Μαρλένε Ντίτριχ: Οι γοφοί ενός «Αγγέλου»

Στο λεξικό του «A Biographical Dictionary of Film Stars» ο ιστορικός του κινηματογράφου Ντέιβιντ Τόμσον θέτει ένα άκρως ενδιαφέρον ερώτημα για την περίπτωση της Μαρλένε Ντίτριχ: «Παρ’ ότι έδειχνε ατάραχη και μέσω της αδιαφορίας της προκαλούσε ερεθιστικά συναισθήματα στους θεατές, είναι πιθανόν, περισσότερο από κάθε άλλον μεγάλο σταρ του σινεμά, η Ντίτριχ να υπήρξε τελικά δημιούργημα του κινηματογράφου. Ποιος όμως το κατασκεύασε; «Προϊόν» της ίδιας; Οραμα του κοινού της, που ενσαρκώθηκε; Ή μήπως τον βασικό ρόλο στο φαινόμενο «Ντίτριχ» έπαιξε το φως που άπλωσε επάνω της ο Γιόζεφ φον Στέρνμπεργκ;».

Στο λεξικό του «A Biographical Dictionary of Film Stars» ο ιστορικός του κινηματογράφου Ντέιβιντ Τόμσον θέτει ένα άκρως ενδιαφέρον ερώτημα για την περίπτωση της Μαρλένε Ντίτριχ: «Παρ’ ότι έδειχνε ατάραχη και μέσω της αδιαφορίας της προκαλούσε ερεθιστικά συναισθήματα στους θεατές, είναι πιθανόν, περισσότερο από κάθε άλλον μεγάλο σταρ του σινεμά, η Ντίτριχ να υπήρξε τελικά δημιούργημα του κινηματογράφου. Ποιος όμως το κατασκεύασε; «Προϊόν» της ίδιας; Οραμα του κοινού της, που ενσαρκώθηκε; Ή μήπως τον βασικό ρόλο στο φαινόμενο «Ντίτριχ» έπαιξε το φως που άπλωσε επάνω της ο Γιόζεφ φον Στέρνμπεργκ;».
Αν ο αυστριακός σκηνοθέτης Γιόζεφ φον Στέρνμπεργκ (το αριστοκρατικό «Φον» υπήρξε διαφημιστικό τρικ του Χόλιγουντ) δεν ανακάλυπτε τη Μαρλένε Ντίτριχ στα τέλη της δεκαετίας του 1920 στη Γερμανία, και κυρίως αν δεν αποφάσιζε να της δώσει τον ρόλο της Λόλα στον «Γαλάζιο Αγγελο» (παρ’ ότι αρχικώς είχε στο μυαλό του την ήδη καταξιωμένη γερμανίδα σταρ Μπριγκίτε Χελμ), ενδεχομένως ο κόσμος να μην ανακάλυπτε ποτέ την ασημένια ομορφιά, τη φωσφορίζουσα λάμψη, το σαγηνευτικό βλέμμα, τη μοναδική παρουσία της Ντίτριχ. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι πριν από τον «Γαλάζιο Αγγελο» η Ντίτριχ είχε παίξει σε 17 ταινίες.
Οταν ο Φον Στέρνμπεργκ την επέλεξε, η ηθοποιός δεν ήταν πλέον και τόσο νέα (29 ετών) και είχε ήδη αποκτήσει οκτάχρονη πείρα δίπλα σε καταξιωμένους σκηνοθέτες της χώρας της: τον Βίλεμ Ντίτερλε, τον Γιόζεφ Μέι, τον Γκεόρκ Γιάκομπι. Επαγγελματίες, εργατικοί σκαπανείς του εγχώριου κινηματογράφου, οι οποίοι ωστόσο δεν είχαν καταφέρει να δουν πάνω της, μέσα της, αυτό που εκείνος είδε. Αυτό που θα την έκανε σταρ.

Mια λάγνα βασίλισσα του σεξ
Η σχέση της Ντίτριχ με τον Φον Στέρνμπεργκ, σύμφωνα με τα όσα έχουν γραφτεί για το ντουέτο, ήταν μια σχέση αγάπης – μίσους. Γεμάτη αντιθέσεις, εντάσεις, τσακωμούς μα και λατρεία. Δύο τόσο δυνατές προσωπικότητες, όμως, μόνο με τη σύγκρουση θα μπορούσαν να προκαλέσουν την έκρηξη. Οπερ και εγένετο. Η πιο δημιουργική περίοδος της Ντίτριχ, εξάλλου, παραμένει εκείνη δίπλα στον Φον Στέρνμπεργκ. Ο «Γαλάζιος Αγγελος» ήταν απλώς η αφετηρία. Η ταινία βασίστηκε στο μυθιστόρημα του Χάινριχ Μαν «Ο καθηγητής Ούνρατ», που εκδόθηκε το 1904. Ενας πουριτανός μεσήλικος καθηγητής γνωρίζεται με μια καμπαρετζού η οποία σιγά-σιγά τον παρασύρει κοντά της. Τον σαγηνεύει, τον παντρεύεται, τον φέρνει στο σημείο να χάσει όλα όσα έχει κερδίσει, να απαρνηθεί όλα όσα έχει πιστέψει. Τον οδηγεί στην απόγνωση και εν τέλει στον θάνατο.
Ο ήρωας του καθηγητή, πρόσωπο πέρα για πέρα τραγικό, είναι η «σάρκα» και τα «οστά» του μυθιστορήματος, όμως ο Φον Στέρνμπεργκ προσέγγισε την κινηματογραφική διασκευή του διαφορετικά. Διέταξε τους σεναριογράφους του να κάνουν μια ουσιαστική μετατροπή, διότι για εκείνον η σάρκα αλλά και η ψυχή του έργου ήταν η «βαμπ» γυναίκα της νύχτας. Ηθελε να την παρουσιάσει ως μια λάγνα, ανίκητη βασίλισσα του σεξ. Και χάρη στην Ντίτριχ τα κατάφερε.
Το παράξενο είναι ότι ο αυστριακής καταγωγής Φον Στέρνμπεργκ, ο οποίος ζούσε από τα νεανικά χρόνια του στην Αμερική, κλήθηκε στη Γερμανία από τον Εμίλ Γιάνινγκς (τον ηθοποιό που τελικά θα έπαιζε τον Ούνρατ), για να τον σκηνοθετήσει σε μια ταινία που θα έσωζε την καριέρα του. Ο Γιάνινγκς, παρ’ ότι κάποτε εθεωρείτο «ο μεγαλύτερος ηθοποιός του κόσμου» και ήταν ο πρώτος που κέρδισε το Οσκαρ ανδρικού ρόλου για τον ρόλο του στην «Τελευταία διαταγή» (επίσης του Φον Στέρνμπεργκ), δεν είχε καταφέρει να προσαρμοστεί στις ανάγκες του ομιλούντος κινηματογράφου.
Το αρχικό σχέδιο ήταν μια βερσιόν του Ρασπούτιν, την οποία ωστόσο ο Φον Στέρνμπεργκ αρνήθηκε. Ετσι μπήκε στη μέση το μυθιστόρημα του Μαν. Ο «Γαλάζιος Αγγελος» γυρίστηκε σε δύο εκδοχές, γερμανόφωνη και αγγλόφωνη. Παραδόξως, ακόμη και στην εποχή της η γερμανική με τους αγγλικούς υπότιτλους υπήρξε δημοφιλέστερη της αγγλικής. Η αλήθεια είναι ότι η ταινία έσωσε την καριέρα του Γιάνινγκς (για λίγο όμως), αν και κανείς δεν μπορούσε να αρνηθεί τη γέννηση ενός νέου άστρου: της Ντίτριχ.

Επιστροφή στην Αμερική
Ο «Γαλάζιος Αγγελος» είναι η μοναδική ταινία που γύρισε ο Φον Στέρνμπεργκ στη Γερμανία. Αν και γεννήθηκε στην Αυστρία, οι γονείς του μετανάστευσαν στις ΗΠΑ όταν εκείνος ήταν επτά ετών και δέκα χρόνια αργότερα, το 1911, άρχισε να εργάζεται στον κινηματογράφο ξεκινώντας από τα πιο χαμηλά στάδια.
Επιστρέφοντας στην Αμερική μετά τα γυρίσματα του «Γαλάζιου Αγγέλου», ο Φον Στέρνμπεργκ πήρε μαζί του την Ντίτριχ. Θα την ξανασκηνοθετούσε σε έξι ακόμη ταινίες. Τις καλύτερές τους. Η πρώτη μετά τον «Αγγελο» ήταν το «Μαρόκο», με την Ντίτριχ δίπλα στον Γκάρι Κούπερ. Ο σκηνοθέτης, μάλιστα, δεν επέτρεψε τη διανομή του «Αγγέλου» στην Αμερική προτού το κοινό αποδεχθεί την Ντίτριχ δίπλα στον αμερικανό σταρ. Το «Μαρόκο» έγινε μεγάλη επιτυχία και έναν χρόνο αργότερα ο «Γαλάζιος Αγγελος» μεγαλύτερη. Θα ακολουθούσαν ο «Κατάσκοπος Χ27» (1931), το «Σανγκάη εξπρές» (1932), η «Ξανθή Αφροδίτη» (1933), η «Τραγική τσαρίνα» (1934) και «Ο Διάβολος είναι γυναίκα» (1935).
Είναι απίστευτο, αλλά ακόμη και σήμερα, 83 χρόνια μετά την παραγωγή της ταινίας, η Ντίτριχ παραμένει ερεθιστική. Οχι μόνο για τους νοσταλγούς της αξέχαστης νιότης τους, αλλά, θέλω να πιστεύω, και για τους νεότερους θεατές που την ανακαλύπτουν. Οι σκηνές μέσα στο κλαμπ «Γαλάζιος Αγγελος» και συγκεκριμένα εκείνες στο καμαρίνι της φέρνουν τον θεατή στη θέση των μαθητών που, πίσω από το παραβάν, κάνουν μπανιστήρι.
Βλέποντάς την ξανά για τη συγγραφή αυτού του κειμένου, σκέφτηκα ότι δεν θα ήταν άσχημο να βρισκόμουν εγώ (για λίγο βέβαια) στη θέση του φουκαρά καθηγητή. Προσέξτε πώς η Ντίτριχ φτιάχνει το καλσόν της, πώς φορμάρει τις καλτσοδέτες, πώς μετατοπίζει τις γάμπες της, πώς λυγίζει τη μέση της για να σηκώσει (τάχα μου) κάτι. Και όταν έρχεται η στιγμή του «Ich bin von Kopf bis fuss aug Liebe Einestellt», του περίφημου τραγουδιού της, γνωστού και ως «Falling in love again», νιώθω πια εντελώς παραδομένος.
Στα γυρίσματα, παρακολουθώντας την Ντίτριχ να κάνει τα πιπεράτα νούμερά της, ο Εμίλ Γιάνινγκς ζήλευε. «Αυτή είναι δική μου ταινία» είχε πει στον Χάινριχ Μαν. Και εκείνος, που αρχικώς είχε επίσης μια διαφορετική καλλιτέχνιδα για τον ρόλο της Λόλα στο μυαλό του (την Τρούντε Χέστερμπεργκ, σοουγούμαν των καμπαρέ του Βερολίνου), του ψιθύρισε στο αφτί δείχνοντας τη λυγερή ξανθιά: «Κύριε Γιάνινγκς, η επιτυχία αυτής της ταινίας βρίσκεται στους γυμνούς γοφούς της κυρίας Ντίτριχ»!

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk