Πόζες εποχής

Ο Εμίλ Ζολά δεν άντεχε καθόλου τους ηθοποιούς της εποχής του – ειδικά αυτούς που θεωρούνταν οι καλύτεροι. Πίστευε ότι μιλούσαν επιτηδευμένα, δεν επικοινωνούσαν ο ένας με τον άλλο, έπαιζαν προς το κοινό και εκτελούσαν τις εισόδους και τις εξόδους τους με τον διαβήτη.

Ο Εμίλ Ζολά δεν άντεχε καθόλου τους ηθοποιούς της εποχής του – ειδικά αυτούς που θεωρούνταν οι καλύτεροι. Πίστευε ότι μιλούσαν επιτηδευμένα, δεν επικοινωνούσαν ο ένας με τον άλλο, έπαιζαν προς το κοινό και εκτελούσαν τις εισόδους και τις εξόδους τους με τον διαβήτη. Αντιθέτως, όταν επισκέφτηκε το Παρίσι ένας θίασος ιταλών ηθοποιών με επικεφαλής τον Τομάζο Σαλβίνι, ο Ζολά ενθουσιάστηκε: «Το κοινό ήταν σαν να μην υπήρχε για αυτούς… Γυρνούσαν την πλάτη τους στην πλατεία, έμπαιναν, έλεγαν αυτό που ήθελαν να πουν και έβγαιναν με φυσικότητα, χωρίς την παραμικρή προσπάθεια να προσελκύσουν πάνω τους την προσοχή. Αυτό μπορεί να μην ακούγεται τρομερό, αλλά είναι εξαιρετικά σημαντικό για μας στη Γαλλία».
«Με φυσικότητα»: αυτή η φράση-κλειδί βρισκόταν στο επίκεντρο της προσπάθειας του συγγραφέα να ανανεώσει το γαλλικό θέατρο, το οποίο σύμφωνα με την άποψή του έπρεπε να περάσει στο επόμενο στάδιο της εξέλιξής του, τον νατουραλισμό: «Την επιστροφή στη φύση και τον άνθρωπο, την άμεση παρατήρηση, την ακριβή ανατομία, την αποδοχή και σκιαγράφηση του υπαρκτού».
Την εποχή της μεγάλης επιστημονικής προόδου, ο καλλιτέχνης οφείλει, σύμφωνα με τον Ζολά, να εμπνέεται από τον επιστήμονα και να υιοθετεί τις μεθόδους του. Το 1880 γράφει στο «Roman experimental»: «Ο συγγραφέας, έπειτα από προσεκτική παρατήρηση, συλλέγει γεγονότα, επιλέγει ένα σημείο αφετηρίας και οριοθετεί ένα σταθερό έδαφος πάνω στο οποίο οι ήρωές του μπορούν να περπατήσουν και τα φαινόμενα να αναπτυχθούν». Στη συνέχεια αφήνει τους ήρωες να εξελιχθούν «σύμφωνα με τις επιταγές του ντετερμινισμού και των φαινομένων υπό εξέταση». Κατά συνέπεια, το «πειραματικό μυθιστόρημα» είναι «μια λεκτική καταγραφή ενός πειράματος που ο μυθιστοριογράφος διεξάγει ενώπιον του κοινού». Στόχος του «η επιστημονική γνώση του ανθρώπου στις ατομικές και κοινωνικές του δράσεις».
Τις θεωρίες του αυτές ο Ζολά πάσχισε να τις κάνει πράξη στα έργα του. Θα ήταν λάθος να πιστέψουμε ότι υπερασπιζόταν μια ψυχρή, φωτογραφική απεικόνιση της πραγματικότητας. Ο Ζολά αναγνώριζε τη σημασία της καλλιτεχνικής προσωπικότητας, μέσα από το βλέμμα της οποίας φιλτράρονται τα δεδομένα: το έργο τέχνης είναι «ένα κομμάτι της φύσης ιδωμένο μέσα από την ιδιοσυγκρασία (του συγγραφέα)». Οπως έγραψε το 1873 στην περίφημη εισαγωγή στην «Τερέζα Ρακέν», που θεωρείται πλέον μανιφέστο του νατουραλισμού, το θεατρικό αυτό έργο δεν έχει τη λογική της απλής κατάθεσης γεγονότων αλλά της απόδοσης «αισθήσεων και αισθημάτων». Η λύση του δράματος, φυσικά, ακολουθεί τη λογική μιας μαθηματικής εξίσωσης.
Με άλλα λόγια, τι θα συμβεί όταν μια γυναίκα στερημένη και καταπιεσμένη συναντήσει έναν άνδρα ακατέργαστο, γεμάτο ορμές; «Η φύση των περιστάσεων μοιάζει να έπλασε αυτή τη γυναίκα για αυτόν τον άνδρα και να έσπρωξε τον ένα πάνω στον άλλο. Οι δυο τους μαζί, αυτή νευρική και υποκρίτρια, αυτός με το αίμα του να βράζει και παραδομένος σε άξεστη ζωή, δημιούργησαν ένα ισχυρό ζευγάρι μέσα από την ένωσή τους» σημειώνει ο ίδιος στο μυθιστόρημα «Τερέζα Ρακέν» (που προηγήθηκε του θεατρικού κατά έξι χρόνια).
Τα ένστικτα, οι σκοτεινές δυνάμεις του ασυνείδητου, η κτηνώδης πλευρά του ανθρώπου βρίσκονται κάτω από τον μεγεθυντικό φακό του συγγραφέα-επιστήμονα πειραματιστή που αναζητεί επιμόνως τις συνισταμένες της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Το ζωώδες πάθος των δύο εραστών θα σπείρει την καταστροφή, όχι μόνο στους γύρω αλλά και στους ίδιους. Αυτό για τον Ζολά είναι αναπόφευκτο, ταυτόχρονα όμως έχει το τίμημά του: κανένας δεν είναι τόσο απελευθερωμένος από τις επιταγές της ηθικής. Οι δύο εραστές, μετά τον φόνο του συζύγου της Τερέζας, δεν θα μπορέσουν να απολαύσουν το πάθος τους. Οι τύψεις θα σκοτώσουν την επιθυμία και οι δυο τους θα βρεθούν χωρισμένοι με μια λίμνη αίματος ανάμεσά τους. Η αυτοκτονία θα αποδειχθεί η μόνη διέξοδος από μια ζωή εφιαλτική, γεμάτη ενοχές και φαντάσματα.
Το πείραμα του Ζολά δεν είχε καμία τύχη στα χέρια της Αθανασίας Καραγιαννοπούλου. Αυτό το καζάνι που βράζει μετατράπηκε όχι απλώς σε φωτιά που σιγοκαίει αλλά σε κάρβουνα σβηστά και κακόηχα. Είναι τόσο επιφανειακό το παίξιμο των ηθοποιών, τόσο κούφιο, που νιώθεις να μην υπάρχει καμία ψυχή επί σκηνής – μονάχα μηχανικοί αντίλαλοι. Μελόδραμα ιμιτασιόν, πόζες εποχής, στόμφος (ειδικά ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος), απύθμενη εξωτερικότητα, πλήρης ανικανότητα επαφής και σύνδεσης, λες και καθένας παίζει μόνος του στο κενό (ελαφριά νότα φυσικότητας ο Θανάσης Κουρλαμπάς στον ρόλο του ασθενούς συζύγου). Ούτε στιγμή δεν πιστεύουμε στο πάθος τους, ούτε στιγμή δεν αγωνιούμε μαζί τους για το έγκλημά τους. Η απεύθυνση στους «αόρατους καλεσμένους» προκαλεί πονοκέφαλο, ενώ η οπερατική επίφαση της μουσικής δεν ξεγελά την κραυγαλέα απουσία ατμόσφαιρας. Τέλος, τα σκηνικά του Μανόλη Παντελιδάκη – βραχοφαγωμένα έπιπλα και στάχυα στο πάτωμα (ένα homage στην πετρωμένη αισθητική του εγχειρήματος;) – αποδεικνύονται απλώς τερατώδη.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk