Ο Στίγκλιτζ βγήκε αληθινός

«Aν η ευρωζώνη διαρραγεί, θα ήταν αναμφίβολα προτιμότερο να αποχωρήσει από τη νομισματική ένωση η Γερμανία παρά η Ελλάδα» μου είπε τον Ιούλιο του 2011 ο νομπελίστας οικονομολόγος Τζόζεφ Στίγκλιτζ.

Ο Στίγκλιτζ βγήκε αληθινός | tovima.gr
«Aν η ευρωζώνη διαρραγεί, θα ήταν αναμφίβολα προτιμότερο να αποχωρήσει από τη νομισματική ένωση η Γερμανία παρά η Ελλάδα» μου είπε τον Ιούλιο του 2011 ο νομπελίστας οικονομολόγος Τζόζεφ Στίγκλιτζ. Σε συζήτησή μας, στο πλαίσιο συνέντευξης για την εφημερίδα «Τα Νέα» (23.07.2011), η οποία είχε πραγματοποιηθεί με αφορμή ομιλία του αμερικανού καθηγητή σε εκδήλωση που είχε διοργανώσει το ΙΟΒΕ (και ο τότε πρόεδρος του Ιδρύματος και πάλαι ποτέ φοιτητής του Στίγκλιτζ στα έδρανα της Οξφόρδης, καθηγητής κ. Γιάννης Στουρνάρας, σήμερα υπουργός Οικονομικών) στην Αθήνα, ο Στίγκλιτζ είχε αναφερθεί στα σχεδιαστικά ελαττώματα που συνοδεύουν την ευρωζώνη από τη γέννησή της, εστιάζοντας στην αδυναμία της ΕΚΤ να λειτουργήσει ως πραγματική κεντρική τράπεζα, στα πρότυπα της αμερικανικής Fed, και να εξισορροπήσει τους κραδασμούς που προκαλούν η ανισοβαρής ανάπτυξη και οι κρίσεις.

Ο Στίγκλιτζ κατά τη διάρκεια της περασμένης χρονιάς επιβεβαιώθηκε απόλυτα. Η Γερμανία αποδείχθηκε καταστρεπτική στη διαχείριση της κρίσης και η ΕΚΤ, παρά τις προσπάθειες να μιμηθεί την Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ στις πρακτικές παροχής ρευστότητας, τελικά τείνει να αναδειχθεί παράγοντας όξυνσης των αναταραχών. Και αυτό όχι τόσο με ευθύνη των μελών της, αλλά κυρίως λόγω των γερμανικών πιέσεων και των περιορισμών που θέτουν οι ευρωπαϊκές συνθήκες στην Κεντρική Τράπεζα. Στη φάση αυτή, που η κρίση κορυφώνεται και ελλοχεύει ο κίνδυνος η ευρωζώνη να βρει μπροστά της τον Σεπτέμβριο ανυπέρβλητα εμπόδια, η αποστολή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας πρέπει να επανεξεταστεί. Η διαφύλαξη της σταθερότητας των τιμών δεν μπορεί να προηγείται της διαφύλαξης του ευρώ. Και η Γερμανία δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από δικαιολογίες, αλλά και πίσω από ανεπαρκείς μηχανισμούς, όπως ο ESM.

Αναλύσεις διεθνών οργανισμών τεκμηριώνουν ότι μια «παρέμβαση» στην αγορά ομολόγων από την ΕΚΤ δεν θα τροφοδοτούσε ανεξέλεγκτες πληθωριστικές πιέσεις στην ευρωζώνη και θα αντιμετώπιζε αποτελεσματικά την κρίση, που πλέον κινδυνεύει να αποκτήσει συστημικά χαρακτηριστικά. Η Γερμανία δεν το δέχεται αυτό, αν και δεν έχει επιχειρήματα για να τεκμηριώσει τις διαφωνίες της. Είναι ενδεικτικό ότι ο ετήσιος πληθωρισμός στη Γερμανία παρέμεινε τον Ιούλιο στο 1,7%, στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων 18 μηνών, αρκετά χαμηλότερα από το 2% που η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θέτει ως όριο σταθερότητας. Μάλιστα, αν η κρίση επιδεινωθεί, τότε ο αποπληθωρισμός θα γίνει ακόμη πιο έντονος στη Γερμανία, καθώς η ανασφάλεια των καταναλωτών (να αγοράσουν προϊόντα) θα έχει αποτέλεσμα τη συμπίεση των τιμών.

Ωστόσο, παρά την κρισιμότητα της κατάστασης αυτής, που απειλεί ακόμη και την ίδια την οικονομία της Γερμανίας, οι πολιτικές σκοπιμότητες της Χριστιανοδημοκρατικής Ενωσης (CDU), του κόμματος της Ανγκελα Μέρκελ, θέτουν εμπόδια στην ΕΚΤ και κρατούν δεμένο το «αόρατο χέρι» της αγοράς. Οι διαρκείς γερμανικές αντιρρήσεις για πλήρη ενεργοποίηση της ΕΚΤ έχουν καταστήσει νομισματική κρίση την αρχικά εκδηλωμένη δημοσιονομική κρίση και επιβεβαίωσαν πλήρως τον νομπελίστα Τζόζεφ Στίγκλιτζ, ο οποίος θεωρούσε – και θεωρεί – τη Γερμανία εμπόδιο στην απόφαση της ΕΚΤ για «τύπωμα χρήματος» και ανακούφιση της ευρωζώνης και των αγορών.

Το γερμανικό «πείσμα» και η αδιαλλαξία του Βερολίνου στην εξεύρεση βιώσιμων λύσεων που θα ξεφεύγουν από την «τιμωρητική» δημοσιονομική λιτότητα έχουν οξυνθεί εν όψει των γερμανικών εκλογών του 2013, καθώς η κυρία Μέρκελ θεωρεί πως αν κρατήσει αυστηρή γραμμή θα αποκομίσει μεγαλύτερα εκλογικά οφέλη. Οι πρακτικές της αυτές έχουν οδηγήσει σε απελπισία τις ευρωπαϊκές εποπτικές αρχές που βλέπουν μεγάλες οικονομίες να ασφυκτιούν και το ευρώ να καθίσταται μέρα με την ημέρα λιγότερο αξιόπιστο ως αποθεματικό νόμισμα.

Αν και όλοι στην ΕΕ γνωρίζουν ότι πειστική απάντηση στα προβλήματα μπορεί να δοθεί μόνο από την ΕΚΤ, το πεισματικό γερμανικό «όχι» στην προοπτική αυτή έχει οδηγήσει τους ιθύνοντες της ΕΕ να αναζητούν διάφορες λύσεις στο πρόβλημα του κόστους δανεισμού των κρατών της ευρωζώνης, άλλοτε παραδοσιακές και άλλοτε ανορθόδοξες. Ολα αυτά, όμως, είναι ανούσια. Η πραγματικότητα είναι ότι όσα χρηματοδοτικά εργαλεία και αν κομίσουν οι ευρωπαϊκές αρχές στη Γερμανία, αυτή θα τα απορρίψει. Κυρίως διότι οι περισσότερες προτάσεις αφενός προϋποθέτουν τη γερμανική εγγύηση, αφετέρου έχουν ως τελικό αποτέλεσμα την ομοσπονδιοποίηση της ΟΝΕ και τη μείωση της γερμανικής επιρροής επάνω στα υπόλοιπα κράτη της ζώνης του ευρώ. Η Γερμανία διεκδικεί για τον εαυτό της τον ρόλο του επόπτη και ρυθμιστή και δεν είναι διατεθειμένη να παραδώσει τα πρωτεία τιμής σε κανέναν ευρωπαϊκό μηχανισμό και σε καμία ΕΚΤ. Στην κρίσιμη αυτή καμπή, τα κράτη της ζώνης του ευρώ πρέπει να συνταχθούν σε μία γραμμή και να ξεκαθαρίσουν στη Γερμανία ότι δεν θα ανεχθούν πλέον πολιτικές και μικροπολιτικές σκοπιμότητες να ακρωτηριάζουν την εμπιστοσύνη στο ευρώ. Αλλως, θα ήταν προτιμότερο η Γερμανία να αποχωρήσει από τη νομισματική ένωση…

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk