Λένα Κιτσοπούλου: Ετσι είμαι εγώ

Πριν από μερικές ημέρες παίχτηκε στο Ελληνικό Φεστιβάλ το τελευταίο συγγραφικό πόνημά της σε δεκαπεντασύλλαβο. Στην παράσταση «Αθανάσιος Διάκος» ο ήρωάς της πνίγεται στο νεοελληνικό σήμερα, σε μια ζωή-παρατράγουδο σαν την επικαιρότητα που τρέχει στα δελτία των οκτώ. Η ίδια αδιαφορεί για αυτά. «Ξέρω τι γίνεται. Θα ρωτήσω, θα κουβεντιάσω, αλλά δεν είμαι ο άνθρωπος που θα δει ειδήσεις. Ενημερώνομαι από τον δρόμο, από αυτό που αισθάνομαι».

Στην εφηβεία της ήταν «μέταλλο». Οζι Οζμπορν, μαύρα ρούχα, ανάποδοι σταυροί και βόλτες στο Αντίρριο με τους ντόπιους. Μαθήτρια της Γερμανικής Σχολής, έφτασε ένα βήμα πριν από το πτυχίο του πιάνου παίζοντας και τραγουδώντας Αλεξίου και Λοΐζο, προτού ερωτευθεί τα ρεμπέτικα. Tην περίοδο των Πανελλαδικών εκείνη έκανε διακοπές στην Πάρο. Λίγα χρόνια μετά θα αποφοιτούσε από τη Σχολή του Θεάτρου Τέχνης. «Από άποψη όρεξης, τρέλας, παρέας ήταν μια αιώνια πενταήμερη». Αργότερα θα γίνει παιδί του Αμόρε για πέντε χρόνια. Το 2006 κυκλοφορεί το πρώτο βιβλίο με τα βραβευμένα διηγήματά της «Νυχτερίδες». Την ίδια χρονιά μεταναστεύει στο Βερολίνο παρακολουθώντας σεμινάρια, τις πρόβες του βερολινέζικου Deutsches Theater και τον σκηνοθέτη-φαινόμενο Ντίμιτερ Γκότσεφ. Γεμίζει μπαταρίες, γνωρίζει ανθρώπους, κάνει παραστάσεις. Η τέχνη πλέον είναι «ναρκωτικό, πρέζα, έρωτας, ανάγκη». Για όλα αυτά νιώθει ικανοποίηση, όμως «ένα παιδί θα ήθελα να έχω κάνει. Θα μου άρεσε να έχω οικογένεια». Το μεγαλύτερο λάθος της το ομολογεί αυτοσαρκαζόμενη: «Που βγήκα από τη μήτρα εκείνη τη γαμημένη 25η Ιουνίου. Αυτή η όρεξη που είχα να δω το φως το ελληνικό».

Η Λένα Κιτσοπούλου δεν μπορεί να φανταστεί τον εαυτό της σε κατάσταση αδράνειας. «Να κάθομαι σε ένα σπίτι με ένα σκυλί και να κοιμάμαι από τις 10.00 το βράδυ. Δεν θέλω να μου συμβεί αυτό, γιατί θα πεθάνω. Εχω ανάγκη από αδρεναλίνη και μούρλα». Ενα παρόμοιο είδος τρέλας την πιάνει όταν αντικρίζει στις βιτρίνες ψηλοτάκουνα παπούτσια. «Οπου δω κόθορνο τον αγοράζω. Είναι η μόνη υλιστική μανία μου. Εχω καμιά τριανταριά».

Ο έρωτας είναι η λέξη που την κάνει να χαμογελά. «Δεν ξέρω τι είναι, αλλά είναι ωραίο όταν υπάρχει. Είναι προσωπικό πράγμα και “φτιάξιμο” δικό μας, μια ανάγκη ντοπαρίσματος». Το μεγάλο φτιάξιμό της, ωστόσο, είναι η Σαντορίνη. «Περίπου τέσσερα-πέντε καλοκαίρια πηγαίνω εκεί. Εχω ένα μικρό σπίτι στο Ακρωτήρι. Είναι ένα καλό μέρος για να γράφω». Παλιότερα τραγουδούσε σε ένα ρεμπετάδικο στα Φηρά μέχρι που έκλεισε, αλλά «με τους μουσικούς εκεί πια είμαστε μια γκρούπα». Δεν είναι απίθανο λοιπόν μια αυγουστιάτικη νύχτα να τραγουδάει σε κάποια ταβέρνα ή στο γλέντι ενός ντόπιου γάμου όπου κάποιες φορές τής τυχαίνουν τα πιο ευτράπελα. «Εχω τραγουδήσει σε έναν κλασικό γάμο-δευτεράντζα που μου κολλάγανε τα 50ευρα στο κούτελο». Τέλος, υποθετικά μιλώντας, αν το ηφαίστειο ξυπνούσε και η καταστροφή ήταν βιβλική, απαιτώντας τη χρήση μιας δεύτερης Κιβωτού του Νώε, εκείνη θα έβαζε μέσα «τα καλά φιλαράκια» της. «Σίγουρα για να έχω κάποιον να μιλάω, για εγωιστικούς λόγους». Βάζω το χέρι μου στη φωτιά πως μέχρι να στραγγίξει η γη θα τραγουδούσαν όλοι μαζί, εν πλω, Τσιτσάνη.

* Τον Οκτώβριο θα επαναληφθεί στο Θέατρο Τέχνης το «Χαίρε Νύμφη» του Γρηγορίου Ξενόπουλου, σε διασκευή και σκηνοθεσία δική της. Το φθινόπωρο θα παρουσιαστεί στο Λονδίνο το έργο της «Τhe Price», στο πλαίσιο του φεστιβάλ Τheatre Uncut.


Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Δείτε επίσης
Αφιερώματα
ΒΗΜΑτοδότης
  • Βηματοδότης Η γιορτή της δημοκρατίας και η παραφωνία Βελόπουλου Το κεντρικό σύνθημα στη δεξίωση για την 47η επέτειο από την... ΒΗΜΑτοδότης |
Σίβυλλα
Helios Kiosk