Δεν θέλουμε την Αριστερά των υποσχέσεων (ή άλλο Ανδρέα Παπανδρέου)

Η ελληνική κοινωνία είναι ακρωτηριασμένη -ιδιαίτερα οι φτωχοί και τα μεσαία στρώματα- λόγω της άγριας οικονομικής πολιτικής που ασκήθηκε την τελευταία διετία. Και ψάχνει αγωνιωδώς μια ουτοπία για να ξεφύγει από τη διαφθορά της μεταπολίτευσης (την οποία μας θύμισε οικτρά αυτές τις τελευταίες ημέρες η υπόθεση Τσοχατζόπουλου). Όμως δεν θέλουμε άλλους ιδεολογικούς και πολιτισμικούς αντιγραφείς του Ανδρέα Παπανδρέου , που συνέβαλε μεν σημαντικά στην εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία, αλλά ταυτόχρονα μας βούλιαξε στην εικονικότητα με την πληθώρα των ανεκπλήρωτων υποσχέσεων που έδωσε

Δεν θέλουμε την Αριστερά των υποσχέσεων (ή άλλο Ανδρέα Παπανδρέου) | tovima.gr

Η ελληνική κοινωνία είναι ακρωτηριασμένη -ιδιαίτερα οι φτωχοί και τα μεσαία στρώματα- λόγω της άγριας οικονομικής πολιτικής που ασκήθηκε την τελευταία διετία.

Και ψάχνει αγωνιωδώς μια ουτοπία για να ξεφύγει από τη διαφθορά της μεταπολίτευσης (την οποία μας θύμισε οικτρά αυτές τις τελευταίες ημέρες η υπόθεση Τσοχατζόπουλου).

Όμως δεν θέλουμε άλλους ιδεολογικούς και πολιτισμικούς αντιγραφείς του Ανδρέα Παπανδρέου , που συνέβαλε μεν σημαντικά στην εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία, αλλά ταυτόχρονα μας βούλιαξε στην εικονικότητα με την πληθώρα των ανεκπλήρωτων υποσχέσεων που έδωσε.

Και φοβάμαι, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ και ο αρχηγός του αντιγράφουν- συνειδητά ή ασυνείδητα- αυτό το μοντέλο της πολιτικής. Πολλές φορές , μάλιστα, η προτεινόμενη πολιτική στο πρόχειρο εκλογικό πρόγραμμα αυτού του χώρου δεν οδηγεί σε μια ιστορική πρόοδο, αλλά σε μια καθυστέρηση.

Τι εννοώ με όλες αυτές τις καταγραφές; Έτσι, καταρχήν, δεν θέλουμε μια Αριστερά η οποία εκκολάπτει τη συνείδηση της ανομίας. Και ο ΣΥΡΙΖΑ – μαζί με άλλες δυνάμεις- είχε τορπιλίσει (με τις καταλήψεις των πανεπιστημιακών σχολών) την εφαρμογή του νόμου για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, ο οποίος καλώς ή κακώς είχε ψηφιστεί από τη συντριπτική πλειοψηφία της ελληνικής Βουλής.

Σήμερα ο νόμος τούτος δεν έχει κηρυχθεί ακόμη αντισυνταγματικός (αλλά δεν εφαρμόζεται κιόλας, γιατί κάποιες κομματικές ελίτ είχαν αυτή την άποψη).

Και το ερώτημα είναι το εξής, που αφορά και την απεχθή κουλτούρα της (αξιόποινης) κατάληψης των δημοσίων κτιρίων: Επιθυμούμε να ζούμε σε ένα μοντέλο δυτικής Δημοκρατίας, όπου οι αντιθέσεις θα αποτελούν αντικείμενο των θεσμών και οι εντάσεις αντικείμενο των σταθεροποιητικών διαδικασιών;

Ή μήπως θέλουμε να ζούμε σε ένα καθεστώς ανομίας (ή «μεταπολιτικής»), όπου οι κομματικές νομενκλατούρες θα καθορίζουν τι είναι νόμιμο ή όχι;

Και αυτό το βιώσαμε οικτρά μετά το 1981 (ιδίως με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις των δύο ηγεμονικών κομμάτων του ΠαΣοΚ και της ΝΔ).

Άλλη ιστορική επανάληψη αυτού του φαινομένου, με την μορφή της φάρσας πια, (για να θυμηθούμε λίγο τον Μαρξ) δεν θέλουμε!

Επίσης , δεν θέλουμε μια Αριστερά της υπερβολής. Τι εννοώ; Πάλι στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ του 2012 προτείνεται η ελεύθερη πρόσβαση στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση (και προφανώς και η κατάργηση των Πανελληνίων εξετάσεων, που όντως «βασανίζουν» τα παιδιά και υποθάλπουν την παραπαιδεία).

Όμως αναρωτιέμαι: Οι συντάκτες αυτού του προγράμματος έχουν καμία σχέση με την πανεπιστημιακή πραγματικότητα; Και είναι δυνατό να μη γνωρίζουν, ότι ακόμη και σήμερα στις Νομικές Σχολές υπάρχουν τμήματα, όπου διδάσκονται μαθήματα με 150 ή 200 άτομα;

Και μήπως η σημερινή χρεοκοπημένη οικονομία μπορεί να απορροφήσει και άλλους γιατρούς ή νομικούς ( που ήδη μεταναστεύουν στη Γερμανία);

Άρα κάτι πρέπει να αλλάξει σε αυτό το επίπεδο, όχι όμως με αυτή την πρόχειρη μορφή, που προφανώς γίνεται για εμφανή ψηφοθηρία!

Και με την ίδια φιλοσοφία κινούνται και οι δεσμεύσεις της παραπάνω παράταξης για την οικονομία, όπου προτείνεται η απαράδεκτη ιστορική μετάβαση σε ένα παρωχημένο σοβιετικό μοντέλο οικονομίας με την κρατικοποίηση του ΟΣΕ, της ΔΕΗ κλπ.

Και, μάλιστα, όταν είναι γνωστό, ότι μεταπολιτευτικά το Δημόσιο ήταν το δομικό εργαλείο της διαφθοράς (με το διορισμό των διεφθαρμένων στελεχών, των οποίων το μόνο πλεονέκτημα απέναντι στους άλλους πολίτες ήταν η κομματική τους ταυτότητα).

Απέναντι σε αυτή τη κοσμοθεωρία, λέμε basta!

Όμως με όλα αυτά ο ΣΥΡΙΖΑ ενισχύει παράλληλα και μια καταναλωτική κουλτούρα, η οποία -μετά την είσοδο στο Ευρώ και λόγω της εύκολης πρόσβασης στα δάνεια- μας οδήγησε στην καταστροφή (Johan Overtveldt, «Το τέλος του Ευρώ»)!

Απέναντι σε αυτό το μειλίχιο τέρας του «καταναλωτο-κεντρικού» καπιταλισμού, η Αριστερά τούτη δεν λέει τίποτε και δυστυχώς θωπεύει τον πιο κακό μας εαυτό, υποσχόμενη κατ΄ουσία ότι κάποτε θα ξαναγυρίσουμε στις παλιές καλές μέρες.

Τέλος, δεν θα ήθελα να αναφερθώ στην επικίνδυνη ιδεολογική αμφισημία αυτού του χώρου απέναντι στο μνημόνιο και, μάλιστα, όταν εμφανώς πια καταστρώνονται εναλλακτικά σχέδια για μια Ευρώπη, χωρίς την παρουσία μας (The Crisis This Time).

Όλα τα ανωτέρω επισκιάζουν και τις θετικές προτάσεις της προκείμενης παράταξης, όπως το δημοψήφισμα, το οποίο αν γινόταν εγκαίρως από τον Παπανδρέου το 2009, θα έβαζε την ελληνική κοινωνία προ των ευθυνών της:

Αν θέλουμε , δηλαδή, να παραμείνουμε στην Ευρώπη –και μάλιστα τώρα που αλλάζει – ή εάν επιθυμούμε να μεταβούμε στο βαλκανικό χάος.

Ποιο είναι το συμπέρασμα; Δεν θέλουμε άλλους ιδεολογικούς αντιγραφείς του Ανδρέα Παπανδρέου .

Δεν θέλουμε άλλες εικονικές υποσχέσεις, που δεν πρόκειται να υλοποιηθούν!

Θέλουμε να παραμείνουμε στην Ευρώπη!

Και αυτή την απαίτηση δεν μπορεί κανείς θανάσιμα να τη υπονομεύσει!

*Ο κύριος Γρηγόρης Καλφέλης είναι καθηγητής της Νομικής Σχολής του Α.Π.Θ.

Kalfelis@law.auth.gr

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk