Μια Αγγλίδα στον ελληνικό Εμφύλιο

Αν η Σόφκα Ζινόβιεφ δεν ήταν συγγραφέας, θα έπρεπε σίγουρα να γίνει. Η συναρπαστική ζωή της και η ιστορία της οικογένειάς της είναι αρκετές για να τροφοδοτήσουν όχι για ένα, αλλά πολλά βιβλία. Ηδη έχουν κυκλοφορήσει τρία. Το πρώτο βιβλίο της, με τίτλο «Οδός Ευρυδίκης» (Διόπτρα, 2005), αποτελεί ένα χρονικό του πρώτου έτους παραμονής της στην Αθήνα και απέσπασε ιδιαίτερα θερμές κριτικές σε Βρετανία και Ελλάδα. Η Ζινόβιεφ μεγάλωσε στο Λονδίνο και πρωτοήρθε στην Ελλάδα ως φοιτήτρια του Κέιμπριτζ στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Ενθουσιάστηκε από την πρώτη στιγμή, αν και τότε μάλλον δεν φανταζόταν ότι κάποτε θα μετακόμιζε εδώ μόνιμα.

Στη Μόσχα γνώρισε τον έλληνα σύζυγό της Βασίλη Παπαδημητρίου, σύμβουλο σήμερα του Γιώργου Παπανδρέου. Επειτα από πολυετή περιπλάνηση σε διάφορες ευρωπαϊκές μητροπόλεις επέστρεψε στην Ελλάδα με την οικογένειά της – έχουν δύο κόρες – το 2001. Η Ζινόβιεφ μιλάει άπταιστα ελληνικά – και οι τρόποι της δείχνουν άνθρωπο γενναιόδωρο, με ιδιαίτερη αγάπη για την Ελλάδα. Το δεύτερο βιβλίο της, με τίτλο «Η κόκκινη πριγκίπισσα» (εκδ. Λιβάνη, 2008), είναι η βιογραφία της γιαγιάς της, Σόφκα Ντολγκορούκι, γόνου αριστοκρατικής οικογένειας της τσαρικής Ρωσίας, η οποία έφυγε από εκεί το 1917 και κατέληξε μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Βρετανίας. Δεν έζησε, όμως, μόνο η γιαγιά της παραμυθένια ζωή – το βιβλίο που γράφει αυτόν τον καιρό φωτίζει άγνωστες πτυχές του ερωτικού τριγώνου μεταξύ του βρετανού παππού της Ρόμπερτ Χέμπερ Πέρσι, της γιαγιάς της Τζένιφερ και του, πολύ μεγαλύτερού τους, ομοφυλόφιλου λόρδου Mπέρνερς. Το τρίτο βιβλίο της, «Το σπίτι στην οδό Παραδείσου», το οποίο μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ψυχογιός, είναι το πρώτο της μυθιστόρημα και έχει ήδη διαβαστεί στην εκπομπή «Book at Bedtime» του BBC4. Κεντρικοί ήρωές του τα μέλη μιας οικογένειας που χωρίζεται στα δύο εξαιτίας του ελληνικού Εμφυλίου, ένα θέμα καθόλου εύκολο – η Ζινόβιεφ ξεκινάει την εξιστόρηση από τη δεκαετία του ’30, περνάει στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και στην Κατοχή και επικεντρώνεται στα Δεκεμβριανά, καθώς και στην πικρή πορεία της ελληνικής Αριστεράς μέσα από την πολυτάραχη ζωή τριών γενεών.

Το μεγαλύτερο μέρος του νέου βιβλίου σας «Το σπίτι στην οδό Παραδείσου» εκτυλίσσεται λίγο πριν και λίγο μετά τα Δεκεμβριανά του ’44. Τι ήταν αυτό που έστρεψε το ενδιαφέρον σας στη συγκεκριμένη περίοδο; «Ηταν κάτι που με ενδιέφερε πάρα πολύ καιρό – από ιστορικά βιβλία που διάβαζα για την Ελλάδα. Θυμάμαι πόση εντύπωση μου είχε κάνει το βιβλίο “The flight of Icarοs” του Αμερικανού Κέβιν Αντριους (σ.σ.: νεαρού αποφοίτου του Χάρβαρντ που είχε έρθει στην Ελλάδα ως υπότροφος του Iδρύματος Φούλμπραϊτ το 1948 και παρέμεινε ως το 1951). Περπατώντας στα βουνά και στα χωριά, έβλεπε παντού την εγκατάλειψη: οι άνθρωποι είχαν ξεριζωθεί, κάποιοι είχαν χάσει τις οικογένειές τους. Πώς να ζήσεις σε ένα μικρό χωριό όταν έχεις βιώσει αυτή την κατάσταση και γνωρίζεις ποιοι είναι οι δολοφόνοι της οικογένειάς σου;».

Στο βιβλίο σας μια οικογένεια διχάζεται. Τα δύο μικρά αδέλφια, η Αντιγόνη και ο Μάρκος, πηγαίνουν αντάρτες με τον ΕΛΑΣ, ενώ η μεγάλη αδελφή, η Αλεξάνδρα, τάσσεται με τους Βρετανούς και τη Δεξιά. Πώς σας ήρθε αυτή η ιδέα; «Προέκυψε από σκέψη και έρευνα. Γνώρισα πολλές γυναίκες του Εμφυλίου, όπως η αντάρτισσα του ΕΛΑΣ Μαρία Μπέικου, στην οποία πρόλαβα να μιλήσω, και με βοήθησε πάρα πολύ. Ηταν μεγάλη έμπνευση όλες οι γυναίκες με τις οποίες συνομίλησα, θαύμαζα πάρα πολύ τις ίδιες και τη δύναμή τους».

Μιλήσατε με ανθρώπους και από τις δύο πλευρές; «Ναι, φυσικά, δεν μίλησα μόνο με πρώην κομμουνιστές ή αριστερούς – βέβαια, η Αντιγόνη, που είναι και μία από τις δύο βασικές ηρωίδες, είναι αριστερή και εμβαθύνω πιο πολύ στη δική της ιστορία, παρά στην ιστορία της άλλης πλευράς».

Γιατί είναι η ιστορία των ηττημένων. «Ακριβώς».

Τι σας έκανε μεγαλύτερη εντύπωση κατά την έρευνά σας; «Σοκαρίστηκα με τις ιστορίες που μου αφηγήθηκαν για το πώς ζούσαν τόσες γυναίκες με τα μωρά τους έγκλειστες στις φυλακές Αβέρωφ. Ηταν συγκλονιστικό να ακούς ότι έβλεπαν τους φίλους τους να πηγαίνουν για εκτέλεση χορεύοντας και τραγουδώντας. Εχει κάτι το σχεδόν μυθολογικό, τόσο δυνατό και τόσο φρικτό ταυτόχρονα, είναι απίστευτο το πώς πεθαίνουν οι άνθρωποι για ιδέες και ιδανικά… Με ενδιέφερε να εστιάσω στο συναισθηματικό κομμάτι της πολιτικής – στο πώς η πολιτική πολλές φορές δεν είναι μια λογική σκέψη και θεωρία, αλλά κάτι με πολύ πάθος, το οποίο περνά στο αίμα, στα κοκάλα, μεταβιβάζεται στις γενιές».

Και σήμερα ζούμε πάλι μια εποχή πάθους; «Είναι τρομερό αν σκεφτείς ότι στην τηλεόραση βλέπουμε φασίστες να χαστουκίζουν κομμουνιστές και να βρίζουν χρησιμοποιώντας όρους που κρατάνε από τότε. Αυτό πραγματικά δείχνει πώς μια κρίση μπορεί να φέρει αυτά τα έντονα πάθη στην επιφάνεια».

Η πολιτική κουλτούρα της Ελλάδας πώς σας φαίνεται; Αναφέρομαι στο πώς βλέπουν οι Ελληνες την εξουσία. «Νομίζω ότι τώρα με την κρίση φαίνονται πιο καθαρά κάποια ζητήματα που ήταν πάντοτε υπαρκτά, αλλά δεν ήταν τόσο επιτακτικά. Δηλαδή ο Ελληνας ουδέποτε είχε εμπιστοσύνη στο κράτος και αντίστοιχα το κράτος δεν είχε εμπιστοσύνη στον πολίτη. Και η Ιταλία κάπως έτσι είναι, μαστίζεται από έλλειψη εμπιστοσύνης. Ενώ στις βόρειες χώρες υπάρχει διαφορετική σχέση με την εξουσία».

Ισως επειδή στις βόρειες χώρες κυριαρχεί η πεποίθηση ότι αν κάνεις κάτι κακό θα τιμωρηθείς. Αντιθέτως εδώ υπάρχει η αίσθηση ότι αν κάνεις κάτι κακό και τη γλιτώσεις είσαι «μάγκας». «Εδώ πολλές φορές η έννοια της ελευθερίας παρερμηνεύεται ως προσωπική ελευθερία – η ελευθερία τού να παρκάρω το τζιπ μου επάνω στο πεζοδρόμιο και να μη με νοιάζει, να καπνίζω ενώ ενοχλεί κάποιον άλλον ή τα παιδιά. Είναι δύσκολο, διότι οι Ελληνες ή οι πατεράδες τους ή οι παππούδες του έχουν χύσει αίμα για την ελευθερία τους».

Νομίζετε, δηλαδή, ότι έχει σχέση με την Ιστορία μας αυτό; «Ναι, νομίζω ότι σχετίζεται και με αυτό, επειδή πάντα οι Ελληνες έπρεπε να παλέψουν για την ελευθερία τους. Είναι βαθιά χαραγμένο στην πολιτιστική-ιστορική μνήμη ότι υπήρχαν ο Τούρκος, ο Γερμανός και οι ξένες δυνάμεις που κρατούσαν πίσω την Ελλάδα και δεν μπορούσε να αναπτυχθεί. Αυτό είναι άλλο ένα θέμα που εξετάζω στο βιβλίο».

Κάτι ανάλογο αναφέρει η κριτική του «Economist» για το «Σπίτι στην οδό Παραδείσου», ότι δηλαδή μας βοηθάει να κατανοήσουμε γιατί οι Ελληνες έχουν αυτή την παθολογική σχέση με τις ξένες δυνάμεις. «Νομίζω ότι δικαιολογημένα την έχουν. Για μένα ήταν μεγάλο σοκ όταν διάβασα λίγο παραπάνω για τα Δεκεμβριανά του ’44 και έμαθα τι είχαν κάνει οι Βρετανοί – ότι ο βρετανικός στρατός ήταν στην Αθήνα και σκότωνε τους ίδιους ανθρώπους με τους οποίους είχε συνεργαστεί μέχρι πριν από λίγους μήνες. Ηταν πολύ δύσκολο να το κατανοήσω – ναι μεν ήταν η αρχή του Ψυχρού Πολέμου και ο Τσόρτσιλ δεν ήθελε τον κομμουνισμό. Με τις επικρατούσες συνθήκες και αξίες τού σήμερα, όταν βλέπεις τις μοιρασιές που έκαναν ο Τσόρτσιλ με τον Στάλιν, καταλαβαίνεις πώς ήταν να είσαι ένα πιόνι, μια χώρα που δεν ορίζει τη μοίρα της».

Πάντως έχετε ιδιαίτερα πλούσια οικογενειακή ιστορία – ό,τι πρέπει για έναν συγγραφέα. «Οντως, ήμουν τυχερή. Ναι μεν ζούσα με ανθρώπους που είχαν τα “θέματά” τους και που είχαν υποφέρει, μου προσέφεραν όμως άφθονο υλικό για συγγραφή».

Η ηρωίδα του βιβλίου σας «Η κόκκινη πριγκίπισσα» ήταν η μητέρα του πατέρα σας; «Ναι, η γιαγιά μου ξεκίνησε από αριστοκρατική οικογένεια στη Ρωσία και κατέληξε κομμουνίστρια στη Βρετανία. Ηταν μεγάλο σοκ αυτό για τους υπόλοιπους ρώσους εμιγκρέδες. Ο θείος μου, που σήμερα είναι 100 ετών, τη μισούσε. Για εκείνους ήταν σαν να αποφάσιζε ένας εβραίος να γίνει ναζί».

Και από την πλευρά της μητέρας σας, πάντως, έχετε ένα άκρως αντισυμβατικό παρελθόν. Ο παππούς σας ήταν ο Ρόμπερτ Χέμπερ Πέρσι, εραστής του διάσημου αριστοκράτη λόρδου Μπέρνερς. «Ο Πέρσι ήταν ο πατέρας της μητέρας μου. Υπήρχε ένα ερωτικό τρίγωνο ανάμεσα στον πλούσιο και εκκεντρικό λόρδο Μπέρνερς, στον παππού μου (του οποίου το παρατσούκλι ήταν “Mad Boy”), που ήταν εραστής του λόρδου, και στη γιαγιά μου, την Τζένιφερ. Εζησαν για λίγο όλοι μαζί στην έπαυλη του λόρδου Μπέρνερς στην Οξφόρδη. Ο παππούς μου και η γιαγιά μου χώρισαν μόλις ενάμιση χρόνο αργότερα και η μητέρα μου μεγάλωσε με τη μητέρα της και τον πατριό της. Δεν είχαμε καμία επαφή ως παιδιά με τον παππού μου – εγώ τον γνώρισα μεγάλη πλέον, επειδή η μητέρα μου δεν τα πήγαινε καλά με τον πατέρα της. Η ιστορία αυτού του ερωτικού τριγώνου είναι και το θέμα του βιβλίου που γράφω αυτόν τον καιρό».

Σε τι ηλικία τον γνωρίσατε δηλαδή; Πώς ήταν η συνάντησή σας; «Ημουν μαθήτρια, 17 ετών, και πήγα να μείνω ένα Σαββατοκύριακο στο σπίτι του παππού μου με τη μητέρα μου. Ο λόρδος Μπέρνερς είχε πεθάνει και του είχε αφήσει την έπαυλή του έξω από την Οξφόρδη. Περάσαμε, λοιπόν, τις πύλες του σπιτιού και φθάσαμε σε αυτό το πανέμορφο οίκημα με τα βαμμένα περιστέρια – μπλε, ροζ πράσινα, πετούσαν στον ουρανό, όπως ακριβώς τα είχε περιγράψει η Nάνσι Μίτφορντ στο βιβλίο της “The Pursuit of Love”. Eνθουσιάστηκα. Ηταν σαν ένας μαγικός κόσμος. Εκεί μίλησα για πρώτη φορά με τον παππού μου. Tο σπίτι είχε ακόμη κάτι από την ατμόσφαιρα της δεκαετίας του ’30 και του ’40. Κάθε Σαββατοκύριακο φιλοξενούσε κόσμο – είχε σαμπάνια και ωραία γεύματα με φαγητά, τα οποία ήμουν σίγουρη ότι ήταν συνταγές του λόρδου Μπέρνερς. Δεν ήταν ένα τυπικό Σαββατοκύριακο στην εξοχή, επικρατούσε εκεί μια γοητευτική εκκεντρικότητα».

Γιατί αποφασίσατε να γράψετε αυτή την ιστορία τώρα; «Ηθελα καιρό να τη γράψω επειδή πιστεύω ότι διαθέτει πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία. Ο παππούς μου και ο λόρδος Μπέρνερς γνώριζαν πολύ κόσμο – το σπίτι ήταν σταυροδρόμι καλλιτεχνών. Τα βιβλία επισκέψεων από τη δεκαετία του ’30 δείχνουν ότι από το Farringdon House είχαν περάσει προσωπικότητες από τον Νταλί ως τον Ιγκόρ Στραβίνσκι. Ο παππούς μου πήγε να ζήσει εκεί με τον Μπέρνερς το 1931 – μια χρυσή δεκαετία. Επειτα ήρθε ο πόλεμος – η γιαγιά και ο παππούς παντρεύτηκαν το 1942. Από το σπίτι πέρασαν ο Σεσίλ Μπίτον, η Γερτρούδη Στάιν, , η Ελσα Σκιαπαρέλι, ο Χ. Τζ. Γουελς, ο Σεργκέι Ντιάγκιλεφ από τα Ρωσικά Μπαλέτα, η Μαργκό Φοντέιν, η Νάνσι Μίτφορντ – ο λόρδος Μπέρνερς και το σπίτι του στάθηκαν η πηγή έμπνευσης για τον χαρακτήρα του λόρδου Μέρλιν και του υπέροχου σπιτιού του».

Ως Αγγλίδα πώς βλέπετε την κρίση; Νιώθετε και λίγο «εκτός»; Οσο μπορεί, βεβαίως, κανείς να νιώθει έτσι από τη στιγμή που έχει οικογένεια εδώ. «Nαι, βρίσκομαι σε διαφορετική θέση, επειδή έχω πάντα μια εναλλακτική λύση σε περίπτωση που τα πράγματα χειροτερέψουν – να πάω στην Αγγλία – και αυτή η αίσθηση με βοηθάει να αντιμετωπίσω το χειρότερο κομμάτι της υπόθεσης, τον φόβο. Φυσικά, ο φόβος δεν είναι τίποτε μπροστά στα πρακτικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν άλλοι άνθρωποι – κάποιος, ας πούμε, που δεν έχει να ταΐσει τα παιδιά του».

Πώς ανταποκρίνονται στα βιβλία σας οι Ελληνες και πώς οι Βρετανοί; Υπάρχει διαφορά; «Με τα ελληνικής θεματολογίας βιβλία έχουν αντιδράσει πολύ θετικά στην Αγγλία, ειδικά απέναντι στα αρνητικά που γράφω για τους Βρετανούς – πάρα πολλοί άνθρωποι μου έχουν πει ότι δεν γνώριζαν πως γίνονταν αυτά στην Ελλάδα – αυτό το καλό έχουν οι Βρετανοί, παραδέχονται το κακό παρελθόν τους, ίσως ευκολότερα από ό,τι οι Ελληνες. Πήγα σε μια τηλεοπτική συνέντευξη στην Ελλάδα και η παραγωγός μού είπε: “Οταν είδα το βιβλίο σας, προς στιγμήν έγινα έξαλλη· ήρθε τώρα μια Αγγλίδα να μας πει για την Ιστορία μας και για τον Εμφύλιο;”. Μετά, βέβαια, το διάβασε και της άρεσε».

BHMAgazino
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk