Οι πολυεθνικές ετοιμάζονται για τα χειρότερα

Τα τελευταία δύο χρόνια τα κορυφαία στελέχη των πολυεθνικών ομίλων που δραστηριοποιούνται στην ελληνική αγορά «είναι στα κάγκελα». Η φιλολογία, που αργότερα έγινε φημολογία και προσφάτως μετατράπηκε σε απειλή, σύμφωνα με την οποία είναι πιθανή η έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ, τους προκαλεί πανικό. Οι πιo ακριβοπληρωμένοι μάνατζερ της ελληνικής αγοράς μαζί με τους οικονομικούς τους διευθυντές σχεδιάζουν ξανά και ξανά τις πιθανές κινήσεις που θα τους επιτρέψουν να καταγράψουν τις μικρότερες απώλειες από τις ενδεχόμενες καταστρεπτικές εξελίξεις.

Τα τελευταία δύο χρόνια τα κορυφαία στελέχη των πολυεθνικών ομίλων που δραστηριοποιούνται στην ελληνική αγορά «είναι στα κάγκελα». Η φιλολογία, που αργότερα έγινε φημολογία και προσφάτως μετατράπηκε σε απειλή, σύμφωνα με την οποία είναι πιθανή η έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ, τους προκαλεί πανικό. Οι πιo ακριβοπληρωμένοι μάνατζερ της ελληνικής αγοράς μαζί με τους οικονομικούς τους διευθυντές σχεδιάζουν ξανά και ξανά τις πιθανές κινήσεις που θα τους επιτρέψουν να καταγράψουν τις μικρότερες απώλειες από τις ενδεχόμενες καταστρεπτικές εξελίξεις. Το πιo σημαντικό στοιχείο στην προκειμένη περίπτωση είναι η άγνοια που επικρατεί, αφού δεν υπάρχει αντίστοιχη διεθνής εμπειρία – η αποχώρηση μιας χώρας από ένα κοινό νόμισμα σε ένα τοπικό. Και παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον το γεγονός ότι τον πρώτο λόγο για το πώς θα συμπεριφερθούν σε «έκτακτες συνθήκες» οι θυγατρικές τον έχει το επιτόπιο μάνατζμεντ – τους έχει εκχωρηθεί μεγάλη ελευθερία κινήσεων από τους προϊσταμένους τους στο κέντρο. Ισως να πρόκειται για την «καυτή πατάτα» που δεν θέλουν να κάψει τα δικά τους χέρια. Ισως…

Πιστώσεις τεσσάρων μηνών

Οπως αναφέρουν πηγές της αγοράς, οι σχεδιασμοί γίνονται κατ’ αρχήν με βάση διάφορες εκδοχές της πιθανής ισοτιμίας κι αντιστοίχως πιθανολογούν για τα μεγέθη των τιμών των προϊόντων τους, την κερδοφορία τους, το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων και κυρίως τι πρόκειται να συμβεί με τις πιστώσεις τους προς την αγορά. Σήμερα ο μέσος όρος των πιστώσεων του λιανεμπορίου προς τις πολυεθνικές εταιρείες είναι περίπου τέσσερις μήνες.
Αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι περίπου το 65% των πωλήσεων μιας αλυσίδας σουπερμάρκετ αφορά προϊόντα πολυεθνικών ομίλων, γίνεται κατανοητό το μέγεθος των οφειλών του λιανεμπορίου προς τους πολυεθνικούς ομίλους. Τι τους χρωστάει η αγορά, πότε θα τα πάρουν, θα τα πάρουν όλα και με ποιον τρόπο – αν υπάρχει – μπορούν να διασφαλιστούν αυτά τα κεφάλαια; Ολοι οι ενδιαφερόμενοι φοβούνται πως στην περίπτωση που συμβεί το απευκταίο, το «κούρεμα» των οφειλών είναι το σενάριο που συγκεντρώνει τις μεγαλύτερες πιθανότητες. Παράλληλα όμως δεν μπορούν να κάνουν την οποιαδήποτε κίνηση για να περιορίσουν το ύψος των πιστώσεων – το μόνο ίσως που έχουν τη δυνατότητα να κάνουν είναι να μην αυξήσουν την έκθεσή τους, δηλαδή να μην επιμηκυνθεί ο χρόνος αποπληρωμής τους από τις αλυσίδες των σουπερμάρκετ.

Οι τιμές «απογειώνονται»
Το άλλο θέμα είναι οι τιμές. Σε μια αγορά που θα έχει χρεοκοπήσει και που τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας έχουν την πιο δυναμική παρουσία, σε τι τιμές είναι δυνατόν να πωλούνται επώνυμα προϊόντα; Και ποια θα είναι η αγορά των επώνυμων προϊόντων; Τι θα έχει απομείνει; Το επίπεδο των τιμών θα είναι συμφέρον για να διατηρεί ο πολυεθνικός όμιλος θυγατρική εταιρεία στην ελληνική αγορά ή ακόμη και τις ίδιες κατηγορίες προϊόντων; Τα ερωτήματα αυτά προφανώς έχουν έναν «υπαρξιακό» χαρακτήρα κι ως τέτοια βρίσκονται στο επίκεντρο των εξεταζόμενων σεναρίων. Και η απάντησή τους προκαλεί ισχυρές ανησυχίες κι ορισμένες φορές πανικό. Μάλιστα αξίζει να σημειωθεί ότι «πιο φοβισμένες είναι οι ευρωπαϊκές πολυεθνικές παρά οι αμερικανικές» επισημαίνουν.

Φθηνότερα προϊόντα
Οι ίδιες πηγές συνομιλώντας με «Το Βήμα» εξηγούσαν ότι οι περισσότεροι μεγάλοι πολυεθνικοί όμιλοι διαθέτουν – στις κατηγορίες των μη τροφίμων – την ίδια επωνυμία προϊόντων, αλλά με διαφορετική ποιότητα. Η ποιότητα στην προκειμένη περίπτωση είναι αντίστοιχη της τιμής. Ετσι ένα απορρυπαντικό π.χ. της ίδιας μάρκας έχει διαφορετική τιμή όταν πωλείται στην Ελλάδα και διαφορετική όταν πωλείται στη Ρουμανία – στη δεύτερη περίπτωση είναι σημαντικά φθηνότερο του πρώτου, αλλά η ποιότητα του ενός είναι σημαντικά διαφοροποιημένη από την ποιότητα του άλλου.
Δεν αποκλείεται λοιπόν κατά τους ίδιους, εφόσον η κατάσταση επιδεινωθεί με τους όρους που προαναφέρθηκαν, αρκετά προϊόντα να διατηρηθούν με την ίδια επωνυμία στην αγορά, αλλά οι τιμές τους να μειωθούν από 20% ως και 40%. Το «μυστικό» σ’ αυτή την περίπτωση αφορά το σε ποιο εργοστάσιο της μητρικής πολυεθνικής γίνεται η παραγωγή – σίγουρα όχι στη Γερμανία όπως ίσως συμβαίνει σήμερα -, στη Ρωσία, την Κίνα ή σε άλλη φθηνού εργατικού κόστους χώρα. Αυτά μπορούν να συμβούν στις περιπτώσεις εκείνες που υπάρχουν φθηνότερα προϊόντα της ίδιας μάρκας, στις περιπτώσεις που δεν υπάρχουν και δεν είναι δυνατόν η τιμή τους – κατά την πολυεθνική – να μειωθεί κάτω από ένα ορισμένο επίπεδο, δεν αποκλείεται και να σταματήσουν τα προϊόντα αυτά να κυκλοφορούν στην ελληνική αγορά. Και φυσικά στις κατηγορίες των τροφίμων, όπου εκεί το θέμα της ποιότητας είναι ανελαστικό δεδομένο.

Το καταστροφικό σενάριο
Η αλλαγή προϊόντων με άλλα χαμηλότερης ποιότητας θα είναι ίσως η εφαρμογή του πιο ήπιου «σεναρίου καταστροφής». Υπάρχουν όμως και τα χειρότερα, τα οποία με μια ορισμένη ιστορική αναλογία συνιστούν «επιστροφή» στις δεκαετίας του 1960 και του 1970. Συγκεκριμένα το ακραίο σενάριο που συζητείται μεταξύ των κεντρικών στελεχών ορισμένων πολυεθνικών ομίλων και του εγχώριου μάνατζμεντ αφορά την αποχώρηση των θυγατρικών τους εταιρειών από την ελληνική αγορά.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Οικονομία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk