Τι θα συμβούλευε ο Ρούζβελτ τον Σαμαρά;

«Δεσμεύομαι για ένα New Deal, μια νέα συμφωνία με τον αμερικανικό λαό». Οταν στις 2 Ιουλίου του 1932 ο Φράνκλιν Ρούζβελτ αποδεχόταν με τη φράση αυτή το χρίσμα του Δημοκρατικού Κόμματος για τις προεδρικές εκλογές εκείνης της χρονιάς, οι ΗΠΑ βρίσκονταν στη δίνη της χειρότερης οικονομικής κρίσης στα παγκόσμια χρονικά. Με αφετηρία την κατάρρευση του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης τη «Μαύρη Δευτέρα» της 28ης Οκτωβρίου του 1929, η βιομηχανική παραγωγή της χώρας είχε πέσει κατά 30%, οι τιμές κατά 20%, η ανεργία είχε ανέλθει από το 4% στο 25% και το 40% των τραπεζών είχε χρεοκοπήσει. Στις πόλεις πρωτοφανείς ουρές ανέργων συνωστίζονταν σε συσσίτια, στην ύπαιθρο οικογένειες μετανάστευαν μαζικά από Πολιτεία σε Πολιτεία, σε απέλπιδα αναζήτηση εποχικής εργασίας, και η εμπιστοσύνη στις δημοκρατικές διαδικασίες είχε καταβαραθρωθεί σε τέτοια επίπεδα ώστε ο κορυφαίος πολιτικός αναλυτής Γουόλτερ Λίπμαν να προειδοποιεί τον Ρούζβελτ μετά την εκλογή του ότι μπορεί να μην είχε άλλη εναλλακτική λύση από το να περιβληθεί με δικτατορικές εξουσίες. Το 1937, στις αρχές της δεύτερης θητείας του, και ενώ στην Ευρώπη ο φασισμός έμοιαζε να έχει τις απαντήσεις στην κρίση που δεν έβρισκαν οι Δημοκρατίες, ο Ρούζβελτ είχε πετύχει την καθιέρωση κατώτατου μισθού και ανώτατου ορίου ωρών εργασίας, τη θεσμοθέτηση συντάξεων γήρατος, τη μείωση της ανεργίας στο 14%, τη δημιουργία 8,5 εκατομμυρίων θέσεων εργασίας. Τι έκανε το New Deal τόσο θεαματικά αποτελεσματικό;

Ο Χένρι Γουίλιαμ Μπραντς, καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Τέξας και συγγραφέας μιας πρόσφατης βιογραφίας του προέδρου Ρούζβελτ με τίτλο «Traitor to his Class. The Privileged Life and Radical Presidency of Franklin Delano Roosevelt» (εκδ. Doubleday), είναι σαφής όταν του απευθύνω την ερώτηση για τον θεμελιώδη χαρακτήρα του New Deal: Στο επίκεντρό του ήταν η πολιτική πράξη. «Το κραχ, η Μεγάλη Υφεση, επέβαλε νέες προσεγγίσεις στη διακυβέρνηση. Η κυβέρνηση χρειαζόταν να δράσει άμεσα και αυτό ακριβώς έκανε ο Ρούζβελτ».

Είναι η πολιτική, ανόητε

Πράγματι, το New Deal υπήρξε ουσιαστικά απότοκος της συνειδητοποίησης του γεγονότος ότι η αντιμετώπιση του κραχ με τα τεχνικά, οικονομικά εργαλεία της τότε ορθόδοξης αντίληψης περί οικονομίας είχε φθάσει στα όριά της. Οι υπέρμαχοι της κλασικής φιλελεύθερης θεωρίας της εποχής, που ορκίζονταν στο όνομα της αυτορρύθμισης των αγορών στις παραμονές του 1933, κατέφευγαν πια σε σπασμωδικές κινήσεις, όπως οι αναγκαστικές αργίες των αμερικανικών τραπεζών και η ετήσια αναστολή πληρωμής χρεών μεταξύ των μεγάλων χωρών. Καθώς παρόμοια μέτρα έμοιαζαν περισσότερο με οικονομικούς επιδέσμους παρά με συνεκτική θεραπεία βασισμένη σε ορθή διάγνωση της ασθένειας, γινόταν φανερό ότι το πρόβλημα αφορούσε πλέον τους πολιτικούς όρους λήψης αποφάσεων.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Ρούζβελτ δεν ζήτησε εντολή διακυβέρνησης με βάση ένα άρτιο, επιμελώς διατυπωμένο οικονομικό πρόγραμμα, επεδίωξε την οικοδόμηση μιας κοινωνικής συμμαχίας που θα του εξασφάλιζε ελευθερία κινήσεων: «Η ευελιξία», επιβεβαιώνει ο Χένρι Μπραντς, «ήταν το μυστικό της επιτυχίας του· η ευελιξία και οι ευρείες πλειοψηφίες των Δημοκρατικών στο Κογκρέσο». Οι αντίπαλοι του Ρούζβελτ δεν είχαν αντιληφθεί ότι η κρίση είχε αλλάξει άρδην και αιφνιδιαστικά τις κοινωνικές σταθερές. Το ακροατήριο ζητούσε έναν νέο οδικό χάρτη, εκείνοι πρόσφεραν τον παλιό με μια-δυο διορθώσεις. Με όρους προσωπικοτήτων, όπως σκιαγραφεί ο Μπραντς την προγραμματική αντίθεση μεταξύ Ρεπουμπλικανών και Δημοκρατικών στις προεδρικές εκλογές του 1932, «ο Χέρμπερτ Χούβερ ήταν ένας τεχνοκράτης, ένας καλός μάνατζερ. Ο Ρούζβελτ, όμως, ήταν ηγέτης. Μια χαρισματική προσωπικότητα που έπεισε τον λαό ότι με συλλογική προσπάθεια η κατάσταση θα βελτιωνόταν».

Το σκεπτικό του Ρούζβελτ στην προσέγγιση του προβλήματος συνοψίζεται σε ένα απόσπασμα από λόγο της προεκλογικής του εκστρατείας τον Μάιο του 1932: «Η κοινή λογική υποδεικνύει να επιλέξεις μια μέθοδο και να τη δοκιμάσεις. Αν αποτύχει, παραδέξου το με ειλικρίνεια και δοκίμασε κάτι άλλο. Πάνω από όλα, όμως, δοκίμασε κάτι». Το New Deal ήταν ακριβώς αυτό το «κάτι», ένα τέκνο της στιγμής, μια άσκηση δοκιμής και πλάνης χωρίς ιδεολογικές αγκυλώσεις: η ομάδα των συμβούλων του αμερικανού προέδρου (το λεγόμενο «Brain Trust») αναζήτησε την έμπνευσή της σε μια ποικιλία επιρροών, από την αντιμονοπωλιακή παράδοση πολιτικών του 19ου αιώνα, όπως οι Τόμας Τζέφερσον και Αντριου Τζάκσον, ως τις σοσιαλιστικές ιδέες που εκπορεύονταν από την Ευρώπη. Ο Χένρι Μπραντς τονίζει εμφατικά τη σημασία της συγκεκριμένης διάστασης: «Το New Deal ήταν όντως πραγματιστικό και αυτό ακριβώς το στοιχείο ελάττωσε τον σκεπτικισμό απέναντί του. Αν ο Φράνκλιν Ρούζβελτ είχε λειτουργήσει με αυστηρά ιδεολογικό τρόπο, το εγχείρημά του θα είχε σημειώσει πολύ μικρότερη επιτυχία».

Αντιστάσεις και συγκρούσεις

Αρκετοί, ωστόσο, είναι εκείνοι που δεν θα συμφωνούσαν με την κατηγορηματική διαβεβαίωση του Μπραντς ότι «το New Deal σάρωσε τα πάντα στο πέρασμά του γιατί η παλαιά τάξη πραγμάτων είχε χάσει κάθε αξιοπιστία εξαιτίας της Μεγάλης Υφεσης, οι επικριτές του ήταν ελάχιστοι αριθμητικά και με μέτρια επιρροή». Οι αντιστάσεις υπήρξαν πολλαπλές: πρώιμοι οπαδοί του μακαρθισμού βάφτιζαν το πρόγραμμα «κομμουνιστικό» προσάγοντας σε δίκες στελέχη του, κλασικοί Φιλελεύθεροι το αποποιούνταν ως «φασιστικό», μικροεπιχειρηματίες το αντιμάχονταν θεωρώντας το νεκροθάφτη του ελεύθερου ανταγωνισμού, μεγαλοβιομήχανοι το υπονόμευαν αφ’ ης στιγμής η οικονομία σταθεροποιήθηκε. Το ίδιο είχε ατυχίες, αστοχίες και ατέλειες. Η ύφεση επέστρεψε το 1937-1938, συμβάν που εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αντιλεγόμενο, διά του οποίου ως σήμερα τόσο αμετανόητοι οπαδοί της αυτορρυθμιζόμενης αγοράς, όπως η Αμιτι Σλάις, όσο και επιφανείς κεϊνσιανοί, όπως ο Ρόμπερτ Σκιντέλσκι, επικρίνουν την εφαρμογή του New Deal. Για τη συγγραφέα του «The Forgotten Man» (εκδ. HarperCollins), μιας αναθεωρητικής ιστορίας της Μεγάλης Υφεσης του 1929, η παρεμβατική πολιτική του Ρούζβελτ επιδείνωσε την κατάσταση παραγκωνίζοντας την ιδιωτική πρωτοβουλία (η οποία θα οδηγούσε εν καιρώ σε υγιέστερη ανάκαμψη) και δαιμονοποιώντας τους φορείς της. Για τον κορυφαίο οικονομικό ιστορικό, όπως ο ίδιος σημειώνει στην πρόσφατη βιογραφία του «Keynes. The Return of the Master» (εκδ. Allen Lane), η μεταρρυθμιστική όψη του New Deal επικάλυψε την ανορθωτική, με αποτέλεσμα οι κρατικές δαπάνες να μην ανέλθουν ποτέ στα απαιτούμενα για την ανάκαμψη επίπεδα και η οικονομία να καταρρεύσει εκ νέου.

Αυτό που οπωσδήποτε αναδεικνύουν τα παραπάνω είναι το σκηνικό της τεράστιας πολιτικής αντιπαράθεσης στο πλαίσιο της οποίας εξελίχθηκε το New Deal. Η ωμή γλώσσα της περιόδου συχνά πρόσφερε ρητορικές εξάρσεις ως αντίβαρο στις αδυναμίες της πολιτικής πράξης ή καλλιεργούσε την πόλωση ελλείψει ικανοποιητικών αντεπιχειρημάτων. Από τη μία πλευρά ο Ρούζβελτ ήταν ο «προδότης της τάξης του, ο άνθρωπος που είχε εγκαταλείψει τις αριστοκρατικές καταβολές του προκειμένου να συνταχθεί με τον καθημερινό άνθρωπο» σημειώνει ο Μπραντς. Από την άλλη, ο υπουργός Εσωτερικών Χάρολντ Ικις κατήγγελλε τον αυτοκινητοβιομήχανο Χένρι Φορντ και τους μεγιστάνες των «εξήντα οικογενειών» που αποτελούσαν το «επίκεντρο της σύγχρονης βιομηχανικής ολιγαρχίας που κατακυριεύει τις ΗΠΑ», και η οποία αν παρέμενε ανεξέλεγκτη θα οδηγούσε σε μια «φασιστική Αμερική των μεγάλων επιχειρήσεων, μια Αμερική υπόδουλη».

Ενα ελληνικό New Deal»;

Οι λέξεις, όπως και οι περιστάσεις, δεν έχουν πολλά να ζηλέψουν από το σήμερα. Αν λοιπόν ο όρος New Deal επανέρχεται πεισματικά στον ευρωπαϊκό δημόσιο λόγο τους τελευταίους μήνες, αυτό δεν είναι τυχαίο. Η κρίση χρέους της ευρωζώνης έχει αποδείξει, για δεύτερη φορά μετά την πτώση της Lehman Brothers, ότι η θεωρία των «αποτελεσματικών αγορών» (effective markets) δεν αντέχει στη βάσανο της πράξης – και οι όμορφες συνταγές λιτότητας όμορφα καίγονται, συμπαρασύροντας μαζί τους θεσμικές λειτουργίες, πολιτικά συστήματα, κοινωνικές τάξεις. Ο αρθρογράφος Αντι Ρόμπινσον, έπειτα από μια αποστολή στην Ελλάδα και στην Ιρλανδία του μνημονίου, είχε διατυπώσει από τον περασμένο Νοέμβριο στο αμερικανικό περιοδικό «The Nation» το επιχείρημά του «Γιατί η Ευρώπη χρειάζεται ένα New Deal». Με έναν παρόμοιο τίτλο χαιρέτησε ο Ερίκ Ισραελεβίτς του «Le Monde» την εκλογή του Φρανσουά Ολάντ στην προεδρία της Γαλλίας μετά τις εκλογές της 6ης Μαΐου. «Ευρωπαϊκό New Deal» ήταν, τέλος, ο τρόπος με τον οποίο περιέγραψε το αμερικανικό κανάλι CNBC τη συμφωνία μεταξύ των ηγετών της ΕΕ στη σύνοδο των Βρυξελλών της 27ης Ιουνίου.

Αναβιώνοντας έναν όρο του παρελθόντος, η διεθνής κοινή γνώμη προφανώς και δεν επιζητεί τη δουλική αντιγραφή πολιτικών προγραμμάτων ηλικίας 80 ετών. Αναζητεί την εικόνα μιας ηγεσίας που θα τολμά να σκεφτεί διαφορετικά, πέρα από τα αυστηρά οικονομικά δεδομένα, εκτός της στεγνής αριθμητικής ελλειμμάτων και πλεονασμάτων. Για τον Χένρι Μπραντς, «η εμπειρία του Φράνκλιν Ρούζβελτ αποδεικνύει την ικανότητα της χαρισματικής ηγεσίας σε περιόδους κρίσης. Κανένας σήμερα στην Ευρώπη ή στην Αμερική δεν διαθέτει το στυλ του Ρούζβελτ. Είναι αλήθεια, βέβαια, ότι δεν υπάρχει μια ευθεία γραμμή που να συνδέει το τότε και το τώρα. Η αμερικανική οικονομία παραμένει η ισχυρότερη στον κόσμο, η κυβέρνηση των ΗΠΑ, όμως, στηρίζεται στον ξένο δανεισμό για να διατηρεί τη ρευστότητά της, επομένως ο αμερικανός πρόεδρος σήμερα δεν διαθέτει την ελευθερία κινήσεων του Ρούζβελτ. Οι ευρωπαίοι ηγέτες, από την πλευρά τους, έχουν να αντιμετωπίσουν διχασμένα εκλογικά σώματα και τους περιορισμούς της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Κάθε γενιά έχει τα δικά της ιδιαίτερα προβλήματα και πρέπει να βρει τις δικές της συγκεκριμένες λύσεις. Οι εμπνευσμένοι ηγέτες, όμως, πάντοτε διευρύνουν τα όρια του φαινομενικά δυνατού». Η επιστροφή στο New Deal προκύπτει γιατί, όπως στο σύνθημα του Μάη του ’68, o ρεαλισμός προϋποθέτει αρχικά την αναζήτηση φαινομενικά του αδύνατου. l

ΤΟ «ΜΑΘΗΜΑ» ΤΟΥ ΡΟΥΖΒΕΛΤ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Είναι συγκρίσιμες οι συνέπειες της Μεγάλης Υφεσης στις ΗΠΑ με την ελληνική κρίση χρέους; Οικονομικά μιλώντας, οι στατιστικοί πίνακες υπολογίζονται με διαφορετικό τρόπο πλέον, ωστόσο κάποιες τιμές είναι ενδεικτικές. Το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν των Ηνωμένων Πολιτειών, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, υποχώρησε κατά 33 μονάδες μεταξύ 1929 και 1933, ενώ η ανεργία άγγιξε το 25%. Τα αναθεωρημένα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής υπολογίζουν την πτώση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος την τριετία 2008-2011 στο 13,6% (ποσοστό στο οποίο οφείλουν να προστεθούν προσωρινοί υπολογισμοί από άλλες πηγές – Ευρωπαϊκή Ενωση, ΚΕΠΕ – που εκτιμούν την ύφεση του 2012 μεταξύ 4,7% και 6,7%, ανεβάζοντας τη συνολική μείωση στο 18%-20%) και τον δείκτη της ανεργίας στο 22% για το πρώτο τρίμηνο του έτους. Με πολιτικούς όρους, οι εκλογές που ανέδειξαν στην εξουσία τον Ρούζβελτ το 1932 σήμαναν τη σύμπηξη μιας νέας συμμαχίας των μέσων στρωμάτων, της λευκής εργατικής τάξης, των συνδικάτων, των μειονοτήτων και των προοδευτικών διανοουμένων που έστρεψε το Δημοκρατικό Κόμμα προς τα Aριστερά και κατέστησε τους liberals κυρίαρχους του πολιτικού παιχνιδιού ως το 1968.

Στην Ελλάδα, οι τεκτονικές μετατοπίσεις των εκλογών του 2012 υποδεικνύουν προς το παρόν τη διάθεση του πολιτικού σώματος να αναμορφώσει ριζικά το σκηνικό της Μεταπολίτευσης με μεγάλο κερδισμένο τον ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς όμως ταυτόχρονα να αναδείξουν μια κυρίαρχη δύναμη διακυβέρνησης. Η εκλογική απήχηση του New Deal όμως, ήταν καρπός ενός μείγματος πολιτικών πειραματισμών: η περικοπή των ετήσιων δαπανών διακυβέρνησης κατά 500 εκατ. δολάρια συμβάδιζε με την ανάληψη μεγάλης έκτασης δημόσιων έργων, η τραπεζική μεταρρύθμιση συνοδεύτηκε από δανειακές διευκολύνσεις για την απόκτηση κατοικίας προς τόνωση του οικοδομικού τομέα, η ανάκαμψη του αγροτικού εισοδήματος επιδιώχθηκε μέσω προγραμμάτων εγγειοβελτιώσεων. Με βάση τα παραπάνω, το ερώτημα που θα έθετε απέναντι στην ελληνική πολιτική τάξη θα ήταν αν προτίθεται να αμφισβητήσει την παραδεδομένη σοφία, αναζητώντας κάτι πιο ευρηματικό από τον τυφλοσούρτη μιας ξεπερασμένης οικονομικής σχολής.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
BHMAgazino
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk