Τζον Λορντ: Ο τζέντλεμαν του ροκ-εν-ρολ

Αρχές Ιουνίου του 1998. Είναι Κυριακή και μόλις έχω προσγειωθεί στην Κωνσταντινούπολη, από όπου θα ξεκινούσε η παγκόσμια περιοδεία των Deep Purple για την προώθηση του άλμπουμ «Abandon». Το συγκρότημα έχει φθάσει από την προηγούμενη ημέρα για συνεντεύξεις, πρόβες κτλ. Αγοράζω από το αεροδρόμιο τη βαριά, γεμάτη ένθετα έκδοση των κυριακάτικων «Times» και φθάνοντας στο ξενοδοχείο όπου θα έμενα μαζί με το συγκρότημα βρίσκω τον Τζον Λορντ.

Αρχές Ιουνίου του 1998. Είναι Κυριακή και μόλις έχω προσγειωθεί στην Κωνσταντινούπολη, από όπου θα ξεκινούσε η παγκόσμια περιοδεία των Deep Purple για την προώθηση του άλμπουμ «Abandon». Το συγκρότημα έχει φθάσει από την προηγούμενη ημέρα για συνεντεύξεις, πρόβες κτλ. Αγοράζω από το αεροδρόμιο τη βαριά, γεμάτη ένθετα έκδοση των κυριακάτικων «Times» και φθάνοντας στο ξενοδοχείο όπου θα έμενα μαζί με το συγκρότημα βρίσκω τον Τζον Λορντ.
«Σου έφερα κάτι» του λέω και του δίνω την εφημερίδα. Τα μάτια του λάμπουν, κάνει σαν μικρό παιδάκι. Λέει «χίλια ευχαριστώ» και εξαφανίζεται στο δωμάτιό του για όλη την υπόλοιπη μέρα, ξεκοκαλίζοντας την εφημερίδα, αρχίζοντας από το «The Times Literary Supplement» που του άρεσε πολύ.
Αυτός ήταν ο Τζον Λορντ. Οσο πιο απομακρυσμένος από το στερεότυπο του νεαντερτάλιου ρόκερ μπορείτε να φανταστείτε. Διάβαζε βιβλία όπως εμείς αναπνέουμε οξυγόνο. Ηξερε την τζαζ, τα μπλουζ, τη συμφωνική μουσική, την παραδοσιακή αγγλική φολκ και το μπαρόκ όπως οι άλλοι ρόκερ ξέρουν την πεντατονική.
Γεννήθηκε στο Λέστερ της Αγγλίας στις 9 Ιουνίου του 1941. Ο πατέρας του ήταν μουσικός και η μητέρα του ερασιτέχνις τραγουδίστρια – μάλιστα εμφανίζονταν συχνά στα music halls της εποχής ως «Reg and Miriam – Α song and a smile». Τον έστειλαν να μάθει πιάνο από πέντε χρόνων και έτσι αγάπησε τον Μπαχ, αλλά στην εφηβεία γνώρισε τον ιδιαίτερο ήχο του hammond organ από τον τζαζίστα Τζίμι Σμιθ και το ροκ εν ρολ από τον Τζέρι Λι Λούις. Αυτό ήταν το οριακό σημείο που τον έκανε να εγκαταλείψει τις θεατρικές του φιλοδοξίες και να αφοσιωθεί στη μουσική, σε συγκροτήματα όπως οι Artwoods, μαζί με τον αδελφό του, μετέπειτα Rolling Stone, Ρον Γουντ.
Το 1968, μαζί με τον κιθαρίστα Ρίτσι Μπλάκμορ και χάρη σε μια παράξενη σύμπτωση, ίδρυσε τους Deep Purple. Τα υπόλοιπα είναι γνωστή ιστορία. 34 χρόνια, 110 εκατομμύρια δίσκοι, ανυπολόγιστα εισιτήρια συναυλιών και μια σειρά ιστορικά άλμπουμ και τραγούδια που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του σκληρού ήχου.

Κανένας δεν μπόρεσε να τον αντιγράψει
Ο ήχος των Deep Purple καθορίστηκε από τα πλήκτρα του, τα οποία έδωσαν φωτοσκίαση, χρώμα, ποικιλία και… νοστιμιά στην ωμή, συχνά μονοδιάστατη δύναμη του χαρντ ροκ. Ο ήχος του ήταν αποτέλεσμα συνδυασμού του hammond organ με ηλεκτρική ενίσχυση και περιστρεφόμενα ηχεία Leslie – αποτέλεσμα μουσικής παιδείας δεκαετιών, αλλά κυρίως βαθιάς γνώσης ετερόκλητων μουσικών ιδιωμάτων, όπως η κλασική, το ροκ εν ρολ, το μουσικό θέατρο, η τζαζ και τα μπλουζ.
Ολα αυτά τα στοιχεία ο Τζον Λορντ τα ομογενοποίησε και τα ενσωμάτωσε στους Deep Purple με έναν τρόπο ξεκούραστο, αβίαστο, δημιουργώντας ένα μουσικό ύφος που πολλοί προσπάθησαν να αντιγράψουν αλλά κανένας δεν το κατάφερε. Γιατί κανένας δεν ήταν Τζον Λορντ. Σε αυτές τις περιπτώσεις επίθετα όπως «μοναδικός» ή «αναντικατάστατος» αναπόφευκτα εμφανίζονται, αλλά στην περίπτωσή του ισχύουν. Βλέπετε, ο Τζον Λορντ δεν ήταν απλώς ένας σπάνιος μουσικός, αλλά ένας αληθινός τζέντλεμαν, ένας ευπατρίδης της τέχνης, βαθιά καλλιεργημένος, αλλά και χιουμορίστας.
Τον πρωτοσυνάντησα τον Μάρτιο του 1987 έξω από το θέατρο όπου έπαιζαν οι Purple στο Εδιμβούργο. Περίμενα μαζί με λίγους φίλους για αυτόγραφα μέσα στο χιόνι και στο πικρό κρύο. Και ενώ όλο το συγκρότημα είχε έρθει στην ώρα του, ο Τζον είχε αργήσει υπερβολικά. Ο πορτιέρης μάς ρώτησε αστειευόμενος: «Μήπως παίζει πιάνο κανείς από εσάς, παιδιά;». Κυριολεκτικά πέντε λεπτά πριν από την προγραμματισμένη έναρξη ήρθε, βιαστικός αλλά αεράτος, μας υπέγραψε χαμογελαστός και μας ζήτησε συγνώμη: «Συγγνώμη, παιδιά, διάβαζα ένα βιβλίο»!
Εκτοτε συναντηθήκαμε πολλές φορές, κάναμε συνεντεύξεις, μακροσκελείς συζητήσεις σε μπαρ ξενοδοχείων έπειτα από συναυλίες, ανταλλάξαμε e-mail, μου σύστησε τον φίλο και γείτονά του Τζον Χάρισον, έγραψα κείμενα για την ιστοσελίδα του, μου έστελνε μηνύματα με ιδέες. Εδειχνε να εκτιμά πολύ το ότι ερχόταν κόσμος να τον δει κάνοντας ταξίδια από μακριά. Ηταν πάντα η πιο ευχάριστη συνάντηση που μπορούσες να έχεις, ένας ενδιαφέρων άνθρωπος με ιστορίες αστείες, αλλά και απόκρυφες. Χαιρόσουν να τον ακούς, γινόταν πάντα το επίκεντρο της εκάστοτε παρέας. Διασκέδαζε πολύ παριστάνοντας ότι ήξερε ελληνικά (δεν ήξερε!) προφέροντας (σωστά!) το επώνυμό μου.
Το 2002 αποφάσισε να φύγει από τους Deep Purple, κουρασμένος από τον εξαντλητικό ρυθμό των περιοδειών τους και επειδή, κυρίως, ήθελε να αφοσιωθεί στις άλλες μουσικές του αγάπες. Συνέθεσε και κυκλοφόρησε σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα πέντε έργα συμφωνικής μουσικής, καθώς και τρεις μπλουζ δίσκους.

«Θα το νικήσω αυτό το πράγμα!»
Το 2011 ο Τζον Λορντ ανακοίνωσε ότι έπασχε από καρκίνο του παγκρέατος. «Κοίταζα στον καθρέφτη κάθε μέρα», είπε στην τελευταία του συνέντευξη, «και έλεγα «θα το νικήσω αυτό το πράγμα!»». Συνέχισε να δουλεύει, με πιο εντατικούς ρυθμούς, ηχογραφώντας στο στούντιο Abbey Road αυτό που θεωρούσε το έργο της ζωής του: το φιλόδοξο «Concerto for group and orchestra», ένα έργο που επιχειρεί να γεφυρώσει το ροκ με την κλασική μουσική. Παρουσιάστηκε ζωντανά με τους Deep Purple το 1969 και το 1999, αλλά αποτυπώθηκε κανονικά σε στούντιο μόλις εφέτος και θα κυκλοφορήσει τον Σεπτέμβριο.
Η τελευταία συναυλία του με τους Deep Purple ήταν στο Ιπσουιτς της Αγγλίας στις 19 Σεπτεμβρίου του 2002. Ημουν όρθιος, στην πρώτη σειρά, αγγίζοντας τη σκηνή. Στο τέλος της συναυλίας τα υπόλοιπα μέλη του γκρουπ αποσύρθηκαν και τον άφησαν να απολαύσει το κοινό που φώναζε ρυθμικά «Τζον! Τζον! Τζον!». Ηρθε μπροστά, υποκλίθηκε και άρχισε να σφίγγει τα χέρια όσων μπορούσε. Εφθασε εκεί όπου ήμουν, τα βλέμματά μας συναντήθηκαν, χαμογέλασε, έσκυψε και τράβηξε το χέρι μου πιο ψηλά και το φίλησε. Δέκα χρόνια αργότερα ζω ξανά τη στιγμή σε αργή κίνηση.
Αυτός ήταν ο Τζον Λορντ. Ενας γίγαντας ανάμεσα σε απλούς ανθρώπους. Ενας ιδιοφυής συνθέτης και μουσικός, ένας κύριος, ένας δάσκαλος. Πέρασε από το σκοτάδι στο φως τη Δευτέρα 16 Ιουλίου 2012, περιστοιχισμένος από την οικογένειά του. Τη σύζυγό του Βίκι, τις κόρες του Εϊμι και Σάρα.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk