Εμίρηδες και κακομοίρηδες στην ηλιόλουστη Σκίο

Ο Ολιβερ Φοξ είναι ένα γοητευτικό ρεμάλι με τυχοδιωκτική ιδιοσυγκρασία. Ταξιδεύει στη Σκίο για να περάσει λίγες αμαρτωλές ημέρες με την Τζόρτζι, μια γυναίκα που επί της ουσίας δεν γνωρίζει καθόλου – πέντε λεπτά τη φλέρταρε σ’ ένα μπαρ όταν έλειπε ο συνοδός της. Το κάνει βεβαίως κρυφά από την αγαπημένη του, Ανούκα Βος, η οποία είχε την ευγενή καλοσύνη να τον στείλει σε κάτι φίλους της.

Ο Ολιβερ Φοξ είναι ένα γοητευτικό ρεμάλι με τυχοδιωκτική ιδιοσυγκρασία. Ταξιδεύει στη Σκίο για να περάσει λίγες αμαρτωλές ημέρες με την Τζόρτζι, μια γυναίκα που επί της ουσίας δεν γνωρίζει καθόλου – πέντε λεπτά τη φλέρταρε σ’ ένα μπαρ όταν έλειπε ο συνοδός της. Το κάνει βεβαίως κρυφά από την αγαπημένη του, Ανούκα Βος, η οποία είχε την ευγενή καλοσύνη να τον στείλει σε κάτι φίλους της.
Η Σκίος είναι ένα αιγαιοπελαγίτικο νησί με μια ακτογραμμή 12 χλμ., το οποίο συμπυκνώνει πολλές από τις φαντασιώσεις του τουρίστα που επισκέπτεται την Ελλάδα: το λούζει ο ήλιος, το βρέχει το απέραντο γαλάζιο, το ζώνουν οι βουκαμβίλιες και το κινεί μια απολαυστική καλοκαιριάτικη χαύνωση. Είναι όμως και το νησί όπου εδρεύει το Ιδρυμα Φρεντ Τόπλερ, που σκοπό έχει «να προωθήσει τις αξίες του ευρωπαϊκού πολιτισμού».
Κάθε χρόνο διοργανώνεται εκεί ένα διεθνές συμπόσιο με επιφανείς εκπροσώπους της ακαδημαϊκής αλλά και επιχειρηματικής κοινότητας (το χρήμα και η τέχνη έχουν άλλωστε στενότατη σχέση από την αρχαιότητα) οι οποίοι φιλοξενούνται σε πολυτελείς βίλες με ονόματα όπως Επίκτητος, Εμπεδοκλής ή Παρμενίδης. Μεταξύ των ετερόκλητων προσκεκλημένων είναι ο Επίσκοπος του Αρχιπελάγους των Εσπερίδων, η Αυτού Εξοχότης ο Σεΐχης Αμπντούλ Χιλάλ Μπιν – Ταϊμούρ Μπιν – Χαμούντ Μπιν – Αλί αλ Σαΐντ και ο ρώσος κροίσος Ολεγκ Σκορμπάτοφ.
Το πλέον σημαντικό όμως είναι ότι παρευρίσκεται ο Βασίλης Παπαδόπουλος, ένας σύγχρονος μαικήνας, ο έλληνας ευεργέτης του ιδρύματος «που στην Αθήνα έλυνε κι έδενε στα υπουργεία». Σε μια εκθεσιακή αίθουσα του οργανισμού υπάρχει ένας αμφορέας με μια παράσταση «εκείνης της σκηνής στο έπος του Ομήρου, όταν ο Οδυσσέας φτάνει στη Σκίο μεταμορφωμένος σε έναν περιπλανώμενο μεταλλουργό» γράφει ο 79χρονος και πολυβραβευμένος Μάικλ Φρέιν στις πρώτες σελίδες αυτής της σαρωτικής κωμωδίας παρεξηγήσεων, στην οποία δίνει και τον τίτλο του ομώνυμου φανταστικού του νησιού.

Με τη λογική του «Mamma mia»
Το πρόγραμμα του συμποσίου περιλαμβάνει ένα εντυπωσιακό σουαρέ και τουλάχιστον μία διάλεξη που πρέπει οπωσδήποτε να καταπλήξει τους πάντες. Η υπερδραστήρια Νίκι Χουκ, η νεαρή ιδιαιτέρα γραμματέας της προέδρου του διοικητικού συμβουλίου κυρίας Τόπλερ, μιας πρώην χορεύτριας που κληρονόμησε αξιοσέβαστη περιουσία από τον πάμπλουτο σύζυγό της, επέλεξε για την ομιλία της χρονιάς «έναν αυθεντικό διανοούμενο», τον δόκτορα Νόρμαν Γουίλφρεντ: έναν γκουρού «στην επιστημονική διαχείριση της επιστήμης», που συμβουλεύει κυβερνήσεις αλλά και τα Ηνωμένα Εθνη για τη χρηματοδότηση και τις επενδύσεις που αφορούν την επιστημονική έρευνα.
Η Νίκι έχει ως απώτατο στόχο να γίνει η ίδια επικεφαλής του ιδρύματος παραγκωνίζοντας έναν εσωστρεφή διευθυντή με έντονες τάσεις αναχωρητισμού. Ο Ολιβερ Φοξ και ο μεσόκοπος καθηγητής αφικνούνται στη Σκίο την ίδια ώρα αλλά για εντελώς διαφορετικούς λόγους.
Η στοιχειώδης λογική δεν φαίνεται να ταιριάζει με οτιδήποτε θα γίνει από ‘δω και πέρα. Κοντολογίς, οι δύο πρωταγωνιστές μπερδεύουν τις ιδίου χρώματος αποσκευές τους στο μικρό αεροδρόμιο, όπου ο Σταύρος και ο Σπύρος, δύο δίδυμοι αδελφοί ταξιτζήδες, κοντόχοντροι και με μια κρεατοελιά στην άκρη της μύτης του ο καθένας, τσιμπάνε τους πελάτες και υπερκοστολογούν τις κούρσες.
Ο Ολιβερ βλέπει από μακριά την ξανθούλα Νίκι. Του καλαρέσει και δεν διστάζει να σφετεριστεί τον ρόλο του καθηγητή Γουίλφρεντ. Στο προχωρημένο σημείο μάλιστα που προσπαθεί να πείσει ότι δεν είναι αυτός που όλοι νομίζουν συναντώνται ανεπαισθήτως οι κινηματογραφικές ταινίες «Mamma mia» της Φιλίντα Λόιντ (που γυρίστηκε στη Σκόπελο και στη Σκιάθο) και «Η ζωή του Μπράιαν» των Μόντι Πάιθον.
«Ο ίδιος ενσάρκωνε μια μεταφορά για την ίδια την ανθρώπινη κατάσταση. Δεν είχε ιδέα ούτε από πού ερχόταν ούτε προς τα πού ήθελε να πάει, δεν ήξερε τι είδους άνδρας ήταν, ούτε καταλάβαινε για ποιον ακριβώς λόγο ήταν εδώ πέρα. Τον είχαν σύρει κάπου για κάποιον λόγο, αλλά παρέμενε σε μια κατάσταση απονήρευτης άγνοιας σχετικά με αυτόν» γράφει ο Φρέιν, που αρέσκεται πάντα να πετάει φιλοσοφικές ιδέες στο τραμπολίνο της κωμικογραφίας του και να γαργαλάει αβίαστα την αγγλική γλώσσα.
Ενώ τα σουρεαλιστικά περιστατικά διαδέχονται το ένα το άλλο, στη Σκίο λειτουργεί ολημερίς ένα εργοτάξιο για το μεγάλο σχέδιο του Βασίλη Παπαδόπουλου, μια πισίνα ολυμπιακών διαστάσεων που δεν είναι τίποτε άλλο παρά το προκάλυμμα για μια σκοτεινή υπόθεση αρχαιοκαπηλίας και ξεπλύματος βρώμικου χρήματος στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.
Το τέλος του βιβλίου είναι επεισοδιακό και συνδέεται με την τύχη ενός όμορφου αγάλματος της θεάς Αθηνάς, προστάτιδος της Σκίου, που «είχε σηκωμένο το δεξί της χέρι σαν να ταν σαστισμένη μ’ αυτά που συνέβαιναν ή σαν να τους καταριόταν». Ενα μυθιστόρημα που δεν προσποιείται τίποτε παραπάνω από αυτό που είναι: διαβάζεται ευχάριστα και ξεχνιέται γρήγορα.
Πένα σατιρική και σαρκαστική
«Κάθε φορά που φτάνω σε κάποιο αεροδρόμιο και βλέπω αυτούς τους ανθρώπους να περιμένουν κρατώντας τα πλακάτ με τα ονοματεπώνυμα στα χέρια, σκέφτομαι: Τι θα γινόταν αν πήγαινα σε έναν από αυτούς και του έλεγα ότι ήμουν κάποιος που δεν ήμουν;»
είπε πριν από λίγο καιρό στη βρετανική εφημερίδα «The Independent» ο γνωστός – περισσότερο για τα θεατρικά έργα του – Μάικλ Φρέιν, αποκαλύπτοντας την ιδέα που πυροδότησε το ενδέκατο μυθιστόρημά του το οποίο φιγουράρει στη μακρά λίστα για το εφετινό Βραβείο Μπούκερ – το 1999 ήταν υποψήφιος στη βραχεία λίστα για την «Παραφορά» (εκδόσεις Νεφέλη, 2000).
Σύζυγος της γνωστής βρετανίδας βιογράφου Κλερ Τόμαλιν, ο Φρέιν άρχισε να γράφει τη Σκίο την τελευταία δεκαετία, έπειτα από ένα ταξίδι που έκανε μαζί της σε κάποιο ελληνικό νησί. Πένα γνήσια σατιρική και σαρκαστική, του οποίου τα σημαντικότερα έργα έχουν ανεβεί στην Ελλάδα, όπως «Το σώσε» (1982) και η «Κοπεγχάγη» (1998), με όπλο τη θεατρική ταχύτητα και τη διαλογική ευχέρεια, εκμεταλλεύεται τον συνηθέστερο φόβο των ταξιδιωτών, το ενδεχόμενο δηλαδή να χάσει κάποιος τη βαλίτσα του. Στήνει έτσι μια συμπαθητική ιστορία που υπονομεύει την έννοια της ταυτότητας και μετατρέπει τους μηχανισμούς της συγκρότησής της σε έναν απέραντο παιχνιδότοπο από χοντροκομμένα λάθη, παρακούσματα, παρανοήσεις, συμπτώσεις και αρχιμήδειες εκλάμψεις (eureka moments) που αναδιατάσσουν το σκηνικό.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Βιβλία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk