Από απόσταση

Γυναικείες φιγούρες σπαρμένες μέσα στο ζεματιστό τοπίο, όπου δεν αντέχουν να επιβιώσουν παρά μόνο τα πιο σκληροτράχηλα φυτά και μια μικρή λίμνη να προσφέρει ελαφριά ανακούφιση στο χτυπημένο από τον ήλιο βλέμμα μας. Φοράνε όλες τους το ίδιο, πανομοιότυπο μπλε φόρεμα με φουρό. Μερικές βρίσκονται αμετάκλητα στημένες μπροστά από ένα μικρόφωνο, ενώ άλλες μας προσπερνάνε βιαστικά προς άγνωστη κατεύθυνση κάνοντας τα ξερόχορτα να τρίζουν.

Γυναικείες φιγούρες σπαρμένες μέσα στο ζεματιστό τοπίο, όπου δεν αντέχουν να επιβιώσουν παρά μόνο τα πιο σκληροτράχηλα φυτά και μια μικρή λίμνη να προσφέρει ελαφριά ανακούφιση στο χτυπημένο από τον ήλιο βλέμμα μας. Φοράνε όλες τους το ίδιο, πανομοιότυπο μπλε φόρεμα με φουρό. Μερικές βρίσκονται αμετάκλητα στημένες μπροστά από ένα μικρόφωνο, ενώ άλλες μας προσπερνάνε βιαστικά προς άγνωστη κατεύθυνση κάνοντας τα ξερόχορτα να τρίζουν. Προτού φτάσουμε στη λίμνη – ποιος το ήξερε ότι αυτός ο μικρός βιότοπος κρυβόταν πίσω από τα κτίρια του Φεστιβάλ στην Πειραιώς – έχουμε ήδη αρχίσει να ακούμε τις φωνές τους από τα μεγάφωνα. Πρώτα η φωνή, μετά το σώμα – φαντάζομαι κάπως έτσι ήταν το σκεπτικό.
«Ενας άνθρωπος είναι πολύς για τον άνθρωπο. Δεν υπάρχει θεός που να δίνει όσο ο άνθρωπος. Το περισσότερο είναι όσο δίνει ένας άνθρωπος σ’ έναν άλλο άνθρωπο»: ο μονόλογος της κόμησσας Λίβιας Σερπιέρι αιωρείται μέσα στην καυτή ατμόσφαιρα, θραύσματα φράσεων φτάνουν στ’ αφτιά μας, «δεν ήμουν άξια να αγαπηθώ απ’ αυτόν… τον έχασα όταν κατάλαβα πως δεν με είχε αγαπήσει».
Δύο μεγάλες ουρές ανθρώπων, η μία ανδρική, η άλλη γυναικεία, τυλίγονται σαν φίδια στα μονοπάτια και ολοκληρώνουν τη διαδρομή για να επιστρέψουν στο καταφύγιο του θεατρικού χώρου όπου εκτυλίσσεται το δεύτερο μέρος της παράστασης. Επειτα από μερικά λεπτά εισέρχεται στην αίθουσα η κόμησσα Λίβια Σερπιέρι, για την ακρίβεια αυτή και οι είκοσι κλώνοι της, όλες κόμησσες, λουσμένες στον ιδρώτα, και παίρνουν σιγά-σιγά τη θέση τους στον σκηνικό χώρο. Η μία ξαπλώνει σε έναν ξεπεσμένης αρχοντιάς καναπέ, η άλλη ανεβαίνει τα σκαλιά και ξαποσταίνει μπροστά από τα τεράστια παράθυρα με θέα το προαύλιο, ενώ οι υπόλοιπες, ανάλογα με τις οδηγίες που έχουν λάβει, κάθονται στις ξεφτισμένες καρέκλες ή στέκονται.
Συνεχίζουν να μιλάνε – το κείμενο μοιρασμένο σε πέντε βασικές φωνές με τις υπόλοιπες δεκαπέντε να βγάζουν ενίοτε επιφωνήματα ή να φωνάζουν «Γκαριμπάλντι» – και πότε-πότε τρέχουν αλαφιασμένες με τα φουρό τους να θροΐζουν. Στιγμιαία σωριάζονται στο πάτωμα ακόμη και στα βρεγμένα σημεία. «Γιατί ο έρωτας δεν μας λυπάται; Τι είναι ο έρωτας; Γιατί να μην είμαστε αλύπητοι με τον έρωτα; Γιατί να μην τον ρίξω κάτω εγώ όπως μ’ έχει ρίξει αυτός;» αναρωτιέται μία από τις μπλε γυναίκες.
Μιλάνε γρήγορα, με λεπτές φωνές, σαν την ηχώ της σκέψης τους. Προς το τέλος, τα φώτα χαμηλώνουν και οι γυναίκες αρχίζουν να ανεβαίνουν τα σκαλιά, βγάζοντας τα φορέματά τους. Ο ήλιος δύει και τα καλοσχηματισμένα ημίγυμνα σώματα διαγράφονται αχνά σε παγωμένες πόζες. Είναι μια πραγματικά όμορφη εικόνα. Και δεν είναι η πρώτη: οι ωραίες εικόνες περισσεύουν σε αυτή την παράσταση. Κάτι ο γενναιόδωρος χώρος, κάτι τα δέντρα έξω από τα παράθυρα, κάτι ο πολυέλαιος, κάτι οι νεαρές γυναίκες, ντυμένες ή γυμνές, ο αγώνας για τη νίκη των εντυπώσεων είναι αποφασισμένος – έως και σικέ, θα μπορούσε να πει κανείς. Το μάτι χορταίνει αλλά η νόηση και το συναίσθημα παραμένουν πεινασμένα, δυσφορούν. Η χαρά του φωτογράφου δεν συνεπάγεται τη χαρά του θεατή, ο οποίος δεν αντέχει να περάσει δύο ώρες μόνο με αυτή τη συσσώρευση καλαίσθητων tableaux vivants – κι ας ακούει κλασική μουσική ζωντανά στο πιάνο.
Σαν τον εραστή που ηδονίζεται με τη θέα ενός καλλίγραμμου σώματος αλλά αδιαφορεί ή αρνείται να προχωρήσει στην ίδια την ερωτική πράξη, ο σκηνοθέτης αρκείται στο να καμαρώνει για αυτό το εστέτ φωτογραφικό άλμπουμ που δημιούργησε. Ο έρωτας όμως – γιατί αυτός υποτίθεται πως είναι το θέμα μας – δεν είναι οφθαλμόλουτρο. Η ουσία του είναι ο Αλλος: αυτόν θέλεις να πιάσεις, αυτόν θέλεις να κατασπαράξεις. Και ο Αλλος αφήνει εδώ τον σκηνοθέτη παγερά αδιάφορο. Ακολουθώντας τη γραμμή του κειμένου – γεμάτου τσιτάτα και κλισέ περί έρωτος με εξαίρεση τον μονόλογο για «την ψωλή που έχεις μέσα στο κεφάλι σου» – ο Μαρμαρινός εξαντλείται σε μια ανούσια «συνθηματολογία»: χωρίζει τους άνδρες από τις γυναίκες ή κατεβάζει άνδρες θεατές στη σκηνή και τους καθίζει σε μια καρέκλα, ή εμφανίζεται τέλος ο ίδιος σαν μαέστρος για να μας δείξει το αυτονόητο: ότι αντιμετώπισε τις ηθοποιούς του σαν χορωδία. Μίζερα πυροτεχνήματα όπως αυτά που έσκασαν πάνω από το κεφάλι μας όταν προχωρούσαμε προς τη λίμνη.
Ο σκηνοθέτης δήλωσε σε πρόσφατη συνέντευξή του ότι θεωρεί τον εαυτό του «λίγο αριστοκράτη», όχι με την ταξική έννοια αλλά επειδή του αρέσει «το άριστον». Και είναι προφανές πώς το εννοεί: με τις ηθοποιούς ως διακοσμητικές φιγούρες, λίγο κλασική μουσική, μια αναφορά στον Βισκόντι, λίγα ιταλικά, ένα περισπούδαστο κέλυφος χωρίς καθόλου ψαχνό. Αν ο έρωτας είναι επαφή – να κλονίζεσαι διαρκώς προσπαθώντας να αγγίξεις τον άλλο – εδώ υπάρχει απόσταση, απομόνωση, αφ’ υψηλού ή μακρόθεν παρατήρηση, αναπηρία του συναισθήματος που δεν μπορεί να αναπνεύσει μέσα σε αυτή την άψυχη, αστραφτερή φόρμα. Η σύνδεση με τον θεατή – η προσπάθεια του σκηνοθέτη να θυσιάσει κάτι από τη δική του ευχαρίστηση για να δώσει στον άλλο – δεν τον έχει απασχολήσει καθόλου, είναι προφανές. Οπως έγραφε ο Ντεμπόρ για το θέαμα, αυτή η παράσταση κάνει διάλογο μόνο με τον εαυτό της. Δεν διψάει να κοινωνηθεί αλλά μένει απερίσπαστη να αυτοθαυμάζεται.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk