Χωρίς λεφτά ο πολιτισμός στην Ευρώπη

Η προδημοσίευση αποσπασμάτων του βιβλίου «Der kulturinfarkt: Von allem zu viel und uberall das gleiche» («Το πολιτισμικό έμφραγμα: υπερβολικά πολλά από τα πάντα και παντού τα ίδια») στο περιοδικό «Der Spiegel» τον περασμένο Μάρτιο προκάλεσε έντονες αναταράξεις στη γερμανική κοινή γνώμη. Πρόκειται για μια τολμηρή κριτική στην κυρίαρχη νοοτροπία της καλλιτεχνικής σκηνής της χώρας, η οποία συνοψίζεται στη φράση «απλώς συνεχίζουμε κάνοντας τα ίδια».

Η προδημοσίευση αποσπασμάτων του βιβλίου «Der kulturinfarkt: Von allem zu viel und uberall das gleiche» («Το πολιτισμικό έμφραγμα: υπερβολικά πολλά από τα πάντα και παντού τα ίδια») στο περιοδικό «Der Spiegel» τον περασμένο Μάρτιο προκάλεσε έντονες αναταράξεις στη γερμανική κοινή γνώμη. Πρόκειται για μια τολμηρή κριτική στην κυρίαρχη νοοτροπία της καλλιτεχνικής σκηνής της χώρας, η οποία συνοψίζεται στη φράση «απλώς συνεχίζουμε κάνοντας τα ίδια».
Οι συγγραφείς του βιβλίου υποστηρίζουν ότι η Γερμανία δεν μπορεί να εξακολουθήσει να συντηρεί οικονομικά τον σημερινό μεγάλο αριθμό πολιτιστικών οργανισμών τον οποίο διαθέτει και θα πρέπει να μειώσει ακόμη και κατά το ήμισυ τα θέατρα, τα μουσεία και τις βιβλιοθήκες προκειμένου να ανακατανείμει με ορθολογικότερο και πιο δημιουργικό τρόπο το προοριζόμενο για την κουλτούρα δημόσιο χρήμα.
«Το μότο «περισσότερη κουλτούρα»» γράφουν «έχει απλώς προσδώσει ακριβό λούστρο στον οικονομικό καπιταλισμό και έχει κατακριθεί επιμελώς. Εχει επίσης αποδειχθεί ότι η σημερινή πρακτική της κρατικοδίαιτης τέχνης δεν λειτουργεί πλέον». Αυτές οι απόψεις προκάλεσαν θύελλα αντιδράσεων, με τον ίδιο τον υπουργό Πολιτισμού της χώρας Αντρέ Σμιτς να επιτίθεται με δριμύτητα εναντίον τους στο επόμενο τεύχος του ίδιου περιοδικού, κατηγορώντας τους ως «κακούς πατριώτες», «αλαζόνες» και «νεοφιλελεύθερους» και υποστηρίζοντας ότι ολόκληρος ο κόσμος ζηλεύει την πολιτιστική ζωή της Γερμανίας, η οποία έχει, εκτός των άλλων, τονώσει και το εθνικό φρόνημα του λαού.
Παρ’ ότι η Γερμανία είναι η μία από τις δύο μόνο χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης οι οποίες αύξησαν τις δαπάνες για τον πολιτισμό στον προϋπολογισμό του 2012, και μάλιστα σε ποσοστό 5,1% (η άλλη είναι η Γαλλία, όπου το αντίστοιχο εθνικό κονδύλι αυξήθηκε κατά 0,9% σε σύγκριση με την προηγούμενη χρονιά), ένας πρόσφατος νόμος ο οποίος επιβάλλει στις 132 ορχήστρες της Γερμανίας να εξαλείψουν τα χρέη τους ως την καλλιτεχνική περίοδο 2019-2020 έχει προκαλέσει έντονες συζητήσεις περί ενδεχόμενων συγχωνεύσεων, οι οποίες με τη σειρά τους γεννούν εξίσου μαχητικές αντιδράσεις και διαμαρτυρίες.
Η πιο αμφιλεγόμενη περίπτωση των προτεινόμενων συγχωνεύσεων σύμφωνα με την έγκυρη μουσική επιθεώρηση «Musical America» αφορά τις δύο ορχήστρες της Νοτιοδυτικής Γερμανικής Ραδιοφωνίας, του Μπάντεν Μπάντεν/Φράιμπουργκ και της Στουτγάρδης, οι οποίες αναμένεται να υποστούν περικοπές της τάξεως των 166 εκατ. ευρώ ως το 2020. Ωστόσο το ενδεχόμενο της συγχώνευσής τους – από τη στιγμή μάλιστα που η πρώτη διακρίνεται στο μπαρόκ ρεπερτόριο και η δεύτερη στο σύγχρονο – έχει οξύνει τα πνεύματα: η διαδικτυακή διαμαρτυρία έχει ήδη συγκεντρώσει 20.000 υπογραφές, ενώ μεταξύ των διαφωνούντων σε μια τέτοια προοπτική περιλαμβάνονται ο πρόεδρος του γερμανικού Κοινοβουλίου, η Ενωση Γερμανικών Ορχηστρών, η Ακαδημία Νέας Μουσικής αλλά και σημαντικοί γερμανοί συνθέτες.

Προνομιούχοι Γερμανοί και Γάλλοι

Η αλήθεια είναι ότι η συζήτηση περί συγχωνεύσεων ή ακόμη και «λουκέτων» δεν είναι τόσο πρόσφατη στη Γερμανία, η οποία, μετά την επανένωση το 1990, βρέθηκε να συντηρεί έναν πραγματικά μεγάλο αριθμό πολιτιστικών οργανισμών. Οσοι παρακολουθούν τις σχετικές εξελίξεις θυμούνται την έντονη συζήτηση περί ενδεχόμενης συγχώνευσης – υπό κοινή διοίκηση – των τριών λυρικών θεάτρων του Βερολίνου στα πρώτα χρόνια του 2000. Δεν ήταν λίγοι μάλιστα όσοι πίστευαν ότι, στην περίπτωση που ένα τέτοιο «σενάριο» προχωρήσει, θα σηματοδοτήσει εξελίξεις σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Τελικά το θέμα πάγωσε για λόγους πολιτικού κόστους, όπως εκτίμησαν πολλοί, οι οποίοι θυμούνται ακόμη την περίπτωση του 73χρονου σήμερα Ούλριχ Ρόλοφ Μόμιν, υπευθύνου πολιτιστικών υποθέσεων στο κρατίδιο του Βερολίνου στα πρώτα χρόνια της επανένωσης. Η τότε απόφασή του να κλείσει το θέατρο Σίλερ (το οποίο σήμερα στεγάζει προσωρινά τις δραστηριότητες της Κρατικής Οπερας του Βερολίνου, καθώς το κτίριό της βρίσκεται υπό ανακαίνιση) λόγω της γενικότερης κακής του κατάστασης τον ακολουθεί ως «στίγμα» ως σήμερα, που πλέον έχει αποσυρθεί, παρά τη γενικότερα επιτυχημένη, κατά κοινή ομολογία, θητεία του.
Πολλοί αναλυτές αποδίδουν το γεγονός ότι η Γερμανία και η Γαλλία είναι οι μόνες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης που αύξησαν τις δαπάνες τους για τον πολιτισμό το 2012 – πέραν της γενικότερης εικόνας της οικονομίας τους η οποία το επιτρέπει, σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές κοινωνίες που βιώνουν έντονα την κρίση – σε λόγους ιστορικούς: στην παραδοσιακή πρωτοκαθεδρία του θεάτρου και της μουσικής στον γερμανόφωνο κόσμο και στο πάγιο ενδιαφέρον της Γαλλίας για τη διάδοση της κουλτούρας και της γλώσσας της.
Παρ’ ότι ο πολιτισμός βρισκόταν μάλλον χαμηλά στην ατζέντα της προεκλογικής περιόδου τόσο για τον νικητή των προεδρικών εκλογών Φρανσουά Ολάντ όσο και για τον ηττημένο Νικολά Σαρκοζί, σύμφωνα με εκτιμήσεις που έχουν δει το φως της δημοσιότητας η επανέναρξη της λειτουργίας του παρισινού Palais de Tokyo τον περασμένο Απρίλιο ύστερα από 10μηνη ευρεία ανακαίνιση που κόστισε 26 εκατ. δολάρια και μετέτρεψε το κτίριο που εγκαινιάστηκε στα 1937, στον μεγαλύτερο εκθεσιακό χώρο για τη Σύγχρονη Τέχνη στην Ευρώπη, έκανε πολλούς Γάλλους να συνειδητοποιήσουν την προνομιακή θέση τους σε σχέση με τους Βρετανούς, τους Ολλανδούς ή τους Ισπανούς.

Περικοπές και «λουκέτα» στη Μ. Βρετανία

Πριν από λίγες ημέρες ο υπουργός Πολιτισμού της Μεγάλης Βρετανίας Εντ Βαϊζέι διέψευσε κατηγορηματικά τις δηλώσεις της σκιώδους υπουργού των Εργατικών Χάριετ Χάρμαν, η οποία κατήγγειλε ότι η κυβέρνηση Κάμερον σχεδιάζει να καταργήσει το υπουργείο μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου. Ωστόσο ο ίδιος είδε τον προϋπολογισμό του να μειώνεται κατά 24%. Σύμφωνα με πολύ πρόσφατη έρευνα της Τσέχας Μπάρμπαρα Πολακόβα στο πλαίσιο σχετικού διμερούς project της Ευρωπαϊκής Ενωσης σε συνεργασία με το Συμβούλιο Τεχνών του Καναδά, το 41% των βρετανικών περικοπών θα προέλθει από διοικητικά έξοδα που περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την κατάργηση ή την αναμόρφωση 19 από τους 55 εποπτευόμενους οργανισμούς του υπουργείου, μεταξύ αυτών του Βρετανικού Κέντρου Κινηματογράφου και του Εθνικού Συμβουλευτικού Σώματος για το Θέατρο.
Τις μεγαλύτερες περικοπές όμως υπέστη το Βρετανικό Συμβούλιο Τεχνών, το οποίο συρρικνώθηκε κατά 30% την περασμένη χρονιά. Μια τέτοια μείωση στη χρηματοδότηση αναμένεται να οδηγήσει, όπως εκτιμάται, σε «λουκέτο» έναν στους δέκα πολιτιστικούς οργανισμούς της χώρας. Ως θετικό βήμα αξιολογείται εν τούτοις η φορολογική ελάφρυνση σε τηλεοπτικές παραγωγές και προγράμματα κινουμένων σχεδίων που έχει εξαγγείλει η κυβέρνηση και αναμένεται να τεθεί σε ισχύ ως τον Απρίλιο του 2013 με σκοπό την προσέλκυση ξένων εταιρειών προκειμένου να «γυρίσουν» αντίστοιχα projects στη Βρετανία. Η φορολογική ελάφρυνση στα παιχνίδια βίντεο πάντως υπολογίζεται ότι μπορεί να αυξήσει τη συμβολή του τομέα αυτού στη βρετανική οικονομία κατά 280 εκατ. λίρες τα επόμενα πέντε χρόνια.
Τον κίνδυνο που φαίνεται να αποφεύγει πάντως η Μεγάλη Βρετανία – τουλάχιστον σύμφωνα με τις δηλώσεις του υπουργού Πολιτισμού – αντιμετωπίζει η Τσεχία, η οποία φέρεται να μελετά σοβαρά την κατάργηση του αντίστοιχου υπουργείου ακολουθώντας το παράδειγμα της Πορτογαλίας (όπου το 2011 το υπουργείο Πολιτισμού υποβιβάστηκε σε Γραμματεία λόγω περικοπών). Σύμφωνα με τη μελέτη της Πολακόβα η Τσεχία επενδύει μόλις γύρω στο 0,6 του προϋπολογισμού της στον πολιτισμό, με τον δεξιό κυβερνητικό συνασπισμό να επαφίεται κυρίως στα ευρωπαϊκά προγράμματα για τη στήριξη των τεχνών. Ωστόσο η Τσεχία είναι μια χώρα που ανταγωνίζεται με αξιώσεις την υπόλοιπη Ανατολική Ευρώπη στην προσέλκυση κινηματογραφικών συνεργείων από τη Δύση. Χαρακτηριστικό είναι άλλωστε το γεγονός ότι εδώ και μερικά χρόνια η Πράγα θεωρείται το Χόλιγουντ της Γηραιάς Ηπείρου.

Στην Ολλανδία το… τσίρκο αντέχει

Περικοπές της τάξεως του 5% προβλέπει για τον πολιτισμό ο προϋπολογισμός του 2012 στη Δανία, ενώ στην Ολλανδία η αντίστοιχη μείωση θα φθάσει το 25% ως τον Ιανουάριο του 2013. Η φορολόγηση των εισιτηρίων για τις πολιτιστικές εκδηλώσεις αναμένεται να αυξηθεί από το σημερινό 6% στο 19% με τους κινηματογράφους, τις αθλητικές διοργανώσεις, τους ζωολογικούς κήπους και τα τσίρκα να εξαιρούνται από τη ρύθμιση αυτή.
Σοβαρές περικοπές ωστόσο – οι οποίες ανέρχονται στο 15% του συνολικού πολιτιστικού προϋπολογισμού – έχουν ήδη αποφασιστεί και στην Ισπανία, η οποία παρουσιάζει τον υψηλότερο δείκτη ανεργίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Ο πολιτιστικός τομέας αποτελεί περίπου το 4% του ΑΕΠ της χώρας και απασχολεί περίπου το 2,8% του εργατικού δυναμικού της. Σύμφωνα με όσα προβλέπει ο προϋπολογισμός του 2012 το Κέντρο Κινηματογράφου, το οποίο υποστηρίζει οικονομικά το ισπανικό σινεμά, θα υποστεί περικοπές της τάξεως του 35% (από 106 εκατ. ευρώ θα πέσει στα 69 εκατ.). Η δεύτερη μεγαλύτερη περικοπή – κατά 17% – αφορά τις παραστατικές τέχνες και τη μουσική, ενώ μείωση ύψους 14% θα αντιμετωπίσει η Εθνική Βιβλιοθήκη.
Πασαρέλα και… πάρτι στα αρχαιολογικά μνημεία
Ο δημόσιος διάλογος με θέμα το δίπολο «πολιτισμός – κρίση» είναι θερμός τα τελευταία χρόνια στη γειτονική Ιταλία. Και δικαιολογημένα: η μεν κουλτούρα αποτελεί το «βαρύ πυροβολικό» της χώρας, η οποία διαθέτει 44 μνημεία Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO, 5.000 μουσεία και 60.000 αρχαιολογικούς χώρους, ενώ είναι ευρέως γνωστή ως η «πατρίδα της όπερας», η δε κρίση την έχει, ως γνωστόν, χτυπήσει με σφοδρότητα.
Σε αντίθεση με ό,τι θα περίμενε ίσως κανείς, οι δαπάνες για τον πολιτισμό αντιπροσωπεύουν μόλις το 0,2 του προϋπολογισμού της χώρας (1,4 δισ. ευρώ), τη στιγμή που ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ενωση κινείται περί το 1%. Στο πλαίσιο αυτό η ανάγκη εξεύρεσης εναλλακτικών τρόπων χρηματοδότησης απασχολεί έντονα τους αρμοδίους. Σε ό,τι αφορά τους αρχαιολογικούς χώρους, η πρόσκληση σε ιδιωτικούς χορηγούς προκειμένου να αναλάβουν τα κόστη ανακαίνισης-αναστήλωσης, εξασφαλίζοντας τη δυνατότητα χρήσης τους για εμπορικούς σκοπούς ως αντιστάθμισμα, τείνει να εξελιχθεί σε τάση, η οποία όμως συναντά έντονες αντιδράσεις.
Χαρακτηριστική η περίπτωση του 58χρονου Ντιέγκο ντέλα Βάλε, ιδιοκτήτη της πολυτελούς φίρμας παπουτσιών Tod’s, ο οποίος δεσμεύθηκε να αναλάβει τα έξοδα αναστήλωσης του Κολοσσαίου έναντι 25 εκατ. ευρώ έχοντας πλειοδοτήσει στην προβλεπόμενη διαδικασία, για να αντιμετωπίσει όμως την οργισμένη αντίρρηση του συνδικάτου που εκπροσωπεί τους εργαζομένους στον χώρο του πολιτισμού. Παρ’ όλα αυτά οι ιθύνοντες που δηλώνουν πρόθυμοι να παραχωρήσουν αρχαιολογικούς χώρους για πάρτι ή επιδείξεις μόδας προκειμένου να εξασφαλίσουν τους πόρους συντήρησής τους δεν λείπουν.
Αναφορικά με τον χώρο της όπερας, το τοπίο διαγράφεται μάλλον δύσκολο, με δεδομένο τον άκρως δαπανηρό χαρακτήρα του ίδιου του είδους. Εν προκειμένω το ζητούμενο είναι η αύξηση της παραγωγικότητας με ταυτόχρονη μείωση των δαπανών.
Τα ιταλικά λυρικά θέατρα παρουσιάζουν κατά μέσο όρο 80 παραστάσεις τη σεζόν, τη στιγμή που για την Οπερα του Παρισιού ο αριθμός ανέρχεται σε 150 και για την Κρατική Οπερα της Βιέννης σε 230. Το χρέος των δεκατριών μεγαλύτερων λυρικών θεάτρων της Ιταλίας υπερβαίνει αθροιστικά τα 300 εκατ. ευρώ, ενώ σύμφωνα με επίσημες ανακοινώσεις του γενικού διευθυντή της Στεφάν Λισνέρ, η φημισμένη Σκάλα του Μιλάνου για πρώτη φορά τα τελευταία χρόνια αναμένει έλλειμμα της τάξεως των 8 εκατ. ευρώ για το 2012 (με συνολικό προϋπολογισμό 100 εκατ. ευρώ, κατά τι μικρότερο από αυτόν του 2011). Ωστόσο η οργανωτική αυτονομία που της αναγνωρίστηκε προσφάτως από την κυβέρνηση Μόντι (καθεστώς που προηγουμένως είχε αναγνωριστεί στην Οπερα της Ρώμης και αργότερα στην Ακαδημία της Αγίας Καικιλίας) αναμένεται να δημιουργήσει νέα, ευνοϊκότερη πραγματικότητα τα επόμενα χρόνια τόσο στο επίπεδο του καλλιτεχνικού προγραμματισμού όσο και στα οικονομικά.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk