Βιέννη: Εβραϊκή διανόηση στο άντρο του αντισημιτισμού

Οταν στις 12 Μαρτίου 1938 τα ναζιστικά στρατεύματα έμπαιναν στην Αυστρία και τρεις ημέρες αργότερα ο Χίτλερ έφθανε στη Βιέννη, πολλοί δεν συνειδητοποιούσαν ότι αυτό θα σήμαινε και το τέλος της μεγάλης κεντροευρωπαϊκής κουλτούρας η οποία επί μισό αιώνα κυριαρχούσε στην Ευρώπη. Οι σημαντικοί συγγραφείς είχαν φύγει πιο μπροστά ή ετοιμάζονταν να φύγουν.

Οταν στις 12 Μαρτίου 1938 τα ναζιστικά στρατεύματα έμπαιναν στην Αυστρία και τρεις ημέρες αργότερα ο Χίτλερ έφθανε στη Βιέννη, πολλοί δεν συνειδητοποιούσαν ότι αυτό θα σήμαινε και το τέλος της μεγάλης κεντροευρωπαϊκής κουλτούρας η οποία επί μισό αιώνα κυριαρχούσε στην Ευρώπη. Οι σημαντικοί συγγραφείς είχαν φύγει πιο μπροστά ή ετοιμάζονταν να φύγουν. Και όσοι δεν πέθαναν στην εξορία κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου δεν επέστρεψαν στην Αυστρία. Ο Γιόζεφ Ροτ, ο Ελίας Κανέτι, ο Αλφρεντ Πόλγκαρ, ο Στέφαν Τσβάιχ, ο Ρόμπερτ Μούζιλ, ο Χέρμαν Μπροχ, ο Ζίγκμουντ Φρόιντ και άλλοι, και άλλοι. Ολοι ή σχεδόν όλοι ήταν εβραϊκής καταγωγής. Αν έμεναν, μοίρα τους θα ήταν ή η φυλακή και το εκτελεστικό απόσπασμα ή το στρατόπεδο συγκέντρωσης.
Από εκείνη τη 15η Μαρτίου και «επισήμως» η Βιέννη θα έπαυε να ανήκει στα μεγάλα κέντρα της ευρωπαϊκής κουλτούρας. Και δεν θα ανακτούσε την παλιά της αίγλη μετά τον Πόλεμο, έστω κι αν στην Αυστρία εμφανίστηκαν δύο πολύ σημαντικοί συγγραφείς μεταπολεμικά: ο Τόμας Μπέρχαρντ και ο Κρίστοφ Ραμσμάγερ (ο τελευταίος μάλιστα από το 2006 ζει πλέον μόνιμα στην πόλη).
Και όμως, η λογοτεχνία αναπτύχθηκε όψιμα στη Βιέννη. Ως τα τέλη του 18ου αιώνα η πόλη δεν είχε συγγραφείς. Ηταν βέβαια η αδιαφιλονίκητη πρωτεύουσα της ευρωπαϊκής μουσικής, ενώ τεράστιο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα επιτεύγματα της αρχιτεκτονικής της. Το μεγάλο άλμα πραγματοποιήθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν εμφανίστηκε η ομάδα Jung Wien (Νέα Βιέννη) στην οποία περιλαμβάνονταν οι περισσότεροι από τους σημαντικούς συγγραφείς που ως τα μέσα της δεκαετίας του ’30 θα κυριαρχούσαν στη λογοτεχνική σκηνή: ο Αλφρεντ Πόλγκαρ, ο Πέτερ Αλτενμπεργκ, ο Ούγκο φον Χόφμανσταλ, ο Αρτουρ Σνίτσλερ, ο Φραντς Βέρφελ και βέβαια ο κορυφαίος σατιρικός του 20ού αιώνα, Καρλ Κράους. Η ομάδα σύχναζε στο Cafe Griensteidel ως το 1897 που κατεδαφίστηκε. Τότε «μετακόμισε» στο γειτονικό Cafe Central. Πλην του Βέρφελ και του Πόλγκαρ οι υπόλοιποι πέθαναν πριν από την προσάρτηση της Αυστρίας από το Τρίτο Ράιχ.

Από τον Παλαιό στον Νέο Κόσμο
Στο λιμάνι της Λισαβόνας στις 4 Οκτωβρίου 1940 ο Βέρφελ και ο Πόλγκαρ θα επέβαιναν μαζί με τον Χάινριχ Μαν στο πλοίο «Νέα Ελλάς», που σάλπαρε για την Αμερική. Ο πρώτος ήταν παντρεμένος με την Αλμα, χήρα του Γκούσταφ Μάλερ, στη συνέχεια ερωμένη του Οσκαρ Κοκόσκα και κατόπιν σύζυγος του Γκρόπιους, από τον οποίο χώρισε το 1920 για να παντρευτεί δέκα χρόνια αργότερα τον Βέρφελ. Ο Βέρφελ πέθανε το 1945 στο Λος Αντζελες, μακριά από τη χώρα όπου ήταν διάσημος και από τους παλιούς του φίλους.
Ο Πόλγκαρ, ο μεγάλος μάστορας του ύφους και του σκετς ή μικρού δοκιμίου με θέματα της καθημερινότητας το οποίο αποκαλείται fuilleton, ανήκει στις δύο μεγάλες μορφές της δημοσιογραφίας υψηλών απαιτήσεων που αναπτύχθηκε στη Βιέννη του Μεσοπολέμου. Η ποιητικότητα, η λεπτότητα της γραφής και το χιούμορ του παραμένουν ως σήμερα ανεπανάληπτα. Οσοι θαυμάζουν το ύφος του «New Yorker», ιδιαίτερα στη στήλη Talk of the Town, θα πρέπει να θυμηθούν ότι το καθιέρωσε από τις αρχές ακόμη του 20ού αιώνα ο Πόλγκαρ – που δυστυχώς, όπως και ο Βέρφελ, παραμένει άγνωστος στη χώρα μας.
Το γράψιμό του το θαύμαζαν ο Τόμας Μαν, ο Μπένγιαμιν, ο Μούζιλ. Μπορεί κανείς να φανταστεί πώς θα αισθανόταν όταν στα 65 του εγκατέλειπε τη Βιέννη. Ομως καλύτερα να μας το πει ο ίδιος: «Οταν σ’ εγκαταλείπουν τα πάντα, μένεις μόνος. Οταν τα εγκαταλείπεις εσύ, είσαι μόνος». Και ακόμη: «Μοίρα του εκπατρισμένου είναι ο ξένος τόπος να μη γίνει πατρίδα του. Η πατρίδα του γίνεται ξένος τόπος».
Ο Πόλγκαρ επέστρεψε στην Ευρώπη το 1947. Ηταν 74 ετών αλλά ως το 1955 που πέθανε έζησε στη Ζυρίχη και όχι στη Βιέννη. Δεν συγχώρεσε ποτέ τους Βιεννέζους για την ενθουσιώδη υποδοχή που επεφύλαξαν στον Χίτλερ το 1938. Το έργο του έμεινε στην αφάνεια ακόμη και στον γερμανόφωνο κόσμο ως τις αρχές της δεκαετίας του ’80, όταν άρχισε να το επανεκδίδει συστηματικά ο αποκαλούμενος και «πάπας των γερμανών κριτικών» Μαρσέλ Ράιχ Ρανίτσκι.
Μπορεί να θεωρήσει κανείς υπερβολική την άποψη ότι, για τους δημιουργούς στην Ευρώπη, τουλάχιστον για όσους δεν ζούσαν στο Παρίσι, στη διάρκεια του Μεσοπολέμου η Αγγλία αντιπροσώπευε την ελευθερία, η Ελβετία τη δημοκρατία, το Βερολίνο τη δημιουργικότητα και η Βιέννη την κουλτούρα – αλλά η Βιέννη ήταν και η πόλη του αντισημιτισμού και του παγγερμανισμού, όπου μετά τη διάλυση της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας το 1918 τα φαινόμενα του ρατσισμού και του αντισημιτισμού ήταν πολύ πιο έντονα.
Ας προσθέσουμε και την άνοδο και πτώση της σοσιαλδημοκρατίας, όπως την περιγράφει εξαίρετα στο βιβλίο του «Αναμνήσεις και στοχασμοί» ο Ερνστ Φίσερ. Για τον γερμανόφωνο κόσμο, ωστόσο, και για ολόκληρη την Ευρώπη, η Βιέννη του Μεσοπολέμου διατηρεί ακόμη την ανάμνηση της αίγλης της. Τα τελευταία χρόνια πληθαίνουν τα βιβλία, οι ιστορικές και φιλολογικές μελέτες και τα χρονικά που περιγράφουν αυτή την εποχή και το δημιουργικό κλίμα που εξαφανίστηκε με την επέλαση του ναζισμού.
Το ότι οι περισσότεροι συγγραφείς της μεσοπολεμικής Βιέννης ήταν εβραϊκής καταγωγής (όχι όμως και σιωνιστές) δεν είναι τυχαίο. Το 1922 ο ποιητής, πεζογράφος και δημοσιογράφος Ούγκο Μπετάουερ εξέδωσε το διασημότερο μυθιστόρημά του με τίτλο «Η πόλη χωρίς εβραίους», μια άγρια σάτιρα εναντίον του αντισημιτισμού. Τι θα συνέβαινε στη Βιέννη αν μια μέρα εκδιώκονταν όλα τα «ανεπιθύμητα στοιχεία», δηλαδή οι εβραίοι, από την πόλη; Ο Μπετάουερ, αποκαλούμενος και «κόκκινος ποιητής» από τους ναζιστές, που ζητούσαν δημοσίως να τιμωρηθεί με λιντσάρισμα, θα το πλήρωνε με τη ζωή του. Ενας οδοντοτεχνίτης ονόματι Οτο Ρότστοκ θα τον δολοφονούσε στον δρόμο.
Η «Πόλη χωρίς εβραίους» μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Χανς Καρλ Μπρεσλάουερ το 1924, έναν χρόνο πριν από τη δολοφονία του συγγραφέως που πολύ πρώιμα είχε γράψει υπέρ της νομιμοποίησης των αμβλώσεων και του δικαιώματος των γυναικών να διατηρούν το αρχικό τους επώνυμο και μετά τον γάμο τους. Ο Μπετάουερ υπήρξε πρωτοπόρος, όπως άλλωστε και όλοι οι δημιουργοί στη Βιέννη εκείνης της ταραγμένης εποχής.

Η πένα-δηλητήριο του Καρλ Κράους
Εκτός από τον Σνίτσλερ, τον Χόφμανσταλ και τον Τσβάιχ, άλλοι πέντε κορυφαίοι συγγραφείς της λογοτεχνικής Βιέννης είναι γνωστοί στη χώρα μας: ο Ρόμπερτ Μούζιλ, ο Χέρμαν Μπροχ, ο Γιόζεφ Ροτ, ο Ελίας Κανέτι και ο Καρλ Κράους. Ο τελευταίος λιγότερο από τους άλλους, αφού όλο του το ταλέντο το διοχέτευσε σε δημοσιογραφικά κείμενα και σε διαλέξεις προκαλώντας κάθε φορά που μιλούσε ένα μικρό σοκ. Και οι πέντε υπήρξαν μεγάλοι στιλίστες. Το έργο όμως του Κράους θα γινόταν ευρέως γνωστό έξω από τον γερμανόφωνο κόσμο αρκετά χρόνια μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ας σημειώσω πως το σημαντικότερο έργο του, το θεατρικό «Οι τελευταίες μέρες του ανθρώπινου γένους», που δημοσιεύθηκε στο «Die Fackel» («Ο Πυρσός»), το περιοδικό που ίδρυσε το 1899 και και εξέδιδε ανελλιπώς ως τον θάνατό του το 1936, ανέβηκε στη σκηνή μόλις το 1991, λίγο μετά τον πρώτο Πόλεμο του Κόλπου, στο Τορίνο και σε σκηνοθεσία του Λούκα Ρινκόνι.
Για τα καυστικά κείμενά του ο Κράους είχε δεχτεί αμέτρητες μηνύσεις. Η πένα του έσταζε δηλητήριο, αλλά εντυπωσιακή ήταν και η απίστευτη παραγωγικότητά του. Ενώ ο «Πυρσός» ως το 1911 φιλοξενούσε και κείμενα επιφανών γερμανόφωνων και μη συγγραφέων, στα υπόλοιπα 25 χρόνια όλο το περιοδικό το έγραφε ο Κράους μόνος του. Τους αφορισμούς του, που παραμένουν ανεπανάληπτοι, δεν μπορούσαν να τους ανεχτούν οι Βιεννέζοι αστοί. Ολους τους χλεύαζε. Τους γιατρούς («Τα λεφτά σου και τη ζωή σου»), τους ιστορικούς («Τι είναι ένας ιστορικός; Κάποιος που δεν γράφει αρκετά καλά ώστε να εργαστεί σε εφημερίδα»), τους διπλωμάτες («Πώς κυβερνάται ο κόσμος και καταλήγει στον πόλεμο; Οι διπλωμάτες λένε ψέματα στους δημοσιογράφους και τα πιστεύουν όταν τα βλέπουν τυπωμένα»), τους ψυχαναλυτές («Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι άρρωστοι. Λίγοι όμως γνωρίζουν ότι πρόκειται για κάτι για το οποίο μπορούν να υπερηφανεύονται. Αυτοί είναι οι ψυχαναλυτές»), τους ψευτοπατριώτες («Το απεχθές σε έναν σοβινιστή δεν είναι η αντιπάθειά του για τα άλλα έθνη, αλλά η αγάπη του για το δικό του»), τους πουριτανούς («Είναι η καλύτερη εποχή τα παιδιά να διαφωτίσουν τους γονείς τους σχετικά με τα μυστικά του σεξ»), τον επίσημο κλήρο («Πάτερ άφες αυτοίς. Οίδασι γαρ τι ποιούσι»). Ηταν το ίδιο σκληρός και σε προσωπικό επίπεδο: «Τον αδικείς. Συμφωνεί μαζί σου στα πάντα. Εκτός από το ότι τον θεωρώ γάιδαρο».
Οι αφορισμοί του Κράους είναι αντάξιοι ενός Σταντάλ. Εβδομήντα έξι χρόνια μετά τον θάνατό του η τοξική σάτιρα αυτού του παθιασμένου ηθικολόγου, που έφθανε στα όρια της μισανθρωπίας, παραμένει το ίδιο επίκαιρη και δραστική.

Ο Φρόιντ χωρίς το ντιβάνι του
Θα απογοητευθούν όσοι φαντάζονται ότι αν επισκεφθούν το Μουσείο Φρόιντ στο 19 της Frangasse στη Βιέννη, θα δουν και το περίφημο ντιβάνι του ψυχαναλυτή. Το ντιβάνι αυτό βρίσκεται στο Λονδίνο, όπου ο πατέρας της ψυχανάλυσης αναγκάστηκε να καταφύγει στις 4 Ιουνίου 1938, εγκαταλείποντας την πόλη στην οποία έζησε 47 ολόκληρα χρόνια. Στη ναζιστοκρατούμενη Βιέννη ακόμη και μια προσωπικότητα σαν τη δική του κινδύνευε. Ο Φρόιντ ήταν εβραίος, γι’ αυτό και τίποτε δεν εγγυόταν ότι οι ναζιστές θα σέβονταν το όνομα, την ηλικία του (ήταν 82 ετών), όπως και το γεγονός ότι έπασχε από καρκίνο. Αλλωστε και τα δικά του βιβλία, μαζί με τα αντίστοιχα του Τόμας και του Χάινριχ Μαν, του Στέφαν Τσβάιχ και τόσων άλλων, έκαιγε η παραληρούσα ναζιστική νεολαία στο Βερολίνο το 1933.
Ο Μαρξ, ο Αϊνστάιν και ο Φρόιντ είναι οι αρχιτέκτονες της σύγχρονης εποχής, έλεγε ο Εριχ Φρομ (παραλείποντας ωστόσο τον Δαρβίνο). Η βαριά σκιά του Φρόιντ υψώνεται πίσω από το έργο του Αλτουσέρ, του Μορίς Μερλό Ποντί και βέβαια του Μαρκούζε και των ων ουκ έστιν αριθμός φροϊδομαρξιστών. Γιατί η επίδρασή του στην κουλτούρα ήταν όσο καταλυτική και στην ιατρική. Ο Φρόιντ μέσω της κουλτούρας διαμόρφωσε την επαναστατική θεωρία του και ενοποίησε την επιστήμη, την τέχνη, τη λογοτεχνία και τον πολιτισμό γενικότερα. Το παράδειγμα υπήρξε μοναδικό. Στο Λονδίνο βέβαια, όπου και τον δέχτηκαν με μεγάλες τιμές, ανάμεσα στους κύκλους των συγγραφέων και διανοουμένων κυκλοφορούσε τότε μια άλλη σκιά: του Κάρολου Δαρβίνου. Γι’ αυτό όμως και για άλλα συναφή, στο επόμενο.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk