Ο τραπεζίτης – «μαύρο πρόβατο»

Οσο η Barclays θεωρείτο μια επιτυχημένη τράπεζα που καταφέρνει να καταγράφει αύξηση κερδών αποδίδοντας υψηλό μέρισμα στους μετόχους της ο Μπομπ Ντάιαμοντ απολάμβανε τις δάφνες ενός ικανού και αποτελεσματικού μάνατζερ. Το μόνο που του καταλόγιζαν οι πιο ζηλόφθονες συνάδελφοί του ήταν οι υπέρογκες αμοιβές: περισσότερα από 150 εκατ. ευρώ (120 εκατ. στερλίνες) είχε εισπράξει ο αμερικανός τραπεζίτης από τότε που ανέλαβε διοικητικά καθήκοντα στην τράπεζα. Στο Σίτι ήταν περισσότερο γνωστός ως «ο τραπεζίτης των 100 εκατομμυρίων».

Οσο η Barclays θεωρείτο μια επιτυχημένη τράπεζα που καταφέρνει να καταγράφει αύξηση κερδών αποδίδοντας υψηλό μέρισμα στους μετόχους της ο Μπομπ Ντάιαμοντ απολάμβανε τις δάφνες ενός ικανού και αποτελεσματικού μάνατζερ. Το μόνο που του καταλόγιζαν οι πιο ζηλόφθονες συνάδελφοί του ήταν οι υπέρογκες αμοιβές: περισσότερα από 150 εκατ. ευρώ (120 εκατ. στερλίνες) είχε εισπράξει ο αμερικανός τραπεζίτης από τότε που ανέλαβε διοικητικά καθήκοντα στην τράπεζα. Στο Σίτι ήταν περισσότερο γνωστός ως «ο τραπεζίτης των 100 εκατομμυρίων». Τα παχυλά όμως μπόνους και τα πακέτα των stock options δεν ήταν παρά ένας όρος του συμβολαίου του, ένας ακόμη κανόνας του παιχνιδιού. Ολα άλλαξαν όταν αποκαλύφθηκε ότι υπό τις εντολές του Ντάιαμοντ η Barclays παραβίαζε συστηματικά βασικούς κανόνες «πίστης» προκειμένου να αντλήσει κέρδη. Ο ίδιος μετατράπηκε εν μια νυκτί σε αποδιοπομπαίο τράγο. Και όλοι παίρνουν αποστάσεις από τον αμερικανό τραπεζίτη και το «αμαρτωλό παρελθόν» του.
Οι «New York Times» τον θεωρούν υπαίτιο «για τη φωτιά που άναψε στο Λονδίνο και εξαπλώνεται ήδη στις Ηνωμένες Πολιτείες». Ο «Le Monde» του καταλογίζει «τη διάχυση στους ανθρώπους της τράπεζας μιας κουλτούρας που θύμιζε περισσότερο Φαρ Ουέστ παρά ένα κλαμπ από τζέντλεμαν του παλιού Σίτι».
Το σκάνδαλο της χειραγώγησης των διατραπεζικών επιτοκίων φέρνει και πάλι στο προσκήνιο τις ευθύνες όσων κατέχουν επιτελικές θέσεις στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Ανεξάρτητα όμως από τη «διαγωγή» ή τις προθέσεις του Ντάιαμοντ, αποδεικνύεται και πάλι ότι κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο των τραπεζών. Και αυτό ξεπερνά ασφαλώς την υπαιτιότητα του Ντάιαμοντ.
Ο γεννημένος στη Μασαχουσέτη των ΗΠΑ τραπεζίτης ανέλαβε διοικητικά καθήκοντα στη δεύτερη μεγαλύτερη βρετανική τράπεζα το καλοκαίρι του 1996.
Η καριέρα του στον κόσμο των τραπεζών είχε ξεκινήσει 20 χρόνια νωρίτερα στη Morgan Stanley. Στην αμερικανική τράπεζα δεν προσελήφθη ως μάνατζερ, αλλά αναρριχήθηκε υπομονετικά τα σκαλιά της ιεραρχίας μέχρι να φτάσει στη θέση του γενικού διευθυντή. Η προϋπηρεσία του στην επενδυτική τράπεζα ήταν το «διαβατήριο» για τη μετεγκατάστασή του στην απέναντι ακτή του Ατλαντικού.
Στην Barclays ανέλαβε εξαρχής τον επενδυτικό βραχίονα της τράπεζας (Barclays Capital) επιτυγχάνοντας να πολλαπλασιάσει με ιλιγγιώδεις ρυθμούς τα διαθέσιμα κεφάλαια. Οταν τοποθετήθηκε επικεφαλής της Barcap το επενδυτικό της χαρτοφυλάκιο άγγιζε τα 135 δισ. στερλίνες, ενώ το 2001 έφτασαν τα 1,2 τρισ. στερλίνες με τα κέρδη να ανέρχονται στα 3 δισ. στερλίνες.
Η περίοδος των «παχιών αγελάδων» δεν έκανε τον Ντάιαμοντ μόνο πλουσιότερο, αλλά του προσέδωσε και την αύρα ενός σταρ. Την ίδια εποχή φωτογραφιζόταν με τον Μικ Τζάγκερ και με ποδοσφαιριστές της αγαπημένης του Τσέλσι, ενώ έδινε συνεντεύξεις σε lifestyle έντυπα ακκιζόμενος για τη χαλαρότητά του παρά τις υψηλές ευθύνες του.
«Μπορώ και ξυπνάω κάθε πρωί με το χαμόγελο στα χείλη» είχε πει σε ανύποπτο χρόνο στη βρετανική εφημερίδα «Mirror». Η πορεία του «κραύγαζε» επιτυχία και ο ίδιος την κεφαλαιοποιούσε με κάθε τρόπο. Ο εκκεντρικός δήμαρχος του Λονδίνου Μπορίς Τζόνσον ήταν ένας από αυτούς που είχε ζητήσει τις πολύτιμες συμβουλές του Ντάιαμοντ -ασφαλώς με το αζημίωτο.
Το πρώτο ανησυχητικό σημάδι εμφανίστηκε νωρίς. Το 1998 η Barclays ήταν ανησυχητικά εκτεθειμένη σε επενδύσεις στη Ρωσία η οποία την επόμενη χρονιά κήρυξε πτώχευση υποτιμώντας το ρούβλι. Αυτό θα ήταν ικανός λόγος για την «καρατόμηση» του επικεφαλής των επενδύσεων, όμως εκείνη την εποχή «ακόμη και το υπερβολικό ρίσκο ήταν της μόδας», όπως σημειώνουν χαρακτηριστικά οι αμερικανικοί «Times».
Οι επενδύσεις σε ριψοκίνδυνες αγορές ήταν απλώς μια πρόγευση όσων θα ακολουθούσαν. Η έκθεση της Barclays στην αμερικανική στεγαστική αγορά στα τέλη του 2007 άγγιζε τα 10 δισ. δολάρια και μπορούσε να συγκριθεί μόνο με τη (δεινή) θέση της Lehman Brothers.
Ενα χρόνο αργότερα, όταν η αμερικανική τράπεζα είχε πτωχεύσει, η Barclays έσπευσε – υπό τις εντολές του Ντάιαμοντ – να αγοράσει το επενδυτικό χαρτοφυλάκιό της, αλλά και τα κεντρικά της κτίρια στη Νέα Υόρκη. Το 2010 είχε φτάσει η στιγμή να ανταμειφθεί ο Ντάιαμοντ για τις υπηρεσίες του στην τράπεζα, καθώς το 80% των κερδών της προερχόταν από τις επενδύσεις που διαχειριζόταν επί χρόνια ο ίδιος. Η ανάρρησή του στη θέση του διευθύνοντος συμβούλου σηματοδότησε αναμφίβολα το απόγειο της καριέρας του. Ετσι βρέθηκε στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός τον περασμένο Φεβρουάριο να συμμετέχει σε συζητήσεις για την «οικοδόμηση της εμπιστοσύνης» στην παγκόσμια οικονομία.
Η ειρωνεία είναι ότι ο ίδιος άνθρωπος θα βρισκόταν λίγους μήνες αργότερα απολογούμενος για ένα σκάνδαλο που θέτει εν αμφιβόλω την ικανότητα του τραπεζικού συστήματος να εγγυάται σχέσεις εμπιστοσύνης ανάμεσα στους παράγοντες της οικονομίας.
Οι έρευνες αγγίζουν τράπεζες υπεράνω υποψίας
Η «κουλτούρα της απρονοησίας» την οποία καταλογίζει ο αρθρογράφος του Reuters Χιούγκο Ντίξον στον Μπομπ Ντάιαμοντ δεν είχε μολύνει μόνο τα ανώτερα κλιμάκια της Barclays. H αποκάλυψη ότι οι traders της τράπεζας «μαγείρευαν» συστηματικά τα οικονομικά στοιχεία της τράπεζας ήρθε μετά την έρευνα των δικαστικών αρχών των ΗΠΑ. Στο στόχαστρο όμως των ομοσπονδιακών αρχών βρίσκονται ήδη και οι αμερικανικές τράπεζες JP Morgan Chase και Citigroup, η γερμανική Deutsche Bank και η γαλλική Societe Generale.
Οπως σημειώνει η «Le Figaro», «η Barclays δεν μπορεί να είναι η μόνη εμπλεκόμενη στο έγκλημα του αιώνα». Προς το παρόν η Barclays είναι η μόνη που έχει παραδεχθεί την εμπλοκή της, όμως οι ενδείξεις απλώνονται και σε άλλες υπεράνω πάσης υποψίας τράπεζες. Περιέργως η Τράπεζα της Αγγλίας δηλώνει πλήρη άγνοια. Η αρμόδια αρχή της Γερμανίας (BaFin) έχει επιβεβαιώσει ότι ερευνά πιθανή εμπλοκή γερμανικών τραπεζών στο σκάνδαλο, χωρίς να αποκαλύψει λεπτομέρειες.
Το περιοδικό «Spiegel» αποκάλυψε ότι η Deutsche Bank έχει απολύσει δύο στελέχη της έπειτα από σχετική εσωτερική έρευνα.
Είναι επίσης ενδεικτικό ότι ο γάλλος επίτροπος Εσωτερικής Αγοράς Μισέλ Μπαρνιέ προήγγειλε πρωτοβουλίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που θα κλείσουν τα «παραθυράκια» του ισχύοντος ρυθμιστικού πλαισίου. Oταν όμως κλήθηκε να απαντήσει στις επίμονες ερωτήσεις των συμπατριωτών του δημοσιογράφων σχετικά με την πιθανότητα εμπλοκής γαλλικών τραπεζών αρκέστηκε να δηλώσει ότι «αυτή η πιθανότητα δεν μπορεί να αποκλειστεί».
Κλήση σε δεύτερη απολογία
O μέχρι πριν από λίγες ημέρες διευθύνων σύμβουλος της Barclays δήλωσε ότι θα επανέλθει για «συμπληρωματική απολογία» ενώπιον των μελών της Βουλής των Κοινοτήτων, καθώς οι βρετανοί βουλευτές κατηγόρησαν τον Ντάιαμοντ για ψευδή κατάθεση στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή. Πάντως με ενδιαφέρον αναμένεται και η κατάθεση του πρώην εκτελεστικού διευθυντή Τζέρι ντελ Μισιέ στην ίδια επιτροπή τη Δευτέρα. Σε κάθε περίπτωση η παραίτηση του αμερικανού τραπεζίτη από το πακέτο μετοχών αξίας 31 εκατ. δολαρίων δεν ήταν αρκετή για να κατευνάσει τα πνεύματα στο Λονδίνο.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Οικονομία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk