Εμπράγματη επικοινωνία

Δειλά-δειλά άρχισε να προβάλλεται η ανάγκη η εικόνα της επίσημης χώρας προς τα έξω να αλλάξει. Μια άλλη – λένε – επικοινωνιακή πολιτική είναι απαραίτητη. Και κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι πολλά από αυτά που λέγονται ή υπονοούνται υπαγορεύονται από μια ανεξήγητη διανοητική αυτάρκεια.

Εμπράγματη επικοινωνία | tovima.gr
Δειλά-δειλά άρχισε να προβάλλεται η ανάγκη η εικόνα της επίσημης χώρας προς τα έξω να αλλάξει. Μια άλλη – λένε – επικοινωνιακή πολιτική είναι απαραίτητη. Και κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι πολλά από αυτά που λέγονται ή υπονοούνται υπαγορεύονται από μια ανεξήγητη διανοητική αυτάρκεια.
Αυτή την ώρα όμως, την ώρα της απόλυτης δυσπιστίας και προτού αναζητηθούν «γραφεία» και «εταιρείες» – και «σύμβουλοι» διάσημοι και συχνά πανάκριβοι διαμορφωτές της κοινής γνώμης -, πριν απ’ όλα αυτά, ο τόπος έχει ανάγκη από κάτι πολύ διαφορετικό. Από αυτό που θα μπορούσε να αποκληθεί «εμπράγματη επικοινωνία». Και εμπράγματη επικοινωνία ασκείται όταν αυτό που πρόκειται να προωθηθεί είναι μόνο αυτό που όντως συντελέστηκε. Επειδή ως απτό και ορατό είναι αντιτάξιμο και ανταλλάξιμο. Μόνο τέτοια επιτεύγματα είναι χρήσιμο να επικοινωνούνται, και μάλιστα προς κάθε κατεύθυνση.
Το «προς κάθε κατεύθυνση», τώρα, σημαίνει τουλάχιστον δύο πράγματα:
α) ότι σε όλα τα κέντρα αποφάσεων από τα οποία ουσιαστικά εξαρτώμεθα δίνονται όλα τα στοιχεία και ότι
β) ανάλογες πληροφορίες παρέχονται όχι μόνο προς αυτά, αλλά και προς τις ανώνυμες κοινωνίες, τις κοινωνίες των λαών, προς τις οποίες τα ίδια τα κέντρα απολογούνται ή ισχυρίζονται ότι το κάνουν.
Αυτές οι κοινωνίες συγκροτούνται από φτωχούς και πλούσιους, από Ευρωπαίους ένθερμους αλλά και σκεπτικιστές, από ανθρώπους με στερεότυπα και από άλλους πιο ανοιχτούς. Συγκροτούνται δηλαδή από πολλαπλά και ετερογενή ακροατήρια, που το καθένα έχει τη δική του νοοτροπία, τη δική του ιεράρχηση αξιών και τη δική του ιστορία.
Αν δεν λάβουμε υπόψη όλα αυτά κάθε φορά που θα διεκδικούμε κάτι – και το πιο δίκαιο ακόμη -, χωρίς δηλαδή τις εμπράγματες αποδείξεις που απαιτούνται, δεν πρόκειται καμία εικόνα να βελτιώσουμε.
Ταυτόχρονα όμως – αυτό το «όμως» συχνά μας κατατρέχει – δεν χρειάζεται την οποιαδήποτε συνεπή προσπάθειά μας με διαφόρους τρόπους να την παρενοχλούμε. Αντιλαμβάνεται κανείς, βέβαια, την πολιτική – και μάλλον κομματική – υποχρέωση κάποιου που δεν συμφωνεί με ορισμένες προσεγγίσεις να θέλει να υποδείξει διορθώσεις. Και, δημόσια σκεπτόμενος, να μοιρασθεί τον προβληματισμό του, την ανησυχία του, με την ευρεία κοινωνία στο πλαίσιο μιας αντίληψης ενεργού πολιτικής συμμετοχής. Χρειάζεται ωστόσο εδώ, προτού ο λόγος διαφύγει, υποχρεωτικός συνυπολογισμός κόστους – ωφέλειας όταν από τέτοιες υποδείξεις η ίδια η προσπάθεια εμπράγματης επικοινωνίας μπορεί να πληγεί. Πρέπει δηλαδή να εκτιμάται μήπως κάποια ζημιά μπορεί -και εξ αντικειμένου ακόμη – να προκύψει. Oσο η εμπράγματη επικοινωνία δεν θα προτιμάται ή δεν θα ασκείται όχι ως «πολιτική επικοινωνία» αλλά ως επικοινωνία πολιτικής, είναι σαν να αγνοούμε όσα επιβάλλονται από τη φύση της παρούσας απειλής τυπικής εξόδου από το ευρώ και ουσιαστικής εξουδετέρωσής μας στην ΕΕ. Και η κατάσταση βέβαια θα επιβαρύνεται όσο η ΕΕ θα παραβλέπει την υπερκείμενη αρχή της Συμπολιτειακής Αλληλεγγύης, πάνω στην οποία ως πολιτική προσδοκία κάποτε συγκροτήθηκε. Αν δεν πάψουμε, συνεπώς, να χρησιμοποιούμε αυτάρεσκο εξαγγελτικό λόγο, θα είμαστε εμείς οι ίδιοι που θα τρέφουμε τη δυσάρεστη εικόνα μέσα από την οποία οι άλλοι, ίσως και ευχαρίστως, μας προσλαμβάνουν.
Χωρίς μάλιστα να γνωρίζουμε επακριβώς η συμβολική μας αποδυνάμωση πού μπορεί να μας οδηγήσει.

Ο κ. Γιάννης Δ. Μεταξάς είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk