Περί ευθύνης υπουργών: Τότε και τώρα

Τα τελευταία πολιτικά γεγονότα, σύμφωνα με τα οποία υπουργός πρόσφατων κυβερνήσεων οδηγήθηκε

Περί ευθύνης υπουργών: Τότε και τώρα | tovima.gr

Τα τελευταία πολιτικά γεγονότα, σύμφωνα με τα οποία υπουργός πρόσφατων κυβερνήσεων οδηγήθηκε, αυτός και η οικογένειά του, στη φυλακή, ενώ άλλες ανάλογες περιπτώσεις, με απόφαση της Ανακριτικής Επιτροπής της Βουλής, πήγαν στο αρχείο, φέρνουν εκ νέου στην επιφάνεια την επίμαχη διάταξη «Περί ευθύνης υπουργών». Το θέμα δεν είναι βέβαια μόνο νομικό· έχει ευρύτερη κοινωνική και ηθική διάσταση και η ακύρωση της σχετικής νομικής διάταξης θα έβρισκε θετική απήχηση στην κοινή γνώμη, η οποία ενεή παρακολουθεί παρόμοια φαινόμενα, ορατά μεν, ανέγγιχτα όμως από τη νομική τους πλευρά.

Με το σημείωμά μου αυτό θα αναφερθώ σε ένα παρόμοιο περιστατικό που συνέβη εξήντα χρόνια πίσω, όταν ένας γνωστός λόγιος, από ανάλογη αφορμή σχετικής δίκης και καταδίκης υπουργού για πλημμέλημα, διατύπωσε τον προβληματισμό του σε ημερήσια πολιτική εφημερίδα. Πρόκειται για τον διευθυντή της Ακρόπολης κατά την περίοδο 1940-1960 Γιάννη Μηλιάδη (1895-2975), επιφανή αρχαιολόγο και όχι μόνο. Όχι μόνο, γιατί ο Μηλιάδης (μαθητής του Τσούντα και φίλος του Καρούζου κι επίσης πρωτοστάτης στον ενταφιασμό των αγαλμάτων κατά την Κατοχή) ήταν και εξαιρετικά επαρκής λόγιος, άγνωστος στο ευρύτερο κοινό, γιατί αρκετά δημοσιεύματά του, σχετικά με την λογοτεχνία και τη φιλολογία γενικότερα, τα υπέγραφε με έξι διαφορετικά ψευδώνυμα, εκτός από το μονόγραμμα Μ. και τα αρχικώνυμα Γ.Μ.

Στον Μηλιάδη ανήκει και ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον και άγνωστο από αλλού μελέτημά του για τον Καβάφη στο περ. Αχαϊκά (Πάτρας) του 1937 με το ψευδώνυμο Γιάννης Γκούρας καθώς και πλήθος άρθρα για νεοέλληνες συγγραφείς , για ζωγράφους και θέματα αισθητικής της τέχνης. Από μια πρόχειρη καταγραφή του έργου του εκτιμάται ότι τα πάσης φύσεως δημοσιεύματά του, επώνυμα , ανώνυμα ή ψευδώνυμα ξεπερνούν τα 450. Ανάμεσα στα άρθρα αυτά απαντά και σχετικό, αρκετά επίκαιρο δημοσίευμά του στην εφημερίδα «Προοδευτικός Φιλελεύθερος στις 29 Φεβρουαρίου 1952 με τον τίτλο «Περί ευθύνης υπουργών».

Το κείμενο μιλάει αφ’ εαυτού και ο προβληματισμός του ευαίσθητου αρθρογράφου είναι έκδηλος. Θεωρεί ότι η εσχάτη των ποινών για έναν πολιτικό είναι η ατιμία · η στέρηση δηλαδή των πολιτικών του δικαιωμάτων, όπως συνέβαινε στην αρχαιότητα. Για την εποχή μας όμως, εποχή ανειμένων κοινωνικών ευαισθησιών, είναι αρκετό το μέτρο αυτό; Ή μήπως με τις εποχές άλλαξαν και τα ήθη;

Παραθέτω το εξαιρετικά επίκαιρο, όπως εκτιμώ άρθρο του Γιάννη Μηλιάδη:


* Ο κ. Γιάννης Παπακώστας είναι Ομότιμος καθηγητής, μέλος του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης
Περί ευθύνης υπουργών

Η πολύκροτη δίκη «ευθύνης υπουργών» τελείωσε και η στήλη αυτή δεν ενδιαφέρεται για την καθημερινή πολιτική πράξη. Υποτίθεται όμως ότι μια τέτοια δίκη που δικάζεται από έκτακτο ειδικό δικαστήριο και που μια ολόκληρη Βουλή παραπέμπει τον κατηγορούμενο, είναι ένα βαρυσήμαντο γεγονός στη ζωή ενός τόπου. Τέτοια γεγονότα αποτελούν σταθμούς αυτοελέγχου και καθαρμού. Αποτελούν διδάγματα που γίνονται αφετηρίες νέων εξαγνισμένων εξελίξεων. Αλλά για να συμβεί αυτό χρειάζεται και ο νόμος και η διαδικασία και η απόφαση να έχουν κρυσταλλική διαύγεια και σαφήνεια σχολαστική. Πάνω απ’ όλα το σοβαρό εκείνο τόνο που εξασφαλίζει η αρμονία του σκοπού με το αποτέλεσμα του λόγου της παραπομπής με τη φύση της τιμωρίας. Προς τον απλό λαό απευθύνεται το δίδαγμα και δεν επιτρέπεται να σκανδαλίζεται ούτε η νοημοσύνη του ούτε το ήθος του.

Ας το πούμε καθαρά: η περίφημη αυτή δίκη δεν απετέλεσε κανένα εξαγνισμό και κανενός είδους δίδαγμα. Πλημμέλημα χαρακτηρίστηκε το αδίκημα και οι κύριοι κατήγοροι έσπευσαν να διακηρύξουν ότι ο κατηγορούμενος υπουργός ήταν ομολογουμένως ανώτερος κάθε υποψίας για ιδιοτέλεια. Όπως και να το κάνεις όμως υπέπεσε σ’ ένα πλημμέλημα και δε μπορούσε να γίνει αλλιώς, πικρό το καθήκον, αλλά… καθήκον. Μόνο που είναι αρκετά περίεργο και ιδιόρρυθμο αυτό το πλημμέλημα. Αποτιμάται με τη μεζούρα του κοινού ποινικού κώδικα, αλλά ούτε ο εισαγγελεύς μπορεί να το διώξει, ούτε κανείς πολίτης να το καταγγείλει. Μόνον η Βουλή μπορεί να επιληφθεί και να το παραπέμψει. Ας σταθούμε λιγάκι στο σημείο αυτό. Το μικρό μυαλό του κοινού ανθρώπου επιθυμεί μια μικρή αποσαφήνιση: αυτή η ειδική δοσιδικία που ορίζει ο νόμος για τους υπουργούς ποιον αφορά; Το πρόσωπο ή τη φύση του αδικήματος; Και ποιον θέλει να προστατέψει; Τον υπουργό ή την ηθική τάξη της πολιτικής ζωής του τόπου; Αλλοίμονον αν δεχθούμε ότι η πολιτική ηγεσία ενός λαού εθέσπισε μια ειδική δοσιδικία υπέρ των υπουργών, για να πέφτουν στα μαλακά όταν αποκαλύπτονται, ν’ αδικούν τα οικονομικά συμφέροντα του κράτους και να τιμωρούνται σε βαθμό πλημμελήματος γι’ αδίκημα που αν το έκανε δημόσιος υπάλληλος όχι μόνο θα δικαζότανε αυστηρότερα, αλλά θα έχανε και τη θέση του.

Πρέπει λοιπόν να δεχθούμε ότι η ειδική δοσιδικία αφορά τη φύση του αδικήματος και προστατεύει την ηθική τάξη της διοίκησης των αρχόντων. Προϋποθέτει, δηλαδή, αδίκημα πολιτικό. Δεν πρόκειται στην περίπτωση αυτή για τα εκατομμύρια που ζημιώθηκε το δημόσιο. Αν ήταν γι’ αυτό, η πιο σκόπιμη τιμωρία (και η πιο τσουχτερή) θα ήταν μία μόνο: η κατάσχεση της περιουσίας του δράση. Αλλά πρόκειται για μιαν «απιστία» προς τις θεμελιώδεις ηθικές βάσεις του πολιτεύεσθαι και του διοικείν σ’ ένα κράτος δικαίου. Πρόκειται για μια ηθελημένη δολιοφθορά των προστατευτικών θεσμών που συγκρατούν την άνομη συνταύτιση του κράτους με το κόμμα. Γιατί αυτό είναι το βαρύτερο αδίκημα που μπορούν να διαπράξουν οι φορείς της πολιτικής εξουσίας. Μπροστά σ’ ένα τέτοιο αδίκημα είναι τουλάχιστον ανόητο να ρωτούμε αν υπάρχει ιδιοτέλεια (χρηματική) για ν’ αξιολογήσουμε ανάλογα τη σοβαρότητά του. Όλα τα πολιτικά αδικήματα (εφόσον δεν αθωώνονται για λόγους βλακείας) είναι όλα εκ προοιμίου ιδιοτελή _ αλλά ιδιοτελή πολιτικώς. Και μόνον αυτό βαραίνει.

Αλλά και ποιάν λογική ένα ιδιώνυμο πολιτικό αδίκημα μπορεί ν’ αποτιμηθεί με τον κοινό ποινικό κώδικα, αυτό δεν θα το καταλάβουμε εμείς οι κοινοί θνητοί κι αν μας το εξηγήσουν εκατό σοφοί ποινικολόγοι. Τέτοιο αδίκημα για μας δεν είναι ούτε πταίσμα ούτε πλημμέλημα ούτε κακούργημα. Και δεν ξεπλένεται με φυλάκιση δύο ημερών ή δύο μηνών ή δύο ετών, μετά ή άνευ αναστολής. Είναι πολιτικό αδίκημα και οι κυρώσεις που δεν μπορούν να είναι παρά κυρίως πολιτικές. Οι αρχαίοι πρόγονοι ήξεραν να χαρακτηρίζουν στην κυριολεξία τους και τα αδικήματα του είδους αυτού και την ποινή _ τη μόνη που τους αρμόζει: ατιμία. Εφόσον η πολιτική ηγεσία του τόπου είναι τόσο δειλή ή τόσο προνοητική και σώφρων, ώστε να μη τολμάει να θεσπίσει την «ατιμία», τέτοιες δίκες όχι μόνο δεν αποτελούν κάθαρση και δίδαγμα για τον λαό, αλλά συχνά έχουν αντίστροφα αποτελέσματα. Γιατί αρχίζει να διαβλέπει…

Σε μένα τουλάχιστον αυτή η δίκη του πολιτικού πλημμελήματος τον έκανε συμπαθή τον άτυχο υπουργό. Αν ήμουν εκλογεύς στην επαρχία του, θα τον εψήφιζα αδίστακτα στις προσεχείς εκλογές. Αφού το κράτος του επιτρέπει να ξαναβάλει υποψηφιότητα. Πλημμέλημα δεν το θέλετε; Ε, λοιπόν, δεν κρεμάει κανείς έναν άνθρωπο για ένα τόσο δα πλημμέλημα δύο μηνών. Ξέρω τι θα μου πείτε: ότι των πολιτευομένων τελευταίος και τελειωτικός κριτής είναι ο λαός! Α, όχι! Με συγχωρείτε. Πουθενά δεν ακούστηκε ότι ο λαός είναι πάντα υπεύθυνος και η ηγεσία του πάντα ανεύθυνη. Δεν υπάρχει χαλάρωση του ηθικού κριτηρίου του λαού. Υπάρχει εθνική κρίση ηγεσίας. Ο λαός στη μεγαλοσύνη του δε θ’ ασχοληθεί με θολές προσωπικές περιπτώσεις. Θ’ ασχοληθεί με μεγάλες ομάδες, με μεγάλες γραμμές _ όχι με φτωχούς αποδιοπομπαίους τράγους.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΗΛΙΑΔΗΣ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk