Ούγκο ντε Ανα: Ισως η κρίση μας κάνει πιο ανθρώπινους

Εχουν περάσει περισσότερα από 20 χρόνια από τότε που ο Ούγκο ντε Ανα σκηνοθέτησε την πρώτη «Τόσκα» της καριέρας του. Εκτοτε ο διάσημος αργεντινός σκηνοθέτης έχει «παλέψει» με το αριστούργημα του Πουτσίνι πολλές φορές, σε διαφορετικές χώρες και θέατρα και με διαφορετικούς συνεργάτες. Εξίσου διαφορετικός είναι και ο τρόπος που παρουσιάζει κάθε φορά τη δημοφιλή όπερα καθώς, όπως λέει, δεν του αρέσει να αντιγράφει τον εαυτό του.

Εχουν περάσει περισσότερα από 20 χρόνια από τότε που ο Ούγκο ντε Ανα σκηνοθέτησε την πρώτη «Τόσκα» της καριέρας του. Εκτοτε ο διάσημος αργεντινός σκηνοθέτης έχει «παλέψει» με το αριστούργημα του Πουτσίνι πολλές φορές, σε διαφορετικές χώρες και θέατρα και με διαφορετικούς συνεργάτες. Εξίσου διαφορετικός είναι και ο τρόπος που παρουσιάζει κάθε φορά τη δημοφιλή όπερα καθώς, όπως λέει, δεν του αρέσει να αντιγράφει τον εαυτό του.
«Το κοινό», εξηγεί, «έχει δικαίωμα να σου ζητήσει κάτι διαφορετικό. Καλύτερο ή χειρότερο δεν ξέρω, πάντως σίγουρα διαφορετικό. Αυτό έχει να κάνει πρώτα πρώτα με τα ίδια τα θέατρα. Αλλιώς δουλεύεις ένα έργο σε ένα τεράστιο θέατρο όπως αυτό του Ρίο και αλλιώς το ίδιο έργο σε ένα μικρό, όπως του Σανταντέρ. Ειδικά η «Τόσκα» είναι μια όπερα όπου έχουν μεγάλη σημασία οι αποχρώσεις του λόγου μέσα στη μουσική. Αν δεν αποδοθούν, μπορεί να καταλήξει βαρετή. Μπορεί επίσης να γίνει βαρετή αν πέσει στην παγίδα της ρουτίνας».
Η συνεργασία του με την Εθνική Λυρική Σκηνή στο Ηρώδειο σηματοδοτεί παράλληλα και το ντεμπούτο του Ούγκο ντε Ανα στην Ελλάδα. Γνωστός στους φίλους της όπερας για τα θεαματικά σκηνικά αλλά και για την εντυπωσιακή χρήση των φωτισμών και του βίντεο, έχει σκηνοθετήσει στις μεγαλύτερες λυρικές σκηνές του κόσμου (τη Βασιλική Οπερα του Λονδίνου, τη Σκάλα του Μιλάνου, το Liceu της Βαρκελώνης κ.ά.), ενώ τον συνοδεύει η φήμη του απαιτητικού και αυστηρού.
Η συνάντησή μας έγινε πριν από περίπου δέκα ημέρες, ένα απόγευμα μετά την πρόβα του. Επικοινωνιακός και άνετος, από τα πρώτα λεπτά της κουβέντας μας αποκάλυψε έναν λόγο χειμαρρώδη μιλώντας για όλους και για όλα: για την τέχνη και την κοινωνία, για την Ευρώπη και την κρίση, για την πολιτική και τα ΜΜΕ.
Αφετηρία της συζήτησης, ωστόσο, στάθηκε η «Τόσκα», όπου πέρα από τη σκηνοθεσία, υπογράφει επίσης τα σκηνικά και τα κοστούμια. Ο Ντε Ανα σπεύδει να ξεκαθαρίσει πως, παρ’ ότι φροντίζει κάθε παραγωγή του να είναι διαφορετική, παραμένει πιστός στην ιστορική περίοδο του έργου, η οποία είναι συγκεκριμένη. «Τα πρόσωπα είναι φανταστικά», εξηγεί, «αλλά το ιστορικό πλαίσιο πραγματικό. Βρισκόμαστε στο 1800 και είναι σημαντικό το κοινό να το συνειδητοποιεί αυτό. Αυτή η εποχή δεν ήταν εύκολη. Ηταν μια περίοδος που ο κόσμος βρισκόταν σε πόλεμο και μέσα σε αυτό το σύνθετο πλαίσιο αναπτύσσονται το πάθος και η ένταση μεταξύ των ηρώων. Είναι επίσης σημαντικό να καταλάβει ο θεατής ότι όλα στην «Τόσκα» εξελίσσονται σε μία μόνο ημέρα. Αρχίζει το πρωί της 2ας Ιουνίου και τελειώνει την αυγή της επομένης. Πρέπει λοιπόν να γίνει συνείδηση ότι όλα διαδραματίζονται σε ένα 24ωρο και μάλιστα στο συγκεκριμένο 24ωρο».

Οι πολιτικοί και τα ψέματα

Ο Ούγκο ντε Ανα μιλάει για την ως τώρα εμπειρία του στην Αθήνα της κρίσης. Ο ίδιος ζει τα τελευταία χρόνια στην Μαδρίτη όπου, όπως επιβεβαιώνει, η κρίση είναι επίσης μεγάλη. Ο αργεντινός σκηνοθέτης θεωρεί πάντως εξίσου σημαντική με την οικονομική την ηθική διάσταση της κρίσης, η οποία αποτελεί αποτέλεσμα της πρώτης. «Η κρίση είναι σε μεγάλο βαθμό και πρόβλημα ηθικό» υποστηρίζει. «Υπάρχει τεράστια κρίση στην πολιτική, στα κόμματα, και αυτό συμβαίνει σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ανεξαρτήτως ιδεολογίας, όλοι οι πολιτικοί φέρονται να έχουν κλέψει και αυτό δημιουργεί τεράστιο θέμα αξιοπιστίας. Ο κόσμος πλέον δεν πιστεύει κανέναν. Στην Ελλάδα, προσφάτως, είχατε δύο εκλογικές αναμετρήσεις και η αίσθησή μου είναι ότι τελικά ο κόσμος ψήφισε το λιγότερο κακό. Αυτό ομολογώ πως το βρίσκω τρομερό. Το ίδιο όμως συνέβη και στη Γαλλία. Στην Ισπανία υπάρχει μια νοοτροπία τρόπον τινά αναρχική. Ψηφίζουν πάντα το αντίθετο από αυτό που βρίσκεται στην εξουσία. Είναι οι δεξιοί επάνω, ο κόσμος ψηφίζει τους σοσιαλιστές και το αντίθετο… είναι στο DNA του ισπανικού λαού αυτό».
Μιλώντας για το ευρώ, ο Ούγκο ντε Ανα λέει πως κατά τη γνώμη του το κοινό νόμισμα δημιούργησε πολλά προβλήματα στις ευρωπαϊκές χώρες. Τα πάντα ακρίβυναν αδιανόητα, υποστηρίζει. «Οταν μιλάμε για ένα ακριβό ρούχο ή για ένα ζευγάρι παπούτσια που κοστίζουν πολύ, δεν το συζητώ. Οποιος δεν έχει χρήματα, δεν χρειάζεται να τα αγοράσει, ζει και χωρίς αυτά. Τι γίνεται όμως με τα είδη πρώτης ανάγκης, με μια οικογένεια που δεν μπορεί να αγοράσει τα βασικά προκειμένου να ταΐσει τα παιδιά της; Το τυρί και το κρέας έχουν φθάσει στα ύψη, είναι σαν να πηγαίνεις να ψωνίσεις στο Tiffany’s. Σε χώρες όπως η Ελλάδα και η Ισπανία, το ψάρι κανονικά θα έπρεπε να διανέμεται δωρεάν. Για μένα το ότι πωλείται και δη σε υψηλές τιμές είναι σκέτη τρέλα. Στην Ιταλία η κατάσταση είναι επίσης χάλια».

«Ολοι οι πολιτικοί λένε τις ίδιες μπούρδες»

Παρά την ένταση με την οποία εκφράζει τις απόψεις του, ο Ούγκο ντε Ανα λέει πως δεν γνωρίζει τίποτε από πολιτική, παρά μόνο από τέχνη. Ωστόσο, όλη αυτή η κατάσταση επηρέασε την προσωπική του επαφή με τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Προσπαθεί να μη βλέπει τηλεόραση, αποφεύγει να διαβάζει εφημερίδες. «Διαβάζοντάς τες συνειδητοποιώ το πόσο αδύναμος είμαι να κάνω οτιδήποτε» λέει. «Παλαιότερα, συνήθιζα να παίρνω πρωινό διαβάζοντας τρεις εφημερίδες. Ηθελα να δω τι λέει η Δεξιά, το Κέντρο, η Αριστερά: τώρα έχω την αίσθηση ότι όλοι λένε τις ίδιες μπούρδες και μάλιστα με έναν τρόπο που νιώθω ότι μου καταστρέφει το συκώτι. Το σταμάτησα, λοιπόν, μου κάνει κακό. Διαβάζω ίσα ίσα τα νέα στο Internet. Ως εκεί».
Σε τέτοιες περιόδους άραγε το κοινό καταφεύγει στην τέχνη περισσότερο για να διασκεδάσει ή για να προβληματιστεί; Ο Ούγκο ντε Ανα δεν θέλει να σκέπτεται το θέατρο ως απλό μέσο διασκέδασης: δεν είναι ούτε η φιλοσοφία του ούτε ο τρόπος της δουλειάς του, λέει. Εκτός αυτού, μια τέτοια θεώρηση τη θεωρεί μπανάλ. «Το θέατρο είναι ένα μέσο αντικατοπτρισμού της ίδιας της κοινωνίας. Είμαι από αυτούς που πιστεύουν πως, ακόμη και στην κωμωδία, ο θεατής πρέπει να σκέφτεται – ας θυμηθούμε τις κωμωδίες του Αριστοφάνη. Ο θεατής που βλέπει τον «Ντον Τζιοβάνι» έχει ένα δίδαγμα να πάρει, ο Μότσαρτ το ήθελε έτσι. Από εκεί και πέρα, την ετυμηγορία του ο κόσμος έχει τρόπο να τη δώσει με την αντίδρασή του: χειροκροτώντας δηλαδή ή αποδοκιμάζοντας».
Ο σκηνοθέτης αναγνωρίζει ωστόσο ότι αυτή τη στιγμή η οικονομική, κοινωνική και πολιτική κρίση ασκεί ιδιαίτερη πίεση στους ανθρώπους οι οποίοι έχουν ανάγκη από εκτόνωση, από διασκέδαση. Προσπαθούν, θεωρεί ο Ούγκο ντε Ανα, να απομακρυνθούν από το πρόβλημα και αυτό αποτελεί ένα είδος αυτοπροστασίας από την εξωτερική αγριότητα που αντιμετωπίζουν. «Παρ’ όλα αυτά, θα πρέπει να περιμένουμε λίγο» προσθέτει. Εκτιμά ότι βρισκόμαστε ακόμη στην αρχή μιας κατάστασης.
«Ολο αυτό το πράγμα δεν θα κρατήσει ένα-δυο χρόνια, όπως μας έλεγαν στην αρχή. Πιστεύω ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια μεταβολή του τρόπου ζωής μας. Ακόμη και τη λέξη κρίση την έχουμε συνδέσει όλοι με κάτι απαραιτήτως κακό. Ωστόσο, μπορεί να δηλώνει και την ανακάλυψη μιας άλλης πτυχής της ζωής, πιο ανθρώπινης. Ισως ζήσουμε πράγματι πιο φτωχικά, αλλά έτσι ζούσαμε και πριν. Αν σκεφθεί κανείς πώς ζούσαν οι άνθρωποι πριν από μόλις 50-60 χρόνια, τότε θα συνειδητοποιήσει και θα κατανοήσει πολλά πράγματα. Ακόμη και το τι μπορούμε να περιμένουμε».

«Η “Τόσκα” είναι ένα σπουδαίο θρίλερ»
Αντιπροσωπευτικό δείγμα του βερισμού (από την ιταλική λέξη vero, δηλαδή αληθινό), η «Τόσκα», μία από τις δημοφιλέστερες όπερες του παγκόσμιου ρεπερτορίου, κινείται σε ένα ρεαλιστικό ιστορικό περιβάλλον όπου οι συνθήκες κινδύνου και βίας βοηθούν στην ανάπτυξη έντονων συναισθημάτων. Στη Ρώμη, ο βαρόνος Σκάρπια, επικεφαλής των δυνάμεων κατοχής, ζητεί από την όμορφη Φλόρια Τόσκα, μια ντίβα της όπερας, μερικές στιγμές έρωτα ως αντάλλαγμα για τη ζωή του αγαπημένου της Μάριο Καβαραντόσι, ενός ιδεαλιστή επαναστάτη. Ωστόσο, όταν την πλησιάζει, η Τόσκα σκοτώνει τον Σκάρπια χωρίς όμως να μπορέσει να σώσει τον Μάριο από τον θάνατο. Οταν το έγκλημά της αποκαλύπτεται και προκειμένου να ξεφύγει από εκείνους που την κυνηγούν, η Τόσκα αυτοκτονεί. Μιλώντας για την παράσταση του Ηρωδείου, ο Ούγκο Ντε Ανα λέει ότι η βασική ιδέα δεν είναι ρεαλιστική. «Δεν υπάρχει η Εκκλησία, ούτε το Castel Sant’ Angelo και το Palazzo Farnese. Δουλεύουμε πολύ με το ίδιο το δράμα, τις σχέσεις των ηρώων και μέσω βιντεοπροβολών στον τοίχο του Ηρωδείου παρουσιάζεται ο χρόνος της δράσης. Υπάρχει έντονη η ιδέα του θρίλερ γιατί αυτό ακριβώς είναι η Τόσκα: ένα σπουδαίο θρίλερ».
Στη νέα παραγωγή της όπερας την ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής διευθύνει ο Μύρων Μιχαηλίδης, καλλιτεχνικός διευθυντής του θεάτρου, ενώ τον ρόλο του τίτλου ερμηνεύουν η ιταλίδα ντίβα Ντανιέλα Ντεσί – η οποία έχει διαγράψει λαμπρή διεθνή διαδρομή ως Τόσκα – και στη δεύτερη διανομή η αγαπητή στο ελληνικό κοινό σοπράνο Τσέλια Κοστέα. Στον ρόλο του Μάριο θα εμφανιστούν ο αμερικανός τενόρος Καρλ Τάνερ και ο Χιλιανός Τζιανκάρλο Μονσάλβε (β’ διανομή). Ο γεωργιανός βαρύτονος Λάντο Ατανέλι, ένας από τους δημοφιλέστερους ερμηνευτές του Πουτσίνι, και ο συμπατριώτης του Γκεόργκε Γκαγκνίτζε, ο οποίος ερμήνευσε προσφάτως τον ρόλο στη Μητροπολιτική Οπερα της Νέας Υόρκης, θα ερμηνεύσουν σε διπλή διανομή τον βαρόνο Σκάρπια. Τους υπόλοιπους ρόλους ερμηνεύουν καταξιωμένοι έλληνες λυρικοί τραγουδιστές. Στις παραστάσεις συμμετέχει η Χορωδία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και η παιδική χορωδία Rosarte.

πότε και που:
Η «Τόσκα» θα παρουσιαστεί από την Εθνική Λυρική Σκηνή στις 26, 27, 28 και 29 Ιουλίου στο Ηρώδειο.
Ωρα έναρξης: 21.00. Προπώληση εισιτηρίων από τα ταμεία του θεάτρου Ολύμπια (Ακαδημίας 59-61) και του Φεστιβάλ Αθηνών (Πανεπιστημίου 39). www.nationalopera.gr.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk