Οταν (δεν) μας πιάνουν «ντοπέ»

Η ιστορία με το ντόπινγκ είναι μια ακόμη τεράστια υποκρισία του σύγχρονου πολιτισμού. Ολοι, πολύ περισσότερο από εμάς όσοι ασχολούνται επαγγελματικά με τον υψηλό αθλητισμό, γνωρίζουν

Οταν (δεν) μας πιάνουν «ντοπέ» | tovima.gr

Η ιστορία με το ντόπινγκ είναι μια ακόμη τεράστια υποκρισία του σύγχρονου πολιτισμού. Ολοι, πολύ περισσότερο από εμάς όσοι ασχολούνται επαγγελματικά με τον υψηλό αθλητισμό, γνωρίζουν ότι η υπέρβαση των ανθρώπινων ορίων, αυτό που εμείς χειροκροτούμε και αποθεώνουμε ως μεγάλα ρεκόρ και μετάλλια, πολύ απλά ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ χωρίς επιστημονική υποστήριξη. Οπου «επιστημονική υποστήριξη» και η χρήση αναβολικών ουσιών.

Αυτό ισχύει για Ελληνες, Τούρκους, Αφρικανούς (που θα έλεγε και μια ψυχή), Αυστραλούς, για όλους. Και οι αθλητές το ξέρουν. Και οι προπονητές τους. Και, βεβαίως, οι αθλητικές και πολιτικές αρχές, οι μέγιστοι των υποκριτών, οι οποίες μάλιστα πληρώνουν κατ΄ ουσία τον λογαριασμό για «φάρμακα» και «μάσκες» (τις ουσίες που ενίοτε «καμουφλάρουν» τα αναβολικά κατά τους ελέγχους). Με δεδομένο μάλιστα ότι ο αθλητισμός στην Ελλάδα είναι χρηματοδοτούμενος από το κράτος, ο τελικός λογαριασμός έρχεται στους φορολογούμενους…

Σε ποιο βαθμό η χρήση αναβολικών αλλοιώνει τον ανταγωνισμό, κατά πόσο εκθέτει σε κινδύνους την υγεία των αθλητών, ποιοι και πόσοι κερδίζουν (πολλά!) μαύρα χρήματα από όλο αυτό το αλισβερίσι κλπ, είναι θέματα που χρόνια απασχολούν την αθλητική και επιστημονική κοινότητα. Θα απασχολούν και εμάς κάθε φορά που προκύπτει ένας «Χονδροκούκης».

Προτάσεις υπάρχουν για νομιμοποίηση των αναβολικών, με στόχο να παταχθούν λαθρέμποροι και απατεώνες – «ειδικοί», αλλά και για να γνωρίζουν όλοι την αλήθεια. Αλλοι πάλι υποστηρίζουν ότι το παιχνίδι του «πιάσε με αν μπορείς», μπορεί να κρύβει περίσσια υποκρισία, αλλά είναι το τελευταίο καταφύγιο «του γνήσιου, του ωραίου και του αληθινού» απέναντι στην αμείλικτη εμπορευματοποίηση, τις απαιτήσεις των ανήθικων παραγόντων και των αχόρταγων χορηγών. Και ότι χωρίς λίγη αφέλεια, κανένα «παραμύθι» δεν γίνεται πιστευτό…

Το βέβαιο είναι ότι τα αναβολικά είναι απάτη: συνειδητή και εκούσια. Είναι επίσης παράνομα – τελεία και παύλα. Όμως, το ίδιο βέβαιο είναι πως δεν σε κάνουν από μόνα τους πρωταθλητή. Γι’ αυτό είναι εν μέρει άδικο να μηδενίζουμε χιλιάδες ώρες προπόνησης και χρόνια προετοιμασίας, για κάθε αθλητή που «πιάνεται». Σήμερα, μια βελτίωση ως 5-7% στις επιδόσεις, θεωρείται «φυσιολογική» και «ανεκτή». Αλλά υπάρχει και ένα 90% πάνω-κάτω, που είναι αυθεντικό, ανθρώπινο, θαυμαστό…
{{{ moto }}}
Είναι ένα «παιχνίδι» που, όπως κάθε άλλο, έχει κανόνες. Εστω και για τα μάτια του κόσμου. Εχει και κριτές. Όχι πάντα έντιμους ή δίκαιους. Εχει και «ισορροπίες». Αλλά έτσι γίνεται σε όλα τα παιχνίδια, πόσο μάλλον σε εκείνα που παίζονται δισεκατομμύρια ευρώ…

Οχι πολύ παλιά ρώτησα έναν πρώην πρωταθλητή, νυν προπονητή, γιατί δεν αναλαμβάνει αθλητές του δικού του αθλήματος. Απάντησε: «Επειδή για να είναι ανταγωνιστικός σε υψηλό επίπεδο, θα πρέπει να του δώσω φάρμακα. Και δεν θέλω, όχι για λόγους ηθικής, αλλά επειδή δεν είμαι γιατρός. Στο εξωτερικό τα δίνουν γιατροί, επιστήμονες και αυτοί παρακολουθούν. Εδώ τα δίνουν όλοι οι άλλοι εκτός από ειδικούς επιστήμονες. Και ο κίνδυνος να σε πιάσουν ή να κάνεις κακό στον αθλητή σου, είναι μεγαλύτερος. Οπότε, καλύτερα από μακριά…».

Υποθέτω πως από τότε έως τώρα δεν άλλαξαν πολλά. Και αυτό ίσως απαντάει στο ερώτημα του καχύποπτου, «γιατί πιάνουν εμάς και όχι τους άλλους». Πιάνουν και άλλους. Όπως δεν πιάνουν πάντα και εμάς. Παρότι, την περίφημη «επιστημονική υποστήριξη» κάποιοι, γνωστοί και μη εξαιρετέοι, φαίνεται ότι την περιορίζουν στη χρήση ουσιών, άντε και στην… τηλε-ιατρική με την άλλη πλευρά του Ατλαντικού.

Ας πρόσεχαν. Ας προσέχαμε. Και… ας αρχίσουν επιτέλους αυτοί οι Αγώνες!

Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk