Η αρετή, η τόλμη και η ελευθερία

Αν κάποτε ροβολούσε τα λαγκάδια με το υπερήφανο άτι του, τώρα καβαλάει ένα λαχανί Honda για να πάει στη δουλειά του. Αν κάποτε τον σούβλισαν στη Λαμία, τώρα σουβλίζει αυτός κρέατα στην ψησταριά που άνοιξε στην Αθήνα. Αν εξολόθρευε Τούρκους με το καριοφίλι του, τώρα γρονθοκοπάει την έγκυο γυναίκα του. Και αν έδινε μάχες για την ανεξαρτησία των Ελλήνων, τώρα πολεμάει την κατάθλιψη που τον κυκλώνει, χορεύοντας Ρίτα Σακελλαρίου.

Αν κάποτε ροβολούσε τα λαγκάδια με το υπερήφανο άτι του, τώρα καβαλάει ένα λαχανί Honda για να πάει στη δουλειά του. Αν κάποτε τον σούβλισαν στη Λαμία, τώρα σουβλίζει αυτός κρέατα στην ψησταριά που άνοιξε στην Αθήνα. Αν εξολόθρευε Τούρκους με το καριοφίλι του, τώρα γρονθοκοπάει την έγκυο γυναίκα του. Και αν έδινε μάχες για την ανεξαρτησία των Ελλήνων, τώρα πολεμάει την κατάθλιψη που τον κυκλώνει, χορεύοντας Ρίτα Σακελλαρίου.
Πάνε τα χρόνια της Επανάστασης, έφυγαν ανεπιστρεπτί. Και μαζί τους όλα όσα χάριζαν νόημα στη ζωή και δόξα στον θάνατο. Η δική μας εποχή, της οκνηρίας και του βολέματος, θα διέφθειρε ακόμη και τον πιο παθιασμένο αγωνιστή. Ακόμη και τον Αθανάσιο Διάκο. Αν υποθέσουμε ότι ο ξακουστός αυτός αρματολός σωζόταν ως εκ θαύματος από τα δόντια του Χάρου και προσγειωνόταν στην Ελλάδα του σήμερα, θα μεταλλασσόταν στη χειρότερη εκδοχή του. Θα ζούσε σε ένα μικροαστικό διαμέρισμα, θα γυρνούσε από τη δουλειά ποτισμένος τσίκνα, θα μεθούσε με φτηνό κρασί και θα ξερνούσε στη λεκάνη της τουαλέτας, αφού πρώτα «περιποιόταν» στα πεταχτά την Κρουστάλλω. Ο σύγχρονος Διάκος α λα Λένα Κιτσοπούλου είναι εν πολλοίς ο οικείος μας Ελληνάρας: που το παίζει άντρας αλλά δέρνει τη γυναίκα του, που διαβάζει Γιάλομ αλλά είναι ρατσιστής, που όλα του φταίνε γύρω του αλλά ο ίδιος αρνείται να αναλάβει τις ευθύνες του και βρίζει αδιάκοπα «αυτή την άθλια χώρα» όπου όλα ξεπουλιούνται. Νοσταλγεί το παρελθόν – τότε που η σημαία ήταν σύμβολο αληθινό και όχι μια «ριγέ πετσέτα» να την «κουνούν για μια ξεπέτα» -, ταυτόχρονα όμως καταλαβαίνει ότι και ο ίδιος νοσεί: «Δεν έχω πια ηρωισμό / Φοβάμαι, τρέμω το σουβλί / Πώς έγινα έτσι μαλθακός; Θέλω τα κάλλη τα παλιά / Να φάω γαλοτύρι / Να ‘μουνα πάνω στα βουνά / Να μύριζα τη γύρη».
Η μακροσκελής ενδοσκόπησή του δεν αποφέρει τελικά τους αναμενόμενους καρπούς. Αντιλαμβανόμαστε τη βασική ιδέα της συρρίκνωσης και της εξαθλίωσης ενός ινδάλματος, ο λόγος όμως – ακόμη κι αν κυλάει στον ευχάριστο βηματισμό του δεκαπεντασύλλαβου – μοιάζει να επαναλαμβάνει διαρκώς το ίδιο μοτίβο (τότε ήταν καλά, τώρα όλα σάπια), για να καταλήξει στο αυτονόητο: «Απ’ έξω να ‘σαι ήρωας και από μέσα δράκος… Δεν είναι πιθανό να είσαι όπως όλοι οι άνθρωποι, αδύναμος, μικρός;». Η αποδόμηση ενός εθνικού συμβόλου που ενσαρκώνει το τρίπτυχο πατρίς – θρησκεία – οικογένεια μένει ημιτελής. Δεν αποδεικνύεται αρκετά προκλητική, τόσο όσο θα χρειαζόταν για να μας σοκάρει. Δεν αρκεί ο ξυλοδαρμός της εγκύου συζύγου ή μερικοί ομοφυλοφιλικοί υπαινιγμοί για να πληγεί η Οικογένεια, ούτε το «κατηγορώ» της ξεπουλημένης κοινωνίας μας για να υπονομευθεί η Πατρίς. Και φυσικά δεν αρκεί ένας Εσταυρωμένος που ζητάει βοήθεια να ουρήσει, άνοστο εύρημα, προκειμένου να χτυπηθεί η θρησκεία.
Βαρύ το φορτίο, αλλά το μαχαίρι πρέπει να μπει πιο βαθιά. Η Κιτσοπούλου είναι πολύτιμη γιατί φέρει μια οργή μοναδική, μια οργή αναγκαία για το θέατρο σήμερα. Οι καλύτερες στιγμές της είναι εκείνες που μας επιτίθεται κατάμουτρα: η ίδια ως ημίγυμνη Εύα-Τσιτσιολίνα αποχωρώντας από τη σκηνή μέσα στο λαχανί Honda να εξαπολύει τη λυσσαλέα αγανάκτησή της, ένα ειλικρινέστατο «άντε γαμηθείτε». Από εκεί και πέρα όμως, όταν η οργή καλείται να γίνει δραματουργία, οι απαιτήσεις αυξάνονται. Το Μεταναστευτικό, π.χ., προσεγγίζεται επιδερμικά, μένει μετέωρο. Χρειάζεται μεγαλύτερη στόχευση, χρειάζεται να παραμεριστούν τα κλισέ, οι ευκολίες, τα γενικόλογα «κατηγορώ» της τηλεθέασης και των «μαϊντανών», των ανέσεων και του χρήματος, της μισθοσυντήρητης μιζέριας μας.
Οσον αφορά τη σκηνοθεσία, οι σκηνές φαντάζουν ιδιαίτερα μακρόσυρτες, οριακά ξεχειλώνουν: η ενδοοικογενειακή βία παρουσιάζεται διεξοδικά σε 15 κεφάλαια (πόσες φορές θα τον δούμε να χτυπάει την Κρουστάλλω;), η αντιπαράθεση με τον κούρδο ντελίβερι-μαν στερείται έμπνευσης και μοιάζει διεκπεραιωτική, η γέννα πάνω στο τραπέζι της κουζίνας νομίζουμε πως δεν θα τελειώσει ποτέ. Πληθώρα σουρεαλιστικών ευρημάτων, περισσότερο ή λιγότερο επιτυχημένων, διανθίζουν το σύνολο: η Εύα που αυτοκτονεί αφού φάει (κι αυτή) ένα γερό χέρι ξύλο, οι αστυνομικοί που λικνίζονται ρυθμικά, τα βουβά μπινελίκια με υπέρτιτλους, ο ατυχής Εσταυρωμένος, και, το απολαυστικότερο όλων με διαφορά, η real life υπεύθυνη φύλαξης του χώρου που ειρωνεύεται τον Διάκο.
Ζουμερές ερμηνείες, με ψαχνό και παλμό, από τον Νίκο Καραθάνο (Αθ. Διάκο) και την Εμιλυ Κολιανδρή (Κρουστάλλω, με εξαιρετική κινησιολογία). Ο Γιάννης Κότσιφας ως Κούρδος είναι ιδιαίτερα συμπαθής και χαριτωμένος, αλλά η ερμηνεία του παραμένει μετέωρη, ακριβώς λόγω της συγγραφικής έλλειψης θέσης. Το σύνολο διαγράφεται ελαφρώς κουραστικό και χαοτικό, σε αυτό το τελευταίο γνώρισμα όμως κατοικεί η γοητεία του. Οσες ενστάσεις κι αν έχει κανείς σχετικά με την παράσταση, δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει τις αρετές της. Την αίσθηση ελευθερίας που αποπνέει, αντίδοτο σε όλη αυτή τη σοβαροφάνεια που έχει κατακλύσει το ελληνικό θέατρο, την αδιαμφισβήτητη ζωντάνια της, την επαφή της με το σήμερα, την αισθαντικότητα, την τρέλα της. Η Κιτσοπούλου αναδεικνύεται ένας από τους ελάχιστους δημιουργούς σήμερα που έχει κάτι να πει. Και πραγματικά αξίζει να την ακούσουμε.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk