Ενα τηλέφωνο στη μητέρα

Η μαμά μου έκανε αταξίες. Ακόμη και απρέπειες. Πόσο θύμωσα! Και αποφάσισα να πάρω σκληρά μέτρα. Για τέσσερις ημέρες δεν θα της μιλήσω καθόλου. Θα τηλεφωνεί πρωί και βράδυ, δεν θα βγαίνω στο τηλέφωνο, με χτυπητές δικαιολογίες, ώστε να αντιληφθεί τα μούτρα μου. Αμέ! Πέρασαν όμως 36 ολόκληρες ώρες και ιδού το μοιραίον. Μόλις είχα παραλάβει την αλληλογραφία μου στο γραφείο. Ενα πάκο χαρτούρα.

Στις διαφημιστικές ανακοινώσεις των εταιρειών δεν πολυδίνω σημασία. Μα απαντώ οπωσδήποτε σε όλες τις επιστολές των αναγνωστών, στα προσωπικά γράμματα. Φαίνεται απλό. Πρόκειται για δύο μεροκάματα. Ανάμεσά τους, εκείνο το βράδυ, ένας μεγάλος φάκελος. Αποστολέας η κυρία Καραβίτη-Παράσχου. Η οποία τελείωσε τις Καλόγριες, όπως η μητέρα μου και εγώ. Λίγο νεότερη από τη μητέρα μου. «Δηλαδή ογδονταφεύγα» διευκρινίζει αργότερα στο τηλέφωνο.

Πειραιώτισσα η θεία Λένα – που έγινε αμέσως θεία –, μου διηγείται κάτι καταπληκτικό. Τω καιρώ εκείνω, λοιπόν, πολλά καθολικά κοριτσάκια από την Τήνο ή τη Σύρα, μα και Πειραιωτοπούλες, έμπαιναν εσώκλειστες στο σχολειό. Ισως οι γονείς τους ταξίδευαν πολύ, είχαν δουλειές και δεν είχαν γιαγιάδες. Ετσι και η επιστολογράφος μου. Τηλεόραση δεν υπήρχε ούτε περιοδικά να περάσουν την ώρα τους μετά τη μελέτη. Οπότε, κάτι έπρεπε να βρουν ώστε να απασχολήσουν το μυαλό τους. Και βρήκαν. Στα διαλείμματα χάζευαν τις μεγαλύτερες μαθήτριες του γυμνασίου, διάλεγαν μία, την πιο ψηλή, την πιο λυγερή, την πιο χαριτωμένη, την… υιοθετούσαν και τη βάφτιζαν «Μon Αmour»! Προσηλώνονταν συναισθηματικά, είχαν κάποιο πρόσωπο να σκέφτονται μονομερώς και να τρέφουν αισθήματα απέναντί του και φαντάζονταν τη ζωή της μετά το σχόλασμα. Πώς να έμοιαζε το σπίτι της, πώς της φέρονταν οι γονείς της, αν είχε αδέλφια και φίλους.

Φυσικά, η σχέση αυτή παρέμενε μονόπλευρη. Η Μon Αmour δεν μάθαινε ποτέ τι σήμαινε για το μικρότερο εκείνο κορίτσι. Εστεκε στη ζωή της απλώς ως σημείο αναφοράς. Η κυρία Καραβίτη-Παράσχου είχε για Μon Αmour τη μαμά μου. Φαντάσου ε; Βεβαίως, η κυρία Καραβίτη γνώριζε τον παππού μου, αφού οι γονείς της, κάθε Κυριακή που την έβγαζαν, την πήγαιναν στο ζαχαροπλαστείο μας και ο παππούς την κάθιζε στα γόνατά του. «Θα σε ταΐσω με το ζόρι την τυρόπιτα, να παχύνεις λίγο που είσαι σαν κατσαριδίτσα» της έλεγε. Και την μπούκωνε. Δηλαδή, περίπου οικογενειακή γνωριμία.

Πελάτισσά μας αργότερα, η θεία Λένα έβλεπε τη μητέρα μου στο ταμείο, μα ουδέποτε τόλμησε να της διηγηθεί τη «σχέση» τους. Τα χρόνια πέρασαν. Η κυρία Παράσχου σπούδασε και εργάστηκε στην πρεσβεία της Αργεντινής. Παντρεύτηκε τον ωραιότερο πειραιώτη καπετάνιο και απέκτησαν δύο παιδιά. Ο ένας γιος καθηγητής συνταγματολόγος, ο δεύτερος γυμναστής. Χήρεψε, απέκτησε εγγόνια, έφτιαξε μια αγαπημένη οικογένεια.

Το εμπάργκο προς τη μαμά μου έληξε άδοξα. Τηλεφώνησα η ίδια και της ανέφερα τα χαμπέρια. Ανταλλαγές τηλεφώνων, συναντήθηκαν. Η κυρία Καραβίτη, ευφράδης, με χάρη στον λόγο και τρόπους, μέσα σε όλα μάς ανέφερε όλα τα χαμπέρια από τις Καλόγριες. Ποια έβγαλε το ράσο και παντρεύτηκε, τι απόγιναν οι άλλες παλιές.

Οι επισκέψεις πύκνωσαν και τώρα έχουμε μια παλιά και συνάμα καινούργια φίλη. Φαντάζομαι τις δύο ηλικιωμένες κυρίες. Η μία στη Φρεαττύδα, η άλλη στην Καστέλλα. Αμφότερες μένουν πάνω στη θάλασσα και η υδάτινη επιφάνεια ανάμεσά τους μεταφέρει τα χαιρετίσματα, την καλημέρα, τις σκέψεις της μιας στην άλλη. Ακόμη και αργά στον βίο, πάντα υπάρχει τρόπος για να συντροφευθούν οι άνθρωποι. Με γεια η καινούργια μας φιλενάδα.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
BHMAgazino
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk