Ο Αλέξης «καβάλα στο κύμα» της νέας μεταπολίτευσης

Ορισμένοι – εκ δεξιών και εξ αριστερών του – έσπευσαν να αποδώσουν στον κ. Αλ. Τσίπρα χαρακτηριστικά του Ανδρέα Παπανδρέου της Μεταπολίτευσης, της εποχής που ο ιδρυτής του ΠαΣοΚ έμπαινε δυναμικά στο πολιτικό παιχνίδι για να εκφράσει τον «ακάλυπτο» ως τότε μεσαίο χώρο της εποχής και να γίνει πολύ σύντομα ρυθμιστής των εξελίξεων κυριαρχώντας στα πολιτικά δρώμενα της χώρας με όχημα τα συνθήματα και τα οράματα της Αριστεράς για έξοδο από την ΕΟΚ και το ΝΑΤΟ (με το αλήστου μνήμης «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο») και για σοσιαλισμό.

Ορισμένοι – εκ δεξιών και εξ αριστερών του – έσπευσαν να αποδώσουν στον κ. Αλ. Τσίπρα χαρακτηριστικά του Ανδρέα Παπανδρέου της Μεταπολίτευσης, της εποχής που ο ιδρυτής του ΠαΣοΚ έμπαινε δυναμικά στο πολιτικό παιχνίδι για να εκφράσει τον «ακάλυπτο» ως τότε μεσαίο χώρο της εποχής και να γίνει πολύ σύντομα ρυθμιστής των εξελίξεων κυριαρχώντας στα πολιτικά δρώμενα της χώρας με όχημα τα συνθήματα και τα οράματα της Αριστεράς για έξοδο από την ΕΟΚ και το ΝΑΤΟ (με το αλήστου μνήμης «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο») και για σοσιαλισμό.
Δεκαετίες μετά τη δυναμική έλευση του Ανδρέα Παπανδρέου στο πολιτικό σκηνικό της μεταδικτατορικής Ελλάδας και ενώ ο κύκλος της Μεταπολίτευσης, όπως έδειξε το εκλογικό αποτέλεσμα της 6ης Μαΐου, έκλεισε μάλλον οριστικά σε ό,τι αφορά την εναλλαγή στην εξουσία των δύο πυλώνων του, του ΠαΣοΚ και της ΝΔ, η παρουσία του 38χρονου ηγέτη του ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται στο επίκεντρο των εξελίξεων και της «αλλαγής σκηνικού» που συντελείται.
Παρά τις αναλογίες που μπορεί κάποιος να διαπιστώσει, όπως η ξαφνική άνοδος των εκλογικών ποσοστών των δύο αυτών χώρων (το ΠαΣοΚ στις εκλογές του ’74 είχε λάβει 13,5%, ποσοστό το οποίο διπλασίασε στις εκλογές του ’77, παγιώνοντας τη δυναμική εξουσίας που το έφερε πρώτο κόμμα το 1981), οι διαφορές είναι μεγάλες. Η κυριότερη, ότι ο κ. Τσίπρας είναι ένας νέος πολιτικός που συμβολίζει και απηχεί μια άλλη αντίληψη για την άσκηση της πολιτικής, με όρους προσαρμοσμένους σε μια άλλη εποχή, δίχως προηγούμενη εμπειρία, όπως είχε ο Ανδρέας από την εποχή της προδικτατορικής Ενώσεως Κέντρου επί Γεωργίου Παπανδρέου. Αν για τον ιδρυτή του ΠαΣοΚ η εισβολή του στο μεταχουντικό πολιτικό σκηνικό ήταν ένα δυναμικό come back, για τον κ. Τσίπρα ξεκίνησε από το «άλφα» με μια ευθύγραμμη πορεία και με προωθητική δύναμη την επικοινωνιακή του εικόνα, η οποία απηχούσε το αίτημα για νέα άφθαρτα πρόσωπα στην πολιτική ζωή.

Εκτός «κάδρου ευθυνών»

Γεννημένος τέσσερις ημέρες μετά την πτώση της χούντας και δίχως τη βιωματική σχέση με την πολιτική κληρονομιά της γενιάς της Μεταπολίτευσης, ο επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ επιβλήθηκε στο κόμμα του από τον κ. Αλ. Αλαβάνο το 2008 κάνοντας εξαρχής μια εντυπωσιακή είσοδο στο πολιτικό στερέωμα και εκτοξεύοντας τα δημοσκοπικά ποσοστά του χώρου του στα ύψη (18%), για να καταγράψει στην πορεία θεαματική πτώση, αλλά κατορθώνοντας να τον κρατήσει όρθιο παρά τις μεγάλες αναταράξεις που προκάλεσαν το αρνητικό εκλογικό αποτέλεσμα των ευρωεκλογών του 2009 και η σύγκρουση που ακολούθησε με τον κ. Αλαβάνο. Το αποτέλεσμα ήταν ο κ. Τσίπρας να επιβιώσει πολιτικά και να ξαναδώσει μια ανάσα ζωής στον ΣΥΡΙΖΑ αποσπώντας ένα θετικό, για τα δικά του μέτρα και σταθμά, ποσοστό στις εθνικές εκλογές του 2009 (4,65%), ενώ ο κ. Αλαβάνος, ο οποίος πάντα φλέρταρε με την ιδέα να αποκτήσει ο ΣΥΡΙΖΑ τη δυναμική του ΠαΣοΚ του ’74, έμεινε εκτός νυμφώνος.
Ο νεαρός πολιτικός επιβλήθηκε χωρίς να έρθει σε κάθετη ρήξη με τις εσωκομματικές «βαρονίες» και τις ετερόκλητες δυνάμεις που συγκροτούν το ιδιότυπο συμμαχικό μόρφωμα του ΣΥΡΙΖΑ παρά τις κατά καιρούς μεγάλες αποκλίσεις σε θέσεις και εκτιμήσεις μεταξύ τους. Η δημόσια εικόνα του και κυρίως το γεγονός ότι είναι εκτός του «κάδρου των ευθυνών» στο οποίο είναι ενταγμένοι οι πολιτικοί του αποσαθρωμένου μεταπολιτευτικού σκηνικού τον βοήθησαν, όπως προέκυψε από το εκλογικό αποτέλεσμα που συγκέντρωσε την περασμένη Κυριακή (16,78%), να προσελκύσει ευρύτατα τμήματα ψηφοφόρων διεισδύοντας στα εκλογικά ακροατήρια των άλλων κομμάτων, τόσο του ΠαΣοΚ και της ΝΔ όσο και του ΚΚΕ.

Οι διερευνητικές εντολές

Ο κ. Τσίπρας εξέφρασε δυναμικά και με ρίσκο (όσον αφορά την καθοριστική επιλογή να προβάλει στην τελική ευθεία προς τις εκλογές την ιδέα της αντιμνημονιακής κυβέρνησης με πυρήνα την Αριστερά) τη μεγάλη δυσαρέσκεια και οργή των πολιτών έναντι του δικομματισμού, ως υπεύθυνου για την οικονομική κρίση που μαστίζει τη χώρα αλλά και για τις δεσμεύσεις που ανέλαβε έναντι των πιστωτών. Και πέτυχε να επιτρέψει σε έναν ευρύτερο κόσμο να πλησιάσει άφοβα τον ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς η ψήφος του να είναι αριστερή.
Τα δύσκολα ωστόσο για τον κ. Τσίπρα είναι μπροστά. Οπως έλεγαν άλλωστε ο ίδιος και οι συνεργάτες του από τη βραδιά των εκλογών, «το ζήτημα πλέον είναι πώς θα διαχειριστούμε την εντολή του κόσμου και αν θα αποδειχθούμε στην πράξη ικανοί να την εκφράσουμε».

Τα νούμερα και οι επιδιώξεις

«Καβάλα στο κύμα», ο επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ επιχείρησε στη φάση της διερεύνησης δυνατότητας σχηματισμού κυβέρνησης να κρατηθεί πάνω στην ιστιοσανίδα του. Προσήλθε στη διαδικασία των διερευνητικών εντολών χωρίς να τον έχει καταλάβει πολιτικό άγχος, καθώς στους παροικούντες την Κουμουνδούρου ήταν εξαρχής γνωστό ότι με δεδομένη την άρνηση του ΚΚΕ να συμμετάσχει, ακόμη και με τους ευνοϊκότερους όρους για το ίδιο, σε ένα κυβερνητικό σχήμα συνεργασίας με τον ΣΥΡΙΖΑ, «οι αριθμοί δεν έβγαιναν».
«Αριθμητικά κυβέρνηση της Αριστεράς δεν προκύπτει, αλλά υπάρχει η πολιτική αναγκαιότητα για να γίνει αυτό το βήμα» λένε κομματικοί παράγοντες. Στον βαθμό μάλιστα που η καταγγελία του μνημονίου και της δανειακής σύμβασης που απορρέει από αυτό ετέθη από τον κ. Τσίπρα ως «κόκκινη γραμμή» – παρά το πιο ήπιο περιεχόμενο της επιστολής του προς τους δανειστές, όπου κάνει λόγο για «επανεξέταση του υπάρχοντος πλαισίου -, ήταν προφανές ότι δύσκολα θα μπορούσε να βρεθεί πεδίο συνεννόησης με τα άλλα κόμματα, τόσο τα «μνημονιακά» ΝΔ και ΠαΣοΚ, παρ’ όλες τις υποχωρήσεις που έκαναν αποδεχόμενα να συμμετάσχουν σε κυβέρνηση με τον ΣΥΡΙΖΑ η οποία θα επαναδιαπραγματευόταν στα σημεία που μπορούσε το μνημόνιο, όσο και τη ΔΗΜΑΡ, η οποία αναγνωρίζει τη δανειακή σύμβαση και προσβλέπει σε σταδιακή απαγκίστρωση από το μνημόνιο.

Στρατηγικές
Με το βλέμμα στο bonus των 50 εδρών
Ο κ. Τσίπρας επιχείρησε να «στριμώξει» τους κκ. Αντ. Σαμαρά και Ευ. Βενιζέλο μέσω του προαπαιτούμενου που έθεσε για άρση των δεσμευτικών υπογραφών τους έναντι των πιστωτών και να εκμεταλλευθεί πολιτικά τη φάση των διερευνητικών εντολών για να επικοινωνήσει τις θέσεις του, έχοντας την προσοχή του στραμμένη στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση, η οποία, όπως δείχνουν οι πρώτες μετεκλογικές δημοσκοπήσεις, θα ενισχύσει περαιτέρω τον ΣΥΡΙΖΑ, εις βάρος των άλλων κομμάτων.
«Δεν είναι επιλογή μας οι εκλογές» επιμένουν στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, αναγνωρίζοντας πάντως ότι «δεν υπάρχει η αριθμητική για μια αριστερή κυβέρνηση». Ηδη στην Κουμουνδούρου επεξεργάζονται νομικά το αίτημα ο ΣΥΡΙΖΑ να λάβει μέρος στις εκλογές ως κόμμα και όχι ως συνασπισμός κομμάτων, ώστε σε περίπτωση που αναδειχθεί πρώτη δύναμη να κερδίσει το bonus των 50 εδρών που προβλέπει ο εκλογικός νόμος Παυλόπουλου.
Παράλληλα, επιχειρείται να διευρυνθεί το μέτωπο των συνεργασιών του, όπως με τον κ. Μ. Θεοδωράκη, ο οποίος δήλωσε ότι θα είναι στην «πρώτη γραμμή» καλώντας σε ενίσχυση του κ. Τσίπρα, ή της κυρίας Λούκας Κατσέλη, η οποία εμφανίστηκε να υποστηρίζει το αντιμνημονιακό πλαίσιο που θέτει ο ΣΥΡΙΖΑ.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Αφιερώματα
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk