Εληξε ο μήνας του μέλιτος για τον «σούπερ Μάριο»

Οταν ανέλαβε πρωθυπουργός τον περασμένο Νοέμβριο ήταν ο «σούπερ Μάριο» που θα αντιμετώπιζε επιτυχώς την οικονομική κρίση της Ιταλίας. Σήμερα, κατά τους επικριτές του, είναι ένας «σκλάβος των τραπεζών», ένας «ψυχρός οικονομολόγος» ή ένας «αδύναμος πολιτικός που δεν τολμάει να προωθήσει εντονότερα τις μεταρρυθμίσεις». Ο μήνας του μέλιτος που ο Μάριο Μόντι απολάμβανε στην αρχή της θητείας του έληξε όταν άρχισε να δυσαρεστεί έντονα τους Ιταλούς η αύξηση στη φορολογία και η περικοπή των συντάξεων.

Οταν ανέλαβε πρωθυπουργός τον περασμένο Νοέμβριο ήταν ο «σούπερ Μάριο» που θα αντιμετώπιζε επιτυχώς την οικονομική κρίση της Ιταλίας. Σήμερα, κατά τους επικριτές του, είναι ένας «σκλάβος των τραπεζών», ένας «ψυχρός οικονομολόγος» ή ένας «αδύναμος πολιτικός που δεν τολμάει να προωθήσει εντονότερα τις μεταρρυθμίσεις». Ο μήνας του μέλιτος που ο Μάριο Μόντι απολάμβανε στην αρχή της θητείας του έληξε όταν άρχισε να δυσαρεστεί έντονα τους Ιταλούς η αύξηση στη φορολογία και η περικοπή των συντάξεων. Βλέποντας το ζεύγος «Μερκοζί» να οδεύει προς το τέλος του λόγω των προεδρικών εκλογών στη Γαλλία, ο τεχνοκράτης και διορισμένος Μόντι βάλθηκε να πλασαριστεί σαν ο νέος συνδετικός κρίκος ανάμεσα στη γερμανίδα καγκελάριο Ανγκελα Μέρκελ και τη Νότια Ευρώπη.

Ο ιταλός πρωθυπουργός, του οποίου η θητεία θα λήξει μαζί με εκείνη του ιταλικού Κοινοβουλίου τον Απρίλιο του 2013, χρονιά κατά την οποία αναμένεται να ανακάμψει η ιταλική οικονομία, καλεί για έναν «συνασπισμό προθύμων» που θα προωθήσει μέτρα υπέρ της ανάπτυξης. Δεν υποστηρίζει όμως την έκκληση του νέου γάλλου προέδρου Φρανσουά Ολάντ για επαναδιαπραγμάτευση του συμφώνου δημοσιονομικής πειθαρχίας.

Οι τρεις πυλώνες της ανάπτυξης στην Ευρώπη, κατά τον Μόντι, είναι η δημοσιονομική πειθαρχία, οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και η ενίσχυση της ζήτησης. Προωθεί την υιοθέτηση ενός «χρυσού κανόνα» σύμφωνα με τον οποίο οι αναπτυξιακές δαπάνες – όπως στις υποδομές ή στα ευρυζωνικά δίκτυα – δεν θα συνυπολογίζονται στα ελλείμματα των κρατικών προϋπολογισμών. Προσθέτει, δε, ότι θα εφαρμοστούν «πολύ αυστηρά κριτήρια» προκειμένου οι κυβερνήσεις να μη μασκαρεύουν άλλες δαπάνες ως αναπτυξιακές.
Η Μέρκελ αντιτίθεται στον «χρυσό κανόνα», όπως και στα ευρωομόλογα των οποίων την έκδοση ζητούν ο Μόντι και ο Ολάντ. Αλλά το ζεύγος «Μερκόντι», που επιθυμεί να καθιερώσει ο ιταλός πρωθυπουργός, συμφωνεί στην πιστή τήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας και στην ανάγκη για λιτότητα.
Στην Ιταλία η κυβέρνηση υιοθέτησε ένα πακέτο λιτότητας ύψους 63 δισ. ευρώ για τρία χρόνια με το όνομα Salva Italia (διάσωση) που περιλαμβάνει συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση και ένα δεύτερο πακέτο ονόματι Cresci Italia (ανάπτυξη) το οποίο απλοποιεί τη γραφειοκρατία, ανοίγει τα κλειστά επαγγέλματα, απελευθερώνει τις αγορές ενέργειας, μεταφορών και ασφαλειών και εξασφαλίζει ευελιξία στην αγορά εργασίας. Αυτό το τελευταίο μέτρο προκάλεσε αντιδράσεις, ειδικά όσον αφορά το άρθρο 18 του εργατικού κώδικα που προστάτευε τους εργαζομένους από τις απολύσεις.
Παράλληλα, η κυβέρνηση Μόντι, που αποτελείται από τεχνοκράτες, αύξησε τη φορολογία και κήρυξε πόλεμο στη φοροδιαφυγή. Ο τελευταίος συνοδεύτηκε από μια διαφημιστική εκστρατεία που παρομοιάζει τους φοροφυγάδες με παράσιτα, εντατικούς ελέγχους από το ιταλικό ΣΔΟΕ, τηλεφωνική γραμμή καταγγελιών (που έχει πάρει φωτιά) και απλοποίηση της φορολογικής δήλωσης. Με τις μεθόδους αυτές συγκεντρώθηκαν 12,5 δισ. ευρώ διαφυγόντα φορολογικά έσοδα. Ο Μόντι σχεδιάζει να επαναφέρει τον φόρο πρώτης κατοικίας που είχε καταργήσει ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι και αυτό αναμένεται ότι θα προκαλέσει αντιδράσεις.
Επιπλέον, η κυβέρνηση εντόπισε άχρηστες δαπάνες 80 δισ. ευρώ τις οποίες θα καταργήσει αμέσως και άλλες ύψους 295 δισ. ευρώ που θα καταργηθούν σε μία τριετία. Οι περικοπές αφορούν την τοπική αυτοδιοίκηση, τις απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων και την πώληση περιουσίας του Δημοσίου.
Ο Μόντι διόρισε έναν «τσάρο περικοπών», τον 77χρονο Ενρίκο Μπόντι στου οποίου το βιογραφικό φιγουράρει η εξυγίανση της Parmalat και άλλων εταιρειών που ήταν στα πρόθυρα της πτώχευσης, για να καθορίσει ως τα τέλη Μαΐου ποιες ακριβώς περικοπές πρέπει να πραγματοποιηθούν. Την ίδια προθεσμία έδωσε στους υπουργούς του για να προτείνουν περικοπές για τα υπουργεία τους. Πρώτος στόχος είναι να εξοικονομηθούν αμέσως 4,2 δισ. ευρώ με αντάλλαγμα να μην αυξηθεί ο ΦΠΑ σε 23% τον Οκτώβριο.
Οι μεταρρυθμίσεις ξεκίνησαν αναίμακτα, χωρίς αντιδράσεις και απεργίες, αλλά πλέον η ανοχή των Ιταλών έχει φθάσει στα όριά της, όπως δείχνει και η επιδημία αυτοκτονιών από ανέργους και επιχειρηματίες που πτώχευσαν. Η δημοτικότητα του πρωθυπουργού, που ήταν 71% όταν ανέλαβε τον Νοέμβριο, έχει πέσει σήμερα στο 38%.
Ο Μόντι υποστηρίζει ότι οι έξι πρώτοι του μήνες στην πρωθυπουργία της Ιταλίας φάνταζαν «πολύ, πολύ μακρύτεροι» από τα 10 χρόνια που πέρασε ως ευρωπαίος επίτροπος.
MONTI
2 ευρω-προτάσεις και 3 μέτρα

* Προτείνει να υιοθετήσει η ευρωζώνη τον «χρυσό κανόνα»: να μη συνυπολογίζονται οι αναπτυξιακές δαπάνες στα ελλείμματα των κρατικών προϋπολογισμών.

* Υποστηρίζει την έκδοση ευρωομολόγων.

* Αλλαξε την εργατική νομοθεσία για να διευκολύνει τις απολύσεις.

* Υιοθέτησε συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση που περιλαμβάνει αύξηση ορίου ηλικίας στα 67 χρόνια και αλλαγή στον υπολογισμό της σύνταξης.

Θα περικόψει άλλα 4,2 δισ. ευρώ από τις δημόσιες δαπάνες για να μην αυξήσει τον ΦΠΑ στο 23% τον Οκτώβριο.

Βιτόριο Ντα Ρολντ, οικονομικός σχολιαστής

«Τον πίστεψαν για 100 ημέρες»

«Ο καθηγητής Μόντι απόλαυσε μεγάλη υποστήριξη από τους Ιταλούς χάρη στο ότι η Ιταλία ανέκτησε γρήγορα τη διεθνή εμπιστοσύνη» λέει μιλώντας στο «Βήμα» ο Βιτόριο Ντα Ρολντ, σχολιαστής της ιταλικής οικονομικής εφημερίδας «Il Sole 24 ore». «Οι Ιταλοί αποδέχθηκαν τις σκληρές συνταξιοδοτικές μεταρρυθμίσεις οι οποίες προβλέπουν την αύξηση της ηλικίας συνταξιοδότησης στα 67 χρόνια για άνδρες και γυναίκες, καθώς και τον νέο υπολογισμό του ύψους της σύνταξης που είναι χειρότερος διότι περνάει από το σύστημα εγγυημένων παροχών στο λιγότερο ευνοϊκό ανταποδοτικό σύστημα».«Ολα αυτά πέρασαν χωρίς ούτε μία ημέρα απεργίας. Υστερα όμως από τις πρώτες 100 ημέρες ο μήνες του μέλιτος με τους Ιταλούς τελείωσε. Οταν ο Μόντι αποφάσισε να επαναφέρει τον φόρο επί της πρώτης κατοικίας και προσπάθησε να περάσει μέτρα για τη διευκόλυνση των απολύσεων των υπαλλήλων, η στάση απέναντι στο πρόσωπό του άλλαξε» συνεχίζει ο κ. Ντα Ρολντ. «Οσον αφορά τα προγράμματα ιδιωτικοποιήσεων ή τη μείωση των κρατικών δαπανών ή της χρηματοδότησης των πολιτικών κομμάτων, ο Μόντι δεν κατόρθωσε να επιτύχει εκείνο που επιθυμούσε. Ακόμη και η απελευθέρωση των αγορών έχει παραμείνει μετέωρη. Η κυριότερη πρόκληση σήμερα είναι να επιτύχουμε οικονομική ανάπτυξη».

Σύμφωνα με τον ιταλό σχολιαστή, οι κατηγορίες εναντίον του Μόντι περιστρέφονται κυρίως γύρω από το ότι ποντάρισε υπερβολικά στη φορολογία και όχι αρκετά στην περικοπή των δαπανών και ότι ξέχασε τις διαρθρωτικές αλλαγές, όπως την απελευθέρωση και την ευελιξία της αγοράς εργασίας, λόγω των αντιδράσεων από τα πολιτικά κόμματα που στηρίζουν την κυβέρνησή του.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Κόσμος
ΒΗΜΑτοδότης
  • Ο γρίφος της Μποτσουάνα Οι αγορές είναι προεξοφλητικοί μηχανισμοί, στην περίπτωση της νέας μετάλλαξης , προεξόφλησαν ξανά το χειρότερο, δηλαδή νέους περιορισμούς στις... ΒΗΜΑτοδότης |
Σίβυλλα
Helios Kiosk