλά και με απέχθεια για τη βαρβαρότητα με την οποία μεταχειρίζονταν τα παιδιά και τον «ξεδιάντροπο κυνισμό» των Λονδρέζων.

Ο μοντερνισμός
Η γέννηση του μοντερνισμού στις αρχές του 20ού αιώνα συνέπεσε με την άφιξη στο Λονδίνο δύο αμερικανών ποιητών, του Εζρα Πάουντ το 1908 και του Τ. Σ. Ελιοτ το 1915. Ο πρώτος, ο φωνακλάς «γιάνκης των συνόρων», έφθανε σε μια πόλη όπου την κουλτούρα, την πολιτική και τα γράμματα τα βάραιναν δύο σκιές: του Μαρξ και του Δαρβίνου – χωρίς να εξαιρέσουμε βέβαια και την πιο βαριά της βασίλισσας Βικτωρίας. Ηθελε να «κατακτήσει» λογοτεχνικά την τότε μητρόπολη των αγγλοσαξονικών γραμμάτων. Αλλά πιθανότατα δεν γνώριζε ότι λίγα μέτρα πριν από το 48 της οδού Langham, όπου εγκαταστάθηκε, είχε μείνει τον προηγούμενο αιώνα ο Ρεμπό.
Εκείνος ο παθιασμένος και αντιφατικός νεαρός από το Αϊντάχο, που πρωτοστάτησε στα κινήματα του εικονισμού και του βορτικισμού, έγραψε το διάσημο λακωνικό ποίημα Σ’ έναν σταθμό του μετρό το οποίο είναι ένας ας πούμε ορισμός του εικονισμού, αλλά δεν αναφέρεται σε σταθμό του λονδρέζικου μετρό παρά του παρισινού αντίστοιχου της La Concorte: «Η εικόνα αυτών των προσώπων μες στο πλήθος/πέταλα σε υγρό μαύρο κλωνάρι».
Ο Ελιοτ έφθανε στο Λονδίνο το 1914, τη χρονιά που ο Πάουντ εγκατέλειπε τον εικονισμό για να προσχωρήσει στον βορτικισμό (κίνημα συναφές του ιταλικού φουτουρισμού). Ο Πάουντ ήξερε «κάποια» λατινικά, ελάχιστα προβηγκιανά και ακόμη πιο λίγα κινέζικα, έλεγε ο Ρόμπερτ Γκρέιβς (που διέθετε τεράστια κλασική παιδεία). Και όμως μετέφρασε ποιητές του παρελθόντος και από τις τρεις αυτές γλώσσες και κατάφερε να τις ενσωματώσει στη μοντέρνα ποίηση. Ας θυμίσω ότι ο Πάουντ συναντήθηκε με τον Γκρέιβς στο διάσημο κολέgιο All Souls, όπου τους σύστησε ο Τ. Ε. Λόρενς με σαρδόνιο χιούμορ ως εξής: «Πάουντ, Γκρέιβς. Γκρέιβς, Πάουντ. Θα αντιπαθήσετε ο ένας τον άλλον».
Η μάχη ανάμεσα στο παλιό και στο καινούργιο στη λογοτεχνία διεξαγόταν με φανατισμό – και ενίοτε με τρόπο κωμικό. «Οποιος βαριέται το Λονδίνο, βαριέται τη ζωή» είχε πει δύο αιώνες νωρίτερα ο Σάμιουελ Τζόνσον. Και το λογοτεχνικό Λονδίνο ήταν ένας διόλου βαρετός τόπος. Κάποτε ο Πάουντ, που δεν διέθετε καμιά αξιοπρόσεκτη αίσθηση του χιούμορ, προκάλεσε σε μονομαχία έναν ποιητή πολύ γνωστό τότε αλλά ξεχασμένο σήμερα, ονόματι Αμπερκρόμπι, διότι, έλεγε, «η βλακεία πέραν ενός ορίου καταντά δημόσιος κίνδυνος». Ο προκληθείς, έχοντας κατά το έθιμο το δικαίωμα να διαλέξει τα όπλα, πρότεινε να μονομαχήσουν χρησιμοποιώνας τα απούλητα αντίτυπα των βιβλίων τους που θα τα πετούσαν ο ένας εναντίον του άλλου.
Ο εικονισμός και ο βορτικισμός ήταν κινήματα βραχύβια που απλώς θα προετοίμαζαν το έδαφος για τη δημοσίευση το 1922 του καταστατικού έργου του μοντερνισμού, της «Ερημης χώρας» του Τ. Σ. Ελιοτ, που προκάλεσε στην Ευρώπη αίσθηση ανάλογη με εκείνη που προκάλεσαν τον 19ο αιώνα τα «Ανθη του κακού» του Μποντλέρ. Το ποίημα πρωτοδημοσιεύθηκε στο «Criterion», το περιοδικό που ίδρυσε και διηύθυνε ο Ελιοτ, χωρίς τις σημειώσεις, οι οποίες προστέθηκαν αργότερα, όταν εκδόθηκε σε βιβλίο, προκειμένου να αποφευχθούν ενδεχόμενες κατηγορίες για λογοκλοπή.
Ο ίδιος επί 40 χρόνια, ως τον θάνατό του, ήταν διευθυντής στον εκδοτικό οίκο Faber and Faber. Και όπως αυτόν τον βοήθησε να καθιερωθεί ο Πάουντ, έτσι και ο ίδιος ανέδειξε ποιητές και πεζογράφους που θα αποκτούσαν μεταπολεμικά περίοπτη θέση στα παγκόσμια γράμματα: τον Στίβεν Σπέντερ, τον Λόρενς Ντάρελ, τον Φίλιπ Λάρκιν, τον Λούις Μακνίς, τον Ρόμπερτ Λόουελ, τον Τεντ Χιουζ.

Ο Κύκλος του Μπλούμσμπερι
Τα γραφεία των Faber and Faber βρίσκονταν στη Russell Square του Μπλούμσμπερι. Στην ίδια περιοχή όμως βρισκόταν και το σπίτι της Βιρτζίνια και του Τομ Γουλφ, στρατηγείο του Κύκλου του Μπλούμσμπερι, τα μέλη του οποίου άφησαν τεράστιο έργο: η Βιρτζίνια Γουλφ και ο Ε. Μ. Φόρστερ στην πεζογραφία, ο Ρότζερ Φράι στην κριτική, ο Μπέρτραντ Ράσελ στη φιλοσοφία και στα μαθηματικά, ο Τζον Μέιναρντ Κέινς στην οικονομία.
Οι Βρετανοί ισχυρίζονται ότι το Μπλούμσμπερι υπήρξε «το Κέιμπριτζ της λογοτεχνίας». Τα μέλη του βέβαια δεν ήταν αγαπητά σε άλλους μοντερνιστές. Μπορεί ο Ελιοτ να σύχναζε και αυτός εκεί, αλλά ο Γουίνταμ Λιούις, με τον οποίο είχε φιλικές σχέσεις, έγραψε το καλύτερο βιβλίο του, το «The Apes of God», σατιρίζοντας τα μέλη του. Το ίδιο έκανε και ο Αλντους Χάξλεϊ στο μυθιστόρημά του «Κίτρινο Κρόουμ».
Σήμερα οι διαφορές και οι διαμάχες έχουν μικρότερη σημασία, διόλου ευκαταφρόνητη ωστόσο, όσον αφορά το κίνημα του βορτικισμού, που είχε πολεμικό (και αντιδημοκρατικό) χαρακτήρα. Κατ’ αντιδιαστολή, ο Κύκλος του Μπλούμσμπερι αποτελούνταν από ειρηνιστές με φιλελεύθερες και φεμινιστικές απόψεις για το σεξ, ενώ ούτε ο Πάουντ ούτε ο Λιούις και ο Ελιοτ υπήρξαν φεμινιστές. Οι πρώτοι δύο μάλιστα υποστήριξαν ανοιχτά τον φασισμό: από τον αρχηγό των βρετανών φασιστών Οσβαλντ Μόσλεϊ ως τον Μουσολίνι και τον Χίτλερ. Την ίδια εποχή στη Γερμανία αναδυόταν σε καθεστώς υψηλού πληθωρισμού, πολιτικής αστάθειας και ανεργίας μια άλλη μητρόπολη των γραμμάτων και των τεχνών: το Βερολίνο. Γι’ αυτήν όμως την επόμενη Κυριακή.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk