Κοινότυπες διαπιστώσεις και μία πρόταση από έναν υποστηρικτή του ευρώ

Το αποτέλεσμα των εκλογών δημιουργεί υψηλό βαθμό αβεβαιότητας για το τι μέλλει γενέσθαι σε μία σειρά από αλληλεξαρτώμενα πεδία: τη δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης συνεργασίας (ως αποτέλεσμα αυτών ή νέων εκλογών), την πολιτική προγραμματική πλατφόρμα η οποία θα λειτουργήσει

Κοινότυπες διαπιστώσεις και μία πρόταση από έναν υποστηρικτή του ευρώ | tovima.gr

Το αποτέλεσμα των εκλογών δημιουργεί υψηλό βαθμό αβεβαιότητας για το τι μέλλει γενέσθαι σε μία σειρά από αλληλεξαρτώμενα πεδία: τη δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης συνεργασίας (ως αποτέλεσμα αυτών ή νέων εκλογών), την πολιτική προγραμματική πλατφόρμα η οποία θα λειτουργήσει ως άξονας σύγκλισης και πυξίδα πόρευσης οποιασδήποτε δυνάμει κυβέρνησης συνεργασίας, τις εν εξελίξει διεργασίες, διαβουλεύσεις και υποχρεώσεις που σχετίζονται με τη νέα δανειακή συμφωνία που έχει υπογράψει η χώρα, την πρόσβαση στις αγορές μέσω βραχυχρόνιου δανεισμού με τη μορφή εντόκων γραμματίων (με πρώτο σημαντικό τεστ τη σημερινή δημοπρασία ύψους 1 δισ. ευρώ), και βέβαια, εν συνόλω, τον στρατηγικό προσανατολισμό της χώρας αναφορικά με την παραμονή μας στην ευρωζώνη.

Περίπου το 59% του εκλογικού σώματος ψήφισε κατά του πλαισίου προσαρμογής που ορίζεται από το «Μνημόνιο 2» (ΣΥΡΙΖΑ 16,8%, Ανεξάρτητοι Ελληνες 10,6%, ΚΚΕ 8,5%, Χρυσή Αυγή 7%, ΔΗΜΑΡ 6,1%, Οικολόγοι Πράσινοι 2,93%, ΛΑΟΣ 2,9%, ΑΝΤΑΡΣΥΑ 1,19%, Κοινωνική Συμφωνία 1%, ΟΧΙ 1%, ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ 1%). Ωστόσο, δεν υπάρχει σχεδόν καμία ορατή προοπτική συγκρότησης κυβέρνησης μεταξύ αυτών των δυνάμεων, γεγονός που πολλαπλασιάζει γεωμετρικά την παραπάνω αβεβαιότητα.

ΖΗΤΟΥΜΕΝΟ και ΒΑΣΙΚΟ ΔΙΑΚΥΒΕΥΜΑ για την επόμενη ημέρα των εκλογών είναι πώς θα καταφέρουμε η κατάρρευση του παραδοσιακού πολιτικού συστήματος να μην μετατραπεί σε αδιέξοδο, οικονομικο-κοινωνική κατάρρευση και «στρατηγικό αποπροσανατολισμό» της χώρας, αλλά σε μία νέα δημιουργική δυναμική που θα διασφαλίσει ότι η έξοδος της χώρας από την οικονομική κρίση δεν θα μας οδηγήσει στο παρελθόν αλλά στο μέλλον, δεν θα μας αφήσει μόνους και αδύναμους με «περήφανο» εθνικό νόμισμα, αλλά θα θέσει τα θεμέλια για τη δημιουργία μίας ανερχόμενης οικονομίας της γνώσης, της καινοτομίας και της προστιθέμενης αξίας που βρίσκεται, διεθνώς, στο κέντρο λήψης των αποφάσεων.

Αφήνει το εκλογικό αποτέλεσμα περιθώριο για μία τέτοια νέα σελίδα; Μπορεί η αβεβαιότητα του αποτελέσματος να μην μετατραπεί σε αδιέξοδο ή αστάθεια αλλά σε ένα νέο πολιτικό πλαίσιο που θα λειτουργήσει ως καταλύτης θετικών εξελίξεων; ΙΣΩΣ. Και σε κάθε περίπτωση όλες οι δυνάμεις που πιστεύουν στην ευρωπαϊκή πορεία της χώρας και στη διατήρηση του ευρώ ως κοινού νομίσματος της Ευρωπαϊκής Ενωσης, δεν έχουν άλλη επιλογή από το να προσπαθήσουν, να συνθέσουν, να δημιουργήσουν, να καινοτομήσουν, έστω και αν το αποτέλεσμα είναι μία «μεταβατική κυβέρνηση» με περιορισμένο πρόγραμμα, στόχο και εντολή.

Βάσει των ποσοστών των κομμάτων και των δηλώσεων των πολιτικών αρχηγών, ο μόνος διαφαινόμενος δυνατός συνδυασμός δείχνει να είναι μία κυβέρνηση συνεργασίας μεταξύ της ΝΔ (18,9%), του ΠαΣοΚ (13,2%) και της Δημοκρατικής Αριστεράς (6,1%) που θα εξασφάλιζε κυβέρνηση του 38,2% και 168 έδρες. Ωστόσο, μία τέτοια κυβέρνηση θα είχε αδύναμη νομιμοποιητική βάση. Μόνη λύση σε αυτό το πρόβλημα νομιμοποίησης θα ήταν αν στη δυνάμει αυτή κυβέρνηση δεν συμμετείχαν μόνο εκπρόσωποι από τα ανωτέρω τρία κόμματα αλλά και από τα κόμματα που απέσπασαν σημαντικό αριθμό ψήφων αλλά δεν συμμετέχουν στη Βουλή: Οικολόγοι Πράσινοι 2,9%, ΛΑΟΣ 2,9%, Δημοκρατική Συμμαχία 2,6%, Δημιουργία Ξανά 2,15%, Δράση 1,8%, Κοινωνική Συμφωνία 1%. Αθροιστικά το ποσοστό αυτών των κομμάτων είναι περίπου 13,35%. Σε συνδυασμό δε με το ποσοστό των ΝΔ-ΠαΣοΚ-ΔΗΜΑΡ (38,2%), το ποσοστό των κομμάτων που θα συμμετείχαν και θα στήριζαν μία τέτοια κυβέρνηση θα έφτανε το 51,5%. Η συμμετοχή του ΣΥΡΙΖΑ σε μία τέτοια κυβέρνηση, με υιοθετημένο στρατηγικό στόχο την παραμονή της χώρας στο ευρώ, θα ήταν πολύπλευρα σημαντική, αλλά η επιμονή της ηγεσίας του κόμματος στην «καταγγελία» της δανειακής σύμβασης την κάνει μάλλον μη-πιθανή.

Το υψηλό ποσοστό νομιμοποίησης μίας τέτοιας κυβέρνησης (51,5%) είναι ωστόσο μία μόνο από τις θετικές όψεις ενός τέτοιου εγχειρήματος. Η άλλη και σημαντικότερη ίσως όψη είναι ότι ένα τέτοιο εγχείρημα δύναται να έδινε ένα άλλο ειδικό βάρος στον χαρακτηρισμό της κυβέρνησης ως κυβέρνηση εθνικής ενότητας, καθώς και να δημιουργούσε μία νέα δυναμική και να άνοιγε έναν νέο ορίζοντα ελπίδας στο πολιτικό μας σύστημα. Σίγουρα ένα τέτοιο εγχείρημα θα έστελνε ένα ηχηρό μήνυμα προς τους πολίτες αυτής της χώρας ότι κάτι έχει αλλάξει, και ότι νέες και παλιές πολιτικές δυνάμεις δύνανται να κάτσουν στο ίδιο τραπέζι και να συζητήσουν ένα εθνικό σχέδιο για το μέλλον της Ελλάδας, που τόσο έχουμε ανάγκη. Βέβαια, η αποτελεσματικότητα μίας τέτοιας κυβέρνησης θα κρινόταν στο πλαίσιο προγραμματικής σύγκλισης και στην πράξη. Το ίδιο όμως ισχύει και για το παρόν και το μέλλον της χώρας μας εν γένει.

*Ο κ. Ανδρέας Αντωνιάδης είναι επίκουρος καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk