Γλώσσα και πολιτική

Δέκα μέρες μετά τις κοινοβουλευτικές εκλογές της 6ης Μαΐου το εκλογικό παιγνίδι μέχρι στιγμής συνεχίζεται μεταξύ ανάληψης και επανάληψης, πλησιάζοντας στο όριο λογικής και πολιτικής σχιζοφρένειας, στην οποία συμβάλλει και η αύξουσα γλωσσική ακράτεια.

Γλώσσα και πολιτική | tovima.gr
Δέκα μέρες μετά τις κοινοβουλευτικές εκλογές της 6ης Μαΐου το εκλογικό παιγνίδι μέχρι στιγμής συνεχίζεται μεταξύ ανάληψης και επανάληψης, πλησιάζοντας στο όριο λογικής και πολιτικής σχιζοφρένειας, στην οποία συμβάλλει και η αύξουσα γλωσσική ακράτεια. Γεγονός που ευνοεί το συμπέρασμα ότι έχουν διαταραχθεί, σε βάθος πλέον, οι, αμφίβολες έτσι κι αλλιώς, σχέσεις γλώσσας και πολιτικής, οι οποίες εξάλλου ποτέ δεν ήταν στον τόπο μας ειδυλλιακές. Εξαιτίας και της ελλειμματικής μας παιδείας, όπου διαπρέπουν, με σπάνιες εξαιρέσεις, τα έντυπα και ηλεκτρονικά Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας και κατά πλειοψηφία εξέχοντα στελέχη των κομματικών παρατάξεων – μικρών, μεγάλων και μικρομέγαλων. Οπότε δεν βλάφτει λίγη θεωρητική συζήτηση, μήπως χαλαρώσουν κάπως τα τεντωμένα νεύρα μας. Ζητούμενο παραμένουν οι πραγματικές (αν υπάρχουν) επαφές γλώσσας και πολιτικής, όταν και όπου παίρνουν τη μορφή αμοιβαίων ανταλλαγών και συναλλαγών. Επ’ αυτού τρία, αυτονόητα μάλλον, ερωτήματα:
1. Οι ανταλλαγές και οι συναλλαγές της γλώσσας (κυρίως ως γραφής) και της πολιτικής (προπάντων ως κυβερνητικής πράξης και πρακτικής) ευνοούν ή διαταράσσουν την όποια συγγένεια των δύο όρων; Αν συμβαίνει το πρώτο, η προτεινόμενη συγγένεια είναι πρώτου ή δεύτερου βαθμού; Μήπως, παρά τη συγγένειά τους, γλώσσα και πολιτική αναπτύσσουν και αντίπαλες σχέσεις μεταξύ τους, που μπορεί να φτάσουν έως τη ρήξη;
2. Αν όντως γλώσσα και πολιτική ανταλλάσσονται και συναλλάσσονται, σημαίνει άραγε το αλισβερίσι αυτό ότι λείπει από τον κάθε όρο ο συντελεστής της αυτάρκειας, και πως αυτή η έλλειψη καθιστά απαραίτητη τη μεταξύ τους ανταλλαγή και συναλλαγή; Μήπως η πιθανή αυτή ανεπάρκεια αφορά μόνον τον έναν όρο (και τότε ποιον από τους δύο), ο οποίος διεκδικεί την ανταλλαγή και τη συναλλαγή για το δικό του συμφέρον;
3. Πρόκειται τελικώς για ισότιμους ή ανισότιμους όρους; Και αν συμβαίνει το δεύτερο, ποιος διεκδικεί το προβάδισμα και με τι λογής συνέπειες για τον άλλο που έπεται; Εκτός και αν το δίλημμα ισοτιμίας ή ανισοτιμίας γλώσσας και πολιτικής είναι πλαστό, επινοημένο για συγκεκριμένους κάθε φορά λόγους, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για ταυτόσημους όρους, που ο ένας κρύβει τον άλλο προς όφελός του, καμουφλάροντας έτσι τη συμπαθητική ομογένεια σε απωθητική συγγένεια.
Προφανώς τα τρία αυτά ερωτήματα συνέχονται μεταξύ τους: το ένα παράγει το άλλο και παράγεται από αυτό, κλονίζοντας έτσι την αυτοτελή τους πραγμάτευση. Πάντως, στον βαθμό που η γλώσσα ορίζεται ως επικοινωνιακό σύνολο σύνθετου λόγου, είμαστε μάλλον υποχρεωμένοι να δεχτούμε ότι η πολιτική αποτελεί μέρος αυτού του όλου. Τούτο σημαίνει ότι, είτε χαρακτηρίσουμε τη γλώσσα και την πολιτική ομογενείς είτε συγγενείς είτε ετερογενείς, οφείλουμε να τις διακρίνουμε και να τις συγκρίνουμε κατά ποσόν και κατά ποιόν, για να θυμηθούμε και τον Αριστοτέλη. Ο προτεινόμενος, συγκριτικός και διακριτικός, αυτός προσδιορισμός των δύο όρων δεν φαίνεται να αδικεί κατάφωρα κανέναν από τους δύο, αφήνει όμως κάποια πρόσθετα ερωτήματα ανοιχτά.
Το πρώτο και το πιο σημαντικό κατά τη γνώμη μου είναι αν η πολιτική δέχεται ή ανέχεται τον αυστηρό έλεγχο της γλώσσας. Ή μήπως σε κάποιες περιπτώσεις αντιστρέφει τον παθητικό της έλεγχο σε ενεργητικό, ελέγχοντας τώρα η ίδια, με τα δικά της μέτρα και σταθμά, τη γλώσσα. Η επαρκής ωστόσο απάντηση σ’ αυτό το κρίσιμο ερώτημα προϋποθέτει αυστηρότερο έλεγχο της συμπεριφοράς ειδικότερα της πολιτευόμενης γλώσσας και της ομιλούσας πολιτικής, ώστε να εντοπιστούν, όσο γίνεται, οι συγκλίνουσες και αποκλίνουσες διαφορές τους.
Αν παρά ταύτα η γλώσσα είναι καταρχήν λόγος, ενώ η πολιτική κατά βάση πράξη, μπορούμε ίσως, με κάποιες έστω επιφυλάξεις, να δεχτούμε ότι η πρώτη παραμένει μάλλον δυσπρόσιτη και κάπως αινιγματική, κρατώντας συχνά τα χαρτιά της κλειστά. Σε αντίθεση προς την πολιτική, που ισχυρίζεται ότι εκτίθεται συνεχώς στη δημοσιότητα και δέχεται καθημερινό έλεγχο. Στον βαθμό μάλιστα που προσφεύγει εξ ορισμού στον δικό της «πειστικό» στόχο (στοιχείο που το επιβάλλει η ρητορική της εξωστρέφεια), συνομολογεί η ίδια και την εξουσιαστική της πρακτική. Ενώ η γλώσσα, όταν μάλιστα ασκείται ως γραφή στον χώρο της λογοτεχνίας, επιμένει στην αμυντική και επιθετική της εσωστρέφεια, αναζητώντας το ανθρωπολογικό της εκτόπισμα. Με τους όρους αυτούς γλώσσα και πολιτική αντιμάχονται συχνά πυκνά η μία την άλλη.
Σε ομαλές περιόδους η κόντρα αυτή έχει το γούστο της. Σε προβληματικές όμως ώρες και χώρες, όπως σίγουρα είναι η δική μας παρούσα περίπτωση, μπορεί να φτάσει σε σημείο σχιζοφρένειας, εφευρίσκοντας τότε μόνη της τους δικούς της αγωγούς και προαγωγούς, που ξέρουν καλά να την εκμεταλλεύονται.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk