Εσείς, αγύµναστος;

Ηταν οι εποχές των παχιών αγελάδων, τότε που όλες σχεδόν οι Ελληνίδες αγόραζαν δύο ή και τρία µπανιερά κάθε Ιούνιο και όλοι σχεδόν οι Ελληνες όφειλαν να εµφανίζονται στυλάτοι στις ακρογιαλιές µε περιβολή ολυµπιονίκη για να παίξουν ρακέτες ή µε χαβανέζικη ανθοφορία πάνω στο ύφασµα για να ρουφήξουν αραχτοί εξωτικά κοκτέιλ. Μπήκα, τριαντάρης, σε ένα κατάστηµα στο κέντρο της Αθήνας και ζήτησα ένα µαγιό. «Ξέρετε, βερµούδα, για να καλύπτει τις ατέλειες…» πρόσθεσα δειλά. «Ποιες ατέλειες;» µε κοίταξε κατάπληκτη η πωλήτρια. «Το πόσο αγύµναστος είµαι» αναγκάστηκα να γίνω πιο σαφής. «Εσείς, αγύµναστος;» εξανέστη. Η επαγγελµατική πειθώ της υπήρξε τέτοια ώστε για λίγα δευτερόλεπτα µε κλόνισε σχετικά µε ένα από τα ελάχιστα πράγµατα που ήξερα για τον εαυτό µου από παιδάκι. Εγώ, αγύµναστος;

Από παιδάκι απεχθανόµουν τη σωµατική άσκηση καθώς και κάθε είδους σπορ. Μπορούσα να ζωγραφίζω µε τις ώρες, να συναρµολογώ αεροπλανάκια γεµίζοντας τα δάχτυλά µου κόλλα και να µυούµαι µέσω της Μονόπολης στον καπιταλισµό, όµως η ιδέα να βγω στη γειτονιά για µπάλα µού φαινόταν εξωφρενική. Εφταιγε µάλλον που ο µπαµπάς µου κάθε άλλο παρά είχε µοιραστεί την εθνική ανάταση για τη θριαµβευτική πορεία του Παναθηναϊκού ως το Γουέµπλεϊ. «Αντιπερισπασµοί της χούντας» σχολίαζε περιφρονητικά. Και που η µαµά µου δεν είχε ως πρότυπο αντρικής γοητείας τους σταρ των γηπέδων, µα κάτι διανοούµενους όπως ο Αλµπέρ Καµύ (αγνοώντας µάλλον ότι ο Καµύ ήταν στα πρώτα νιάτα του έξοχος τερµατοφύλακας) και κάτι ηθοποιούς όπως ο Χάµφρεϊ Μπόγκαρτ, τον οποίο δυσκολεύεσαι να φαντασιωθείς χωρίς κοστούµι και καµπαρτίνα… Εφταιγε, επίσης, που η αυξητική ορµόνη µού είχε δοθεί τόσο γενναιόδωρα, ώστε ό,τι και αν καταβρόχθιζα το έπαιρνα πολύ γρήγορα σε µπόι. Τελειώνοντας την Ε΄ ∆ηµοτικού, είχα ύψος 1,55µ. και ζύγιζα 55 κιλά. Ξεκινώντας τη Στ΄ ∆ηµοτικού ζύγιζα 58 κιλά, αλλά ήµουν πλέον 1,72µ…

Οι γονείς µου ξεπαραδιάζονταν για να µε στέλνουν στο πρότυπο σχολείο εκτιµώντας – µεταξύ των άλλων – και τις αθλητικές εγκαταστάσεις του. Πράγµατι, κάτω από τα διδακτήρια απλωνόταν µια έκταση δεκάδων στρεµµάτων γεµάτη γήπεδα ποδοσφαίρου, µπάσκετ, βόλεϊ και χάντµπολ. Ακόµη πιο κάτω υπήρχε µια θερµαινόµενη πισίνα ολυµπιακών διαστάσεων. Το δόγµα που επικρατούσε εκεί µέσα ήταν πως κάθε άνθρωπος έχει ταλέντο σε ένα τουλάχιστον σπορ – αρκεί να το ανακαλύψει και να το καλλιεργήσει για να διαπρέψει.

∆οκιµαστήκαµε σε όλα τα αθλήµατα και ήρθα σε όλα τελευταίος. Ενα εξαιρετικό παλικάρι – βασικό στέλεχος κάποτε της Εθνικής οµάδας µπάσκετ – µε πήρε τότε παράµερα και προσπάθησε να µου αλλάξει µυαλά. Παρατηρούσα, όσο µου µιλούσε, µία το Cartier ρολόι στον αριστερό του καρπό και µία το κοµποσχοίνι στον δεξιό – «και κυριλέ και θρήσκος;» αναρωτιόµουν. «Σου αρέσει;» µου είπε. «Το παίζουµε στα σουτ;». Πιστεύω ακόµη ειλικρινά πως ίσως και να µε άφηνε να το κερδίσω ώστε να γλυκαθώ. «∆εν το παίζουµε στο µπαρµπούτι;» του αντιπρότεινα, πλήρης εφηβικής αναίδειας. Αλλαξε τροπάρι, πάσχισε να µε πιάσει από αλλού: «Τι οµάδα είσαι;» µε ρώτησε. «∆εν είµαι οµάδα». «Καλά, ο πατέρας σου δεν σε έχει πάει ποτέ στο γήπεδο;» εξεπλάγη, σχεδόν θύµωσε. Οχι. Ο πατέρας µου δεν µε είχε πάει ποτέ στο γήπεδο και κατά τα φαινόµενα ούτε και θα µε πήγαινε ποτέ, αφού είχε ξαναµπεί στον «Αγιο Σάββα» και κάθε µέρα χειροτέρευε, ενώ η µάνα µου µου είχε αποκαλύψει το προηγούµενο βράδυ – για να είµαι προετοιµασµένος – ότι δεν έπασχε από αδενοπάθεια, αλλά από καρκίνο… «Και τι σας νοιάζει εσάς;» έκανα στον µπασκετµπολίστα και έφυγα τρέχοντας για να µη βάλω µπροστά του τα κλάµατα.

Στην τελευταία τάξη του λυκείου είχαµε γίνει πολύ πιο µπλαζέ. «Πιάσε!» µου φώναξε ο Φίλιππος και µου πέταξε, πάνω από το κεφάλι του γυµναστή, µια κούτα Gauloises. «Απαγορεύεται το κάπνισµα!» ούρλιαξε τότε εκείνος. «Οχι όµως και τα τσιγάρα» τον αποστοµώσαµε δήθεν. Εγινε εχθρός µας. Το εννοούσε ότι θα µας έβαζε «3» στο τρίµηνο και ότι θα µας άφηνε εκτός πανεπιστηµίου, αφού ο βαθµός στο απολυτήριο συνυπολογιζόταν µε την επίδοση στις Πανελλαδικές. Εξασφαλίσαµε χαρτί γιατρού – ότι είχαµε, τάχα, βουβωνοκήλη – και πήραµε απαλλαγή από το µάθηµα της γυµναστικής.

Ο κόσµος µας στο πρώτο έτος της Νοµικής απαρτιζόταν από τις καφετέριες και τα σφαιριστήρια της οδού Σόλωνος, τους κινηµατογράφους στην Ακαδηµίας και στη Σταδίου, τα ρεµπετάδικα στα Εξάρχεια και το υπόγειο µπαρ «17» στη Βουκουρεστίου, το οποίο ο θρύλος ήθελε να έχει υπάρξει στέκι του Φρανκ Σινάτρα τις δύο ηµέρες που πέρασε στην Αθήνα, κάποτε, στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Το µποέµ σύµπαν µάς άφηνε ενδεχοµένως ένα τετράωρο την εβδοµάδα για την παρακολούθηση των παραδόσεων Συνταγµατικού και Ποινικού ∆ικαίου, µα ούτε πέντε λεπτά για οιασδήποτε µορφής σωµατική άσκηση. Εκτός και αν θεωρούσε κανείς γυµναστική τις παροξυσµικές κινήσεις των δαχτύλων – άµα και της λεκάνης – µπροστά στα φλιπεράκια που µας περίµεναν κάθε µεσηµέρι να τα χορτάσουµε µε δεκάρικα.

«Εκ γυναικός», ωστόσο, «ερρύη τα κρείττω», όπως αποκρίθηκε και η Κασσιανή στον αυτοκράτορα Θεόφιλο. Τον ∆εκέµβριο του 1986 συνάντησα στη στάση του τρόλεϊ την Κάκια. Συµφοιτήτριά µου, αλλά και εποχική πωλήτρια στο Μινιόν για την περίοδο των γιορτών, εξού και η µπλε ποδιά κάτω απ’ το παλτουδάκι της. Αρραβωνιασµένη µε αξιωµατικό της Αεροπορίας, αλλά και έτοιµη να παρασπονδήσει, εξού και µε ακολούθησε δίχως πολλά πολλά στο άδειο δυάρι της θείας Ρωξάνης στην Αχαρνών. Λάγνα και τρυφερή, αλλά και από τις κοπέλες εκείνες που σου τα λένε έξω από τα δόντια: «Καλός είσαι…» µε επιβράβευσε χαδιάρικα και έκανε τη σπονδυλική της στήλη τόξο επάνω στο σκληρό στρώµα της µακαρίτισσας, ενώ ο Αγιος Παντελεήµων στο εικονοστάσι γούρλωσε τα µάτια, αφού θα είχε να δει γυµνή γυναίκα απ’ την καταστροφή της Σµύρνης. «Καλός είσαι… Πολύ αγύµναστος, όµως, ρε συ…» σχολίασε χαϊδεύοντας το κοριτσίστικο µπράτσο µου. «Θα έρθεις στο γυµναστήριό µου!» µου ανακοίνωσε. «Θα πάµε αύριο κιόλας να σε γράψω!»

Το γυµναστήριό «της» γειτνίαζε µε το Ασυλο Ανιάτων. Και δεν επρόκειτο για γυµναστήριο, µα για «σιδεράδικο». Ετσι αποκαλούσαν οι µυηµένοι τις επιχειρήσεις που υπόσχονταν όχι σωµατική αναζωογόνηση και ευεξία, µα απλώς ανάπτυξη της µυϊκής µάζας των ασκουµένων στο µη περαιτέρω. Στο ταµείο µε υποδέχθηκε και µε εφοδίασε µε κάρτα µέλους ο ιδιοκτήτης του. Ηταν ένα ξερακιανό διπίθαµο αντράκι, µε φάτσα βλογιοκοµµένη και οργωµένη από βαθιές ρυτίδες. Στην αφίσα πίσω του αντίκρισα την ίδια φάτσα επάνω σε ένα λαδωµένο κορµί που τα ποντίκια του κόντευαν να εκραγούν σαν φουσκωµένα µε τρόµπα. «Εβγαινα “Mister Bodybuilding” από το 1971 ως το 1980!» µε πληροφόρησε µε καµάρι. «Και ύστερα τι συνέβη;». «Υστερα, τα εγκατέλειψα. Και ξεφούσκωσα…» χαµήλωσε το βλέµµα µε ντροπή.

Η δουλειά υποτίθεται ότι γινόταν στον χώρο µε τα όργανα – εκεί που οι κύριοι ίδρωναν, κοκκίνιζαν και έβγαζαν στεντόρειες κραυγές, σηκώνοντας, θαρρείς, τη γη στις πλάτες τους – ενώ οι κυρίες, στη διπλανή αίθουσα, επιδίδονταν σε ασκήσεις σουηδικής γυµναστικής. Ο θρίαµβος (και ο όλεθρος) στην πραγµατικότητα συντελούνταν στο «µπαρ». Το µπαρ του σιδεράδικου δεν σέρβιρε καφέδες ούτε καν ουίσκι. Ο κατάλογος περιελάµβανε «πολυβιταµινούχα» ροφήµατα που είχα κάθε λόγο να πιστεύω πως ήταν καµουφλαρισµένα αναβολικά. Γι’ αυτό και οι τσιµπηµένες τιµές τους. Μπορούσες, επίσης, να αγοράσεις φλέικς κρεατίνης για το πρωινό σου ενώ – µε ένα κλείσιµο του µατιού – ο «Mister Bodybuilding» θα σου προµήθευε ασφαλώς στη ζούλα µέχρι και ενέσεις… Απείχα µε τρόµο από το µπαρ, έµεινα όµως στο σιδεράδικο, να παλεύω µε τα βάρη, επί κάνα τρίµηνο, όσο ακριβώς διήρκεσε το κρυφό ειδύλλιό µου µε την Κάκια. Και έπειτα ξαναπαραδόθηκα πανευτυχής στη νωχέλεια…

Με τον ίδιο περίπου τρόπο που άµα δεν χορτάσεις τις γυναίκες στα νιάτα σου, θα ξελιγώνεσαι µαζί τους στα γεράµατα, έτσι και αν δεν ασκηθείς στην εφηβεία σου, κινδυνεύεις να το ρίξεις στη γυµναστική µετά τα 35. Κατά την τελευταία δεκαετία, έχω ιδρώσει τη φανέλα µε ποικίλους τρόπους: Οργώνοντας µε το ποδήλατο το Αµστερνταµ µε κίνδυνο να προκαλέσω τροχαίο, αφού είχα µόλις βγει από το «coffeeshop» έχοντας απολαύσει ένα τρίφυλλο καλαµατιανό. Ποδηλατώντας επιτόπου, εκτεθειµένος στις δύο αντίθετες (;) όψεις της ελληνικής πραγµατικότητας: η τηλεόραση απέναντί µου έπαιζε µεσηµεριανάδικο, ενώ στο πεζοδρόµιο από κάτω οι µπαχαλάκηδες πυρπολούσαν µαγαζιά ή λαµβάνοντας τις πιο αλλόκοτες στάσεις πάνω στο powerplate.

Στην Ελλάδα της µπελ επόκ – πριν από την κρίση – το γυµναστήριο προβαλλόταν ως απαραίτητη προϋπόθεση µιας «ποιοτικής» καθηµερινότητας, µαζί µε το σούσι και τη διακοπή του καπνίσµατος. Ενώ, όµως, η αρένα και η παλαίστρα ξεκίνησαν στην αρχαιότητα ως αταξικοί χώροι στη µεταµοντέρνα εκδοχή τους αποτελούσαν κατεξοχήν πεδία οικονοµικής επίδειξης. Ενας κλέφτης που θα εισέβαλε σε κάποιο από τα πολυδιαφηµισµένα health clubs των Αθηνών θα γινόταν πλούσιος αφαιρώντας απλώς τα παραφερνάλια (gadgets στην καθοµιλουµένη) των µελών του. Τι επιγονατίδες των 300 ευρώ! Τι συσκευές χειρός να υπολογίζουν τους καρδιακούς παλµούς σου και τις θερµίδες που έκαιγες ασθµαίνων στον διάδροµο! Τι ενθέµατα σιλικόνης να ανορθώνουν εξηντάχρονους µαστούς κυριών, οι οποίες – κάπου ανάµεσα στον τρίτο και στον τέταρτο σύζυγό τους – φλέρταραν ανενδοίαστα µε τον personal trainer! Ο κοινωνικός ανατόµος, δηλαδή ο συγγραφέας, θα µπορούσε να τοποθετήσει εξ ολοκλήρου τη δράση ενός µυθιστορήµατος µέσα σε ένα τέτοιο γυµναστήριο. ∆εν θα παρέλειπε να αναφερθεί στις οικονοµικές µετανάστιδες – που µε βαριά ρωσική προφορά έδιναν στους θαµώνες αχνιστές πετσέτες. Ούτε στη σκοτεινή πλευρά της Σελήνης που αχνοπρόβαλλε πίσω από τους ατµούς της σάουνας…

Με τον ερχοµό της ανοίξεως, οι τάξεις των εκγυµναζοµένων πύκνωναν. Μυριάδες περιττά κιλά όφειλαν να χαθούν, απέραντες εκτάσεις έπρεπε να εκκαθαριστούν από την κυτταρίτιδα εν όψει των θαλάσσιων λουτρών. Παρά τις εγγυήσεις των αρµοδίων, η προσπάθεια ήταν σισύφεια. Κανείς δεν έχτισε ποτέ σώµα µέσα σε τρεις µήνες. Αρκετοί, αντιθέτως, έθεσαν σε σοβαρό κίνδυνο την υγεία τους, σαλτάροντας ξαφνικά από το αφράτο µαξιλάρι του καναπέ στο µονόζυγο.

Από το 2005 ως το 2010, πήγαινα ανελλιπώς στο γυµναστήριο δύο φορές την εβδοµάδα. Κατά καιρούς αδυνάτιζα αρκετά – όταν έσπασα προς τα κάτω το φράγµα των 100 κιλών, φωτογράφισα τη ζυγαριά. Καµιά φορά, µεγαλοπιανόµουν. Σχεδίαζα να ξεκινήσω τένις, να µάθω ιππασία, να αγοράσω ιστιοσανίδα και να σκίζω τα κύµατα. Αρχισα βαθµιαία να σέβοµαι τους ανθρώπους που στα 70 ή και στα 80 τους, αντί να δηλώσουν απόµαχοι, φοράνε το µαγιό τους και βουτάνε στην πισίνα. Σε ένα ταξίδι είχα την τύχη να πετάξω δίπλα σε θρύλο της άρσης βαρών. Μου εξήγησε την περίπλοκη στρατηγική του αθλήµατός του, µε έπεισε πως είναι περισσότερο θέµα µυαλού παρά µυών το να κάτσεις κάτω από την µπάρα. Μια ολυµπιονίκης, που συνάντησα πρόσφατα, σχεδόν χλεύασε την ερώτηση που της έκανα περί ταλέντου. «Το µόνο φυσικό χάρισµα που είχα ήταν ότι το πέλµα µου ακουµπούσε στο έδαφος υπό µια ευνοϊκή γωνία. Κατά τα άλλα λαχταρούσα απλώς να ξεφύγω από τη φτώχεια και τη µιζέρια της επαρχίας!».

Εγώ τι λαχταρούσα; Μάλλον εκείνη τη µοναδική αίσθηση µετά την έντονη σωµατική άσκηση, όταν νιώθεις τους παλµούς σου να επιβραδύνονται γλυκά, τους πόρους σου να ανοίγουν και όλο το σώµα σου να χαλαρώνει. Μια αίσθηση εξόχως αγχολυτική, που επιβεβαιώνει ότι το εκλεκτότερο οπιοειδές παράγεται από τον ίδιο τον οργανισµό και ονοµάζεται ενδορφίνη.

Εδώ στην Κέρκυρα – όπου περνάω πλέον αρκετούς µήνες – ξεπορτίζω µερικά πρωινά και περπατάω πλάι στη θάλασσα, µε θέα στο φρούριο που δεσπόζει στην πόλη. Ο κόλπος της Γαρίτσας στραφταλίζει στον ήλιο. Οι χειµερινοί κολυµβητές – που αυτοαποκαλούνται «πιγκουίνοι» – παραβγαίνουν στο ύπτιο. Το βήµα µου ασυναίσθητα επιταχύνεται. Κλωτσάω ένα πεσµένο κυδώνι, το ξανακλωτσάω λες κι είναι µπάλα, το βγάζω από τη λακκούβα µε τη µύτη του παπουτσιού µου. Περνάω τρέχοντας από το Corfu Palace. Εγώ, αγύµναστος;

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Αφιερώματα
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk