Επιστρέφει η Γαλλία στην ουτοπία;

Η Γαλλία δεν μπορεί πλέον να καυχιέται πως κατέχει πρωταγωνιστικό ρόλο στην παγκόσμια ιστορία, ωστόσο μπορεί να επαίρεται πως παραμένει επιδραστική και πέρα από τα εθνικά της σύνορα. Από τον 17ο αιώνα και έπειτα, από τον ρόλο του Σαρλ Ντε Γκολ στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι τον Μάη του ’68, η Γαλλία υπήρξε η κοιτίδα βαθιών κοινωνικών αλλαγών σε όλη την Ευρώπη. Μπορεί η πρόσφατη εκλογή του Φρανσουά Ολάντ να συνεχίσει αυτήν την παράδοση;

Επιστρέφει η Γαλλία στην ουτοπία; | tovima.gr

ΤΟ ΒΗΜΑ – ΤΗΕ PROJECT SYNDICATE

Η Γαλλία δεν μπορεί πλέον να καυχιέται πως κατέχει πρωταγωνιστικό ρόλο στην παγκόσμια ιστορία, ωστόσο μπορεί να επαίρεται πως παραμένει επιδραστική και πέρα από τα εθνικά της σύνορα. Από τον 17ο αιώνα και έπειτα, από τον ρόλο του Σαρλ Ντε Γκολ στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι τον Μάη του ’68, η Γαλλία υπήρξε η κοιτίδα βαθιών κοινωνικών αλλαγών σε όλη την Ευρώπη. Μπορεί η πρόσφατη εκλογή του Φρανσουά Ολάντ να συνεχίσει αυτήν την παράδοση;

Ο, εμφανισιακά βαρετός γραφειοκράτης, Ολάντ υποσχέθηκε, προεκλογικά να είναι ένας «φυσιολογικός» πρόεδρος, σε αντίθεση με τον λίγο γραφικό προκάτοχο του, Νικολά Σαρκοζί ή ακόμη κι όλους τους προηγούμενες από την εγκαθίδρυση της Πέμπτης Δημοκρατίας το 1959. Η νίκη του Ολάντ ενδέχεται να είναι ένα σημάδι ότι οι δημοκρατικές χώρες είναι απρόθυμες να ηγηθούν από φανταχτερούς ή επικοινωνιακά χαρισματικούς προέδρους και πρωθυπουργούς.

Οντως, σε όλη την Ευρώπη δεν θα συναντήσουμε κανέναν ηγέτη κράτους που να είναι χαρισματική προσωπικότητα. Στην Ιταλία αποφάσισαν να γυρίσουν την πλάτη στον Σίλβιο Μπερλουσκόνι, επιλέγοντας μια μεταβατική κυβέρνηση. Δεν υπάρχουν πλέον πολιτικοί του ύφους της Μάργκαρετ Θάτσερ, του Χέλμουτ Κολ ή του Χοσέ Μαρία Αθνάρ. Σε μια εποχή οικονομικής ύφεσης, οι περισσότεροι ευρωπαίοι ηγέτες αποδεικνύονται «φυσιολογικοί».

Για πολλούς, αυτή η επικράτηση της κανονικότητας έναντι της χαρισματικότητας θα έπρεπε να αποτελεί αφορμή πανηγυρισμών. Αλλωστε, η δημοκρατία τι είναι, παρά κανονικοί άνθρωποι που εκλέγουν κανονικούς υποψηφίους για μια περιορισμένη χρονική διάρκεια, σύμφωνα με κείμενους νόμους;

Ωστόσο η περιλάλητη κανονικότητα των ευρωπαίων ηγετών συμπίπτει με την απουσία ενός οράματος και στρατηγικής. Στην περίπτωση του Ολάντ, ο νέος γάλλος πρόεδρος ονειρεύεται μια μεταπολεμική, ειδυλλιακή Ευρώπη, όπως την έζησε όταν ήταν νέος, τη δεκαετία του ’60: μια εποχή αλματώδους ανάπτυξης, δημογραφικής ανάκαμψης και μικρής μετανάστευσης. Με άλλα λόγια, ο Ολάντ θα προσπαθήσει να μεταδώσει στους υπόλοιπους ευρωπαίους ηγέτες το όραμά του για έναν κόσμο που δεν υφίσταται πλέον.

Οι προεδρικές εκλογές του 2012 θα μνημονεύονται έπειτα από μερικά χρόνια όχι μόνο για τη νίκη του Ολάντ, αλλά και για την άνοδο των πολιτικών άκρων: της ακροδεξιάς και της ακροαριστεράς, οι οποίες κέρδισαν, αντίστοιχα, το 18% και το 14% των ψήφων. Κοινώς, το ένα τρίτο των γάλλων ψηφοφόρων έριξαν την ψήφο τους σε υποψήφιους με ακραία ιδεολογία που μοιράζονται ένα κοινό αντι-φιλελεύθερο πιστεύω: απορρίπτουν το ευρώ, τον καπιταλισμό και την παγκοσμιοποίηση.

Ταυτόχρονα, αμφότερες πλευρές παρουσιάζουν έντονες εθνικιστικές τάσεις, πιστεύοντας πως η Γαλλία πρέπει να λειτουργεί αυτόνομα στην Ευρώπη, να κρατήσει μακριά την οικονομία της από τον ξένο ανταγωνισμό και – στην περίπτωση της ακροδεξιάς -, να στείλει τους μετανάστες στις χώρες απ’ όπου ήρθαν.

Η «κανονικότητα» του Ολάντ δεν απευθύνεται σε αυτούς τους λαϊκιστές ψηφοφόρους. Αλλά θα έπρεπε να τους λαμβάνει υπόψη του, καθώς οι ουτοπικές τους φιλοδοξίες βασίζονται σε δυο θεμιτές ανησυχίες. Η αργή ανάπτυξη και η παγκοσμιοποίηση έχουν χωρίσει την Ευρώπη (και τις ΗΠΑ) σε δυο νέες κοινωνικές τάξεις: αυτούς που διαθέτουν το κεφάλαιο και την παιδεία να αντεπεξέλθουν στις απαιτήσεις της παγκοσμιοποιημένης αγοράς και σε αυτούς που έχουν βαλτώσει σε χαμηλόμισθες ή περιστασιακές δουλειές και απειλούνται από τον ανταγωνισμό νόμιμων και παράνομων μεταναστών.

Κανείς ευρωπαίος ηγέτης, ούτε καν ο Ολάντ, δεν αναφέρει αυτές τις δυο νέες τάξεις. Αντιθέτως, τόσο αυτός, όσο και ο Σαρκοζί απευθύνθηκαν στους ψηφοφόρους της πρώτης περίπτωσης, αντιμετωπίζοντας τους λιγότερο προνομιούχους ψηφοφόρους τους με τη λογική των ανθρώπων τους οποίους πρέπει να «γοητεύσουν». Αυτή η επιφανειακή κατανόηση του λαϊκισμού είναι που καθιστά τον νέο γάλλο πρόεδρο κλασικό παράδειγμα «τυφλού» ηγέτη. Και μια επίφαση κανονικότητας δεν μπορεί να αντέξει τους πραγματικούς κινδύνους που ελλοχεύουν, απειλώντας τα θεμέλια των ευρωπαϊκών κοινωνιών.

*O Γκι Σορμάν είναι γάλλος φιλόσοφος και οικονομολόγος καθώς και συγγραφέας του βιβλίου «Εconomics Does Not Lie» (Τα Οικονομικά Δεν Ψεύδονται).
Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk