Αδικαίωτα θύματα ενός «βρώμικου πολέμου»

Ως τώρα οι καταγγελίες κατά των εγκλημάτων της στρατιωτικής δικτατορίας στη Βραζιλία κατά την περίοδο 1964-1985 αρκούνταν σε ψιθύρους ή κραυγές των πολιτών της, ποτέ όμως δεν πήραν την επίσημη οδό, μια και πριν από την πρόσφατη σύσταση της Επιτροπής για την Ιστορική Αλήθεια, που ξεκίνησε τις εργασίες της αυτή την εβδομάδα, η χώρα ουδέποτε ήρθε αντιμέτωπη με τις σκοτεινές σελίδες του παρελθόντος της. Εκατοντάδες άτομα εξαφανίστηκαν ή δολοφονήθηκαν, ενώ περισσότερα από 9.000 φυλακίστηκαν και βασανίστηκαν – μεταξύ των οποίων και η σημερινή πρόεδρος της χώρας Ντίλμα Ρουσέφ –, ενώ οι νόμοι περί αμνηστίας άφηναν ατιμώρητους τους θύτες και αδικαίωτα τα θύματα.

Ως τώρα οι καταγγελίες κατά των εγκλημάτων της στρατιωτικής δικτατορίας στη Βραζιλία κατά την περίοδο 1964-1985 αρκούνταν σε ψιθύρους ή κραυγές των πολιτών της, ποτέ όμως δεν πήραν την επίσημη οδό, μια και πριν από την πρόσφατη σύσταση της Επιτροπής για την Ιστορική Αλήθεια, που ξεκίνησε τις εργασίες της αυτή την εβδομάδα, η χώρα ουδέποτε ήρθε αντιμέτωπη με τις σκοτεινές σελίδες του παρελθόντος της. Εκατοντάδες άτομα εξαφανίστηκαν ή δολοφονήθηκαν, ενώ περισσότερα από 9.000 φυλακίστηκαν και βασανίστηκαν – μεταξύ των οποίων και η σημερινή πρόεδρος της χώρας Ντίλμα Ρουσέφ –, ενώ οι νόμοι περί αμνηστίας άφηναν ατιμώρητους τους θύτες και αδικαίωτα τα θύματα.

«Η Βραζιλία έχει δικαίωμα στην αλήθεια. Οι νέες γενιές έχουν δικαίωμα στην αλήθεια. Πάνω απ’ όλους, εκείνοι που έχασαν φίλους και συγγενείς και που συνεχίζουν να υποφέρουν καθημερινά έχουν δικαίωμα στην αλήθεια. Δεν μας ωθεί το μίσος ή η διάθεση για εκδίκηση, αλλά ούτε και για συγχώρεση» έχει δηλώσει η 64χρονη σήμερα πρόεδρος της Βραζιλίας Ντίλμα Ρουσέφ, η οποία ως 22χρονη αντάρτισσα με το κωδικό όνομα «Εστέλα» φυλακίστηκε επί τρία χρόνια και βασανίστηκε άγρια κατά τη διάρκεια του «Βρώμικου Πολέμου» της Βραζιλίας.

Τα βασανιστήρια που είχε υποστεί η πρόεδρος δεν ήταν ευρύτερα γνωστά ως πρόσφατα, καθώς από τότε που ανέλαβε την εξουσία αρνήθηκε να παίξει τον ρόλο του θύματος, ενώ συγχρόνως υποστήριζε διακριτικά την έρευνα γύρω από το δικτατορικό παρελθόν της χώρας της. Η ιστορία της Ρουσέφ μοιάζει με πολλές άλλες, και μάλιστα δεν είναι καν η χειρότερη από αυτές, καθώς εκείνη επέζησε και έφθασε στο ανώτατο αξίωμα της Βραζιλίας.
Παρά το γεγονός ότι πολλές περιπτώσεις βασανιστηρίων έχουν αποδειχθεί και έχουν δοθεί ως τώρα κάποιες αποζημιώσεις στα θύματα και στους συγγενείς τους, ο ισχύων νόμος με τον οποίο αυτοαμνηστεύθηκαν οι στρατιωτικοί της χούντας το 1979 αποκλείει οποιαδήποτε επίσημη δικαστική δίωξη και τιμωρία – σε κάθε επίπεδο εξουσίας.
Η Επιτροπή για την Ιστορική Αλήθεια θα έχει δύο χρόνια στη διάθεσή της για να ερευνήσει παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων από το 1964 ως το 1985. Το έργο της δεν θα είναι ιδιαίτερα εύκολο, καθώς πολλά ενοχοποιητικά έγγραφα έχουν καταστραφεί ή ακόμη και κλαπεί από εκεί όπου φυλάσσονταν, ενώ δεν είναι υποχρεωτική η προσέλευση των μαρτύρων για κατάθεση. Συνεπώς, αν ένας αμφιλεγόμενος πρώην συνταγματάρχης κληθεί να καταθέσει για τη δράση του κατά τη χούντα, μπορεί να αγνοήσει την κλήτευση.
Οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων επισημαίνουν ότι όσο δεν μπορεί να υπάρξει ποινική δίωξη θυτών και βασανιστών η Βραζιλία δεν κοιτάζει με ειλικρίνεια το πρόσωπό της στον καθρέφτη της Ιστορίας. Για πολλούς Βραζιλιάνους η σύσταση της Επιτροπής είναι ένα πρώτο βήμα προς την αλήθεια και ευελπιστούν να οδηγήσει στην κατάργηση του νόμου περί αμνηστίας. Οπως όμως έχουν ξεκαθαρίσει οι Αρχές, κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται, ενώ ακόμη και στις περιπτώσεις που ορισμένοι πολίτες έχουν προσπαθήσει να τον παρακάμψουν μέσα από «παραθυράκια» έχουν προσκρούσει στην άρνηση των δικαστών να εκδικάσουν τις «καυτές» αυτές υποθέσεις.
Μνήμη και αλήθεια
«Η αμνηστία δεν οδηγεί στη συμφιλίωση»

Η επικεφαλής του Νομικού Τμήματος του Διεθνούς Συμβουλίου για Θύματα Βασανιστηρίων (IRCT), μιας οργάνωσης-«ομπρέλα» που δρα σε περισσότερες από 80 χώρες, Μίριαμ Ρέιβεντλοου, μιλάει στο «Βήμα» από την Κοπεγχάγη και εξηγεί ότι η χορήγηση αμνηστίας δεν είναι ποτέ ο καλύτερος τρόπος να επουλώσει τις πληγές της μια κοινωνία.

Πόσο σημαντική είναι μια επιτροπή για την ιστορική αλήθεια όταν δεν έχει αρμοδιότητες απόδοσης κατηγοριών, και μάλιστα σχεδόν 30 χρόνια μετά;
«Το θέμα δεν είναι μόνο η προσαγωγή σε δίκη των υπευθύνων. Από την πλευρά των θυμάτων είναι εξαιρετικά σημαντικό να υπάρχουν αυτές οι επιτροπές και να εργάζονται ώστε να αποκαλυφθεί η αλήθεια και να μπορούν και οι ίδιοι να τη διηγηθούν. Αλλωστε ακόμη και 30 χρόνια μετά μπορεί κανείς να συγκεντρώσει στοιχεία και αποδείξεις για τους δράστες. Ακόμη υπάρχουν ζωντανά θύματα της δικτατορίας. Τα βασανιστήρια που τους επεβλήθησαν μπορούν να διαπιστωθούν ως και σήμερα με ιατρικές εξετάσεις. Επειδή πέρασε καιρός, δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε πια να υπηρετήσουμε την αλήθεια και τη δικαιοσύνη».

Ποιος είναι ο αντίκτυπος των βασανιστηρίων και των τεχνικών εκφοβισμού;
«Ολοι αντιδρούν διαφορετικά στα βασανιστήρια. Εκτός από τις άμεσες επιπτώσεις, υπάρχουν και μακροπρόθεσμες, οι οποίες δεν περιορίζονται σε προβλήματα σωματικής υγείας και διαρκούν μια ζωή. Σοβαρά ψυχικά τραύματα κάποιες φορές δεν ξεπερνιούνται ποτέ. Οι βασανισθέντες συχνά δεν μπορούν να κοιμηθούν ή να σχετιστούν με φυσιολογικό τρόπο με τους άλλους ή αποκτούν μια διαστρεβλωμένη εικόνα του εαυτού τους. Για να σταθεί κάποιος στα πόδια του, χρειάζεται ολιστική προσέγγιση: ιατρική και ψυχολογική βοήθεια, οικονομική και όχι μόνο στήριξη από την οικογένεια και την κοινωνία».

Η απόδοση αμνηστίας στους θύτες αποτελεί μεγάλο τίμημα για την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας;
«Ναι, οπωσδήποτε. Σε αυτές τις περιπτώσεις πάντα απαιτείται συμβιβασμός μεταξύ αλήθειας και δικαιοσύνης. Η απόδοση αμνηστίας δεν είναι ποτέ ένας καλός τρόπος να προχωρήσει μια κοινωνία μπροστά, αν πραγματικά θέλει να λάμψει η αλήθεια και να επιτευχθεί εθνική συμφιλίωση. Ελπίζω να ανακληθούν οι νόμοι περί αμνηστίας στη Βραζιλία».
Μαρτυρίες


Ντίλμα Ρουσέφ,
πρόεδρος της Βραζιλίας, φυλακισθείσα για αντιστασιακή δράση

«Η ανάκριση ξεκινούσε συνήθως με ηλεκτροσόκ αυξανόμενης έντασης. Επειτα προχωρούσαν σε άλλα, όπως η «κούνια του παπαγάλου» [σ.σ.: όπου ο κρατούμενος κρεμιέται ανάποδα σε μια ράβδο από τους καρπούς και στους αστραγάλους]. Κάποια στιγμή έχασα ένα δόντι και μου εξάρθρωσαν το σαγόνι. Ακόμη δυσκολεύομαι να μασήσω. Το στρες είναι πανίσχυρο, αφάνταστο. Ημουν παντελώς μόνη μου. Αντιμετώπισα τον φόβο και τη μοναξιά. Θυμάμαι τον φόβο όταν έτρεμε το δέρμα μου. Κάτι τέτοιο σε σημαδεύει για μια ζωή».

Αμέλια Τέλες, μέλος του παράνομου τότε Κομμουνιστικού Κόμματος

«Με βασάνιζαν επί 15 ημέρες, μαζί με τον σύζυγό μου. Με υπέβαλαν σε ηλεκτροσόκ, ξυλοδαρμούς και εικονικούς πνιγμούς. Κάποια στιγμή, η αστυνομία είχε φέρει τα παιδιά μας, τεσσάρων και πέντε ετών, στο κέντρο βασανιστηρίων που μας κρατούσαν. Οταν με αντίκρισαν, με ρώτησαν: «Μαμά, γιατί ο μπαμπάς είναι πράσινος κι εσύ μπλε;». Τότε κοίταξα το σώμα μου και συνειδητοποίησα ότι ήμουν γεμάτη μελανιές. Οι μέρες περνούσαν χωρίς καμία ελπίδα επιβίωσης και θεωρώ πολιτική νίκη ότι είμαι εδώ τώρα».


Κλαούντιο Γκέρα,
πρώην εκτελεστής της χούντας και συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο «Αναμνήσεις από έναν Βρώμικο Πόλεμο»

«Η μέθοδός μου ήταν πάντοτε η ίδια: δύο σφαίρες κατευθείαν στο στήθος του θύματος. Τις περισσότερες φορές δεν ήξερα τον λόγο της δολοφονίας, ούτε καν το όνομα εκείνου που θα πέθαινε. Επρεπε να εξαφανίζουμε τα ίχνη μας. Μερικές φορές βοηθούσα άλλους να πετάξουν πτώματα από κάποιον γκρεμό. Μας μάθαιναν ότι οι κομμουνιστές είναι ο μπαμπούλας και ότι έπρεπε να τους καταστρέψουμε. Ηταν «ο θάνατός σου, η ζωή μου»».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Κόσμος
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk