Στα άδυτα του «Paris Review»

Ιδρύθηκε το 1953 στο Παρίσι από μια παρέα νεαρών αμερικανών συγγραφέων. Εχει επισήμως ειπωθεί ότι ένας από τους ιδρυτές του, ο Πίτερ Μάθισεν, το επινόησε ως «βιτρίνα» για να καλύψει τις δραστηριότητές του ως πράκτορα της CIA στη Γαλλία. Το 1973 μετακόμισε στη Νέα Υόρκη. Η κυκλοφορία του δεν είναι μεγάλη, αλλά η φήμη του τεράστια. Κρατώντας αποστάσεις από την κριτική, το περιοδικό «Paris Review» δημοσιεύει κυρίως λογοτεχνία. Εποχή έχουν αφήσει όμως οι περίφημες συνεντεύξεις του με κάθε λογοτεχνικό κολοσσό του 20ού αιώνα, μεταξύ άλλων και με τον Γιώργο Σεφέρη.

Ιδρύθηκε το 1953 στο Παρίσι από μια παρέα νεαρών αμερικανών συγγραφέων. Εχει επισήμως ειπωθεί ότι ένας από τους ιδρυτές του, ο Πίτερ Μάθισεν, το επινόησε ως «βιτρίνα» για να καλύψει τις δραστηριότητές του ως πράκτορα της CIA στη Γαλλία. Το 1973 μετακόμισε στη Νέα Υόρκη. Η κυκλοφορία του δεν είναι μεγάλη, αλλά η φήμη του τεράστια. Κρατώντας αποστάσεις από την κριτική, το περιοδικό «Paris Review» δημοσιεύει κυρίως λογοτεχνία. Εποχή έχουν αφήσει όμως οι περίφημες συνεντεύξεις του με κάθε λογοτεχνικό κολοσσό του 20ού αιώνα, μεταξύ άλλων και με τον Γιώργο Σεφέρη.
Τον περασμένο Ιανουάριο επισκέφθηκα τα γραφεία του περιοδικού στον τέταρτο όροφο μιας παλιάς αποθήκης από χυτοσίδηρο στην Τραϊμπέκα του Νότιου Μανχάταν. Διαβαίνοντας τη λιτή σιδερένια εξώπορτα νιώθω ότι ο χρόνος έχει σταματήσει σε έναν τόπο όπου τον λόγο έχει το πάθος για τη λογοτεχνία. Βαλσαμωμένα πουλιά κρέμονται με σύρματα από το ταβάνι πάνω από γοητευτικά φθαρμένους δερμάτινους καναπέδες.
Ενα τραπέζι του μπιλιάρδου είναι καλυμμένο με μια κουβέρτα με τον λογότυπο και εικαστικά του περιοδικού. Παλιά εξώφυλλα κοσμούν τους τοίχους από πάνω ως κάτω. Δίπλα στα γραφεία οι μπότες των εργαζομένων στεγνώνουν από το νερό της πρωινής βροχής. Από το βάθος ο Λόριν Στάιν έρχεται να με προϋπαντήσει. Με σπουδές στη γαλλική ποίηση στο Γέιλ, ο 39χρονος επιμελητής εκδόσεων, μεταφραστής και κριτικός από την Ουάσιγκτον είναι ο νέος διευθυντής του περιοδικού.

Πάθος για τον συγγραφέα
Μπροστά στα δοκίμια του τελευταίου μυθιστορήματος του Ρομπέρτο Μπολάνιο που τον περιμένουν στο γραφείο του ο Λόριν Στάιν βουρκώνει μιλώντας για τον χιλιανό συγγραφέα. «Ολοι μας εδώ έχουμε κατά καιρούς πάθος με κάποιον συγγραφέα τον οποίο θέλουμε να γνωρίσουμε καλύτερα. Από εκεί ξεκινούν οι ιδέες για τις συνεντεύξεις». Φροντίζουν βέβαια ο συγγραφέας να έχει ήδη διανύσει μια διαδρομή στα γράμματα.
Με πρώτο φιλοξενούμενο τον Ε. Μ. Φόρστερ, οι συνεντεύξεις του περιοδικού, που φθάνουν και τις 40 σελίδες, θεωρούνται βιογραφικά διαμάντια άχρονης αξίας, αριστοτεχνικά σμιλεμένα. Ποιο είναι το μυστικό τους; «Δείχνουμε στον συγγραφέα ότι οι διαθέσεις μας είναι καθαρά φιλικές. Προσπαθούμε να δημιουργήσουμε κλίμα εμπιστοσύνης». Οι συνεντεύξεις γίνονται σε σπίτια, εστιατόρια, ξενοδοχεία, ακόμη και σε οίκους ευγηρίας. Συνήθως πραγματοποιούνται δύο ή τρεις συναντήσεις, κάποτε σε διάστημα αρκετών χρόνων.
Οι ερωτήσεις μοιάζουν τόσο που είναι βαρετές, σχολιάζει ένας γάλλος κριτικός. Ο Λόριν Στάιν δεν το αρνείται. Το αποτέλεσμα όμως είναι κάθε φορά διαφορετικό, αποτυπώνοντας αλάθητα την ιδιαίτερη φυσιογνωμία του συνεντευξιαζομένου. «Δίνουμε στον συγγραφέα τον απόλυτο έλεγχο της συνέντευξης. Το αστείο είναι ότι πολλοί συγγραφείς μπορεί να φαντασιώνονται τη συνέντευξή τους στο «Paris Review» 30 χρόνια τώρα και να έχουν έτοιμες τις απαντήσεις. Παρ’ όλα αυτά, ανακαλύπτουμε ότι όταν τους δίνουμε τον απόλυτο έλεγχο τότε είναι που οι άνθρωποι εκθέτουν τον εαυτό τους σε όλη την τρέλα του. Φαίνεται τελικά πως, όταν έχεις τον απόλυτο έλεγχο της αυτοπαρουσίασής σου, τότε είναι που αποκαλύπτεις την αλήθεια του εαυτού σου».

Πόλεμος στο Ιράκ, παγκοσμιοποίηση, οικονομία, πολιτική απουσιάζουν από τις σελίδες του. «Ηταν αρχή του περιοδικού από τα πρώτα χρόνια του στη Γαλλία. Εκείνη την εποχή γραφόταν ότι οι μόνοι που δεν είχαν γνώμη για τη διαμάχη μεταξύ Καμύ – Σαρτρ ή για τον πόλεμο στην Αλγερία ήταν οι συνεργάτες του «Paris Review». Συνεχίζουμε στην ίδια γραμμή».

Επικεντρωμένο στη λογοτεχνία, το περιοδικό πρωτοδημοσίευσε κείμενα του Τζακ Κέρουακ, του Ιταλο Καλβίνο, του Φίλιπ Ροθ, της Ναντίν Γκόρντιμερ, και τα πρώτα κείμενα στα αγγλικά του Σάμιουελ Μπέκετ. Πεζογραφία και πολλή ποίηση. Ο Λόριν Στάιν όμως δεν θέλει να εκδίδει ένα ειδικό περιοδικό ποίησης: «Θέλω τα ποιήματα που δημοσιεύουμε να τα σκίζουν οι αναγνώστες από το περιοδικό και να τα κολλούν στην πόρτα του ψυγείου τους για να τα διαβάζουν κάθε μέρα».

Ομολογεί ότι ο κόσμος σήμερα δεν διαβάζει λογοτεχνικά περιοδικά. «Οταν εργαζόμουν ως επιμελητής εκδόσεων, γνώριζα ότι υπήρχε έτοιμη μια αγορά για κάθε βιβλίο. Το μόνο που έπρεπε να αποφασίσω ήταν για ποια ώρα της ημέρας ήταν κατάλληλο αυτό το βιβλίο: για το πρωί στο μετρό, για την τουαλέτα, για το βράδυ στο κρεβάτι; Με τα λογοτεχνικά περιοδικά πρέπει να καταφέρεις τους ανθρώπους να δημιουργήσουν χρόνο μέσα στην ημέρα τους για να τα διαβάσουν».

Είναι παραγγελίες τα κείμενα του «Paris Review»; τον ρωτώ. Είναι κάθετα αρνητικός. «Δεν μπορεί να λειτουργήσει έτσι ένα περιοδικό. Δημοσιεύουμε ό,τι γράφουν οι συνεργάτες μας. Εκείνο που κάνει σπουδαίο το «Paris Review», κατά την άποψή μου, είναι ότι ανταποκρίνεται θαυμάσια στις προθέσεις των συνεργατών του. Εχει αυτή τη δύναμη, αυτή τη λεπτότητα. Το σημαντικό δεν είναι να έχεις ένα προϊόν που παραμένει αμετακίνητα συνεπές στον εαυτό του, αλλά να ξέρεις ότι μπορείς να προσφέρεις κάτι που κανένας άλλος δεν μπορεί να προσφέρει. Δεν θέλω να δημοσιεύουμε κείμενα που θα μπορούσαν να δημοσιευθούν αλλού».

17.000 πωλήσεις, 400.000 επισκέψεις
Το «Paris Review» κυκλοφορεί τέσσερα τεύχη τον χρόνο, πουλάει περίπου 17.000 αντίτυπα το καθένα, τα 11.000 σε συνδρομητές. «Είναι κάτοικοι κυρίως της Νέας Υόρκης, ευκατάστατοι, με πολύ καλή μόρφωση, που ταξιδεύουν πολύ και διαβάζουν το τεύχος από την αρχή ως το τέλος» λέει με υπερηφάνεια ο Λόριν Στάιν. Η ηλεκτρονική σελίδα του περιοδικού, που άνοιξε προσφάτως, βελτίωσε την κυκλοφορία του. «Εχουμε 400.000 μοναδικούς επισκέπτες κάθε μήνα» με πληροφορεί. Είναι μικροί, αλλά αυτάρκεις.
Προικισμένο με ένα κληροδότημα «το οποίο δεν έχουμε αγγίξει εδώ και χρόνια», το περιοδικό καλύπτει τα έξοδά του από τις πωλήσεις του κατά τα δύο τρίτα. Συγκεντρώνουν τα υπόλοιπα διοργανώνοντας κάποια εκδήλωση, συνήθως ένα μεγάλο ετήσιο πάρτι στο Μανχάταν. Αλλωστε ο νεαρός διευθυντής με τα ραμμένα κατά παραγγελία πουκάμισα και την ευρωπαϊκή παιδεία φημίζεται για τις εμφανίσεις του στη νυχτερινή λογοτεχνική ζωή της Νέας Υόρκης. Είναι ο καταλληλότερος διάδοχος του πρώτου θρυλικού διευθυντή του περιοδικού, του συγγραφέα, σπόρτσμαν, ακτιβιστή και κοσμοπολίτη πλεϊμπόι Τζορτζ Πλίμπτον, ισχυρίζονται πολλοί. Ο ίδιος δεν συμφωνεί• λέει ότι η γοητεία και το ύφος του Τζορτζ ήταν απαράμιλλα. Ταιριάζουν όμως στην επιδίωξη ότι «δουλειά μας εδώ είναι να ανακαλύψουμε και να παρουσιάσουμε τον καλό συγγραφέα» και στην πεποίθηση ότι διασκέδαση και καλή λογοτεχνία δεν χρειάζεται να πάρουν διαζύγιο.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk